Βαρύς και σκυθρωπός ο ουρανός, αχάραγα ακόμη, στη δίνη του ανελέητου ανέμου ένα μικρό πουλάκι, ξέπεσε απ’ τη ζεστή φωλιά που βρισκόταν στη φουντωτή ελιά ενός πολυσύχναστου δρόμου.
Ζαλισμένο και σαστισμένο, σωριάστηκε ξαφνικά στην άκρη του πεζοδρομίου. Χωρίς φτερά ακόμη, μπιμπικιασμένο κι άσχημο, χτυπούσε αγωνιωδώς τις γυμνές φτερούγες του στο χώμα γυρεύοντας τη θαλπωρή της δικής του φωλιάς.
Η θέα του πουλιού στους ανθρώπους που το κοιτούσαν ηταν εντελώς αδιάφορη…
Η Μαργαρίτα όμως, ενα κορίτσι με πολλές ευαισθησίες για τη ζωή, τους ανθρώπους, τα ζώα, τη φύση, ενώ βάδιζε για τη δουλειά της, σταμάτησε απότομα αντικρίζοντας το χαμοπούλι και το πήρε αμέσως στα δυό χέρια της.
Προσπάθησε να το ζεστάνει με τα χνώτα της θέλοντας να βοηθήσει τούτο το πουλί και συνέχιζε να ψάχνει τη φωλιά του.
Η προσπάθειά της μεγάλη, μα και η απογοήτευση γιατί ήταν αδύνατο να βρει τη ζεστή φωλιά του πουλιού.
Ο χρόνος έτρεχε αδυσώπητος μιας και έπρεπε να πάρει γρήγορες αποφάσεις για το τι θα κάνει μ’αυτό το ζωντανό μικροπούλι που σπαρταρούσε, πρίν το καταβροχθήσει καμιά λαίμαργη γάτα. Αμέσως το έβαλε με προσοχή στην ζεστή τσέπη του μπουφάν της και τρέχοντας με την ψυχή στο στόμα, έφτασε επιτέλους αν και καθυστερημένα στη δουλειά της. Δεν είπε σε κανέναν τίποτα.
Έψαξε αμέσως ένα μικρό χαρτόκουτο, το τοποθέτησε με στοργή μέσα και το έβαλε σε σημείο που δεν μπορούσε να το δει κανείς. Κάθε τόσο έριχνε κρυφές ματιές να δεί πώς πάει ο μικρός φίλος που της άλλαξε τη μέρα. Το μικρό πουλί αν και δεν είχε τη δύναμη να φωνάξει, ανοιγε ενστικτωδώς το στόμα του σαν χωνί και περίμενε να το ταΐσει η δική του μαμά.
Όμως τώρα η Μαργαρίτα, με την ευαισθησία που την διακατείχε, αισθανόταν πως έπρεπε η ίδια της να το προστατέψει.
Σχολώντας απ’ τη δουλειά, με γρήγορα βήματα, το μετέφερε στο δικό της σπίτι. Σκεφτόταν τι ήταν καλύτερο για το πλάσμα αυτό που ήρθε αναπάντεχα στα δικά της χέρια και αυτή η σκέψη την γέμιζε με τόση ευθύνη και προστατευτικότητα.
Αμέσως άνοιξε τον καταψύκτη, έβγαλε κιμά, τον ξεπάγωσε και με τα δάχτυλά της έπλαθε μικρά κομματάκια σαν σκουλικάκια για το μικροπούλι. Του έβαλε μαλακά πανάκια στην κούτα και άρχισε το τάισμα.
Το πουλί σε κάθε μπουκιά κουνούσε τα μικρά φτεράκια του απο ικανοποίηση.
Η Μαργαρίτα χαιρόταν, χαμογελούσε και συνέχιζε να του μιλά. Το πουλί χορτάτο πια με γεμάτο το στομαχάκι του, κοιμήθηκε στη ζεστή γωνιά που του ετοίμασε η Μαργαρίτα στο δωμάτιό της.
Ποτέ δεν θέλησε να το βάλει σε κλουβί. Ποτέ.
Σε λίγο καιρό το πουλί άρχισε να τιτιβίζει και μέρα με τη μέρα γέμιζε με περισσότερα πούπουλα στο κορμάκι του. Πολλές φορές κούρνιαζε στην αγκαλιά της και αισθανόταν οτι η δική του μαμά τελικά… ήταν πελώρια.
Άρχισε να πετά σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού ελεύθερο, όμως δεν ήθελε να πετάξει έξω για την ώρα.
Έβαζε η Μαργαρίτα μουσική και το πουλί αμέσως ανέβαινε στον ώμο της. Τραγουδούσε κι αυτό τα δικά του τραγούδια. Έμοιαζε τόσο ευτυχισμένο…
_Τι θέλεις τζιτζιβάκι μου; του έλεγε χαϊδευτικά, μιας και δεν γνώριζε τι πουλί ήταν. Φαινόταν άγριο του βουνού μα για την ώρα ήταν συνεχώς πίσω απο τη Μαργαρίτα.
Μαγείρευε η Μαργαρίτα; στον ώμο της το πουλί.
Καθε τόσο έπαιζε με τα σκουλαρίκια της. Τσιμπολογούσε πότε τ’ αυτιά της, πότε την χρυσή αλυσίδα στο λαιμό της και το βράδυ κούρνιαζε σε χοντρά κλαδιά που του είχε ετοιμάσει η θετή μαμά του.
Πάντως για σπουργίτι δεν έμοιαζε, ούτε για κοτσύφι,ούτε για καρδερίνα. Πέρασαν μήνες μέχρι να διαπιστώσει πως το φτέρωμα του πουλιού ηταν όμοιο με θηλυκού σπίνου!
Πολλές φορές η Μαργαρίτα θέλησε να την οδηγήσει στη δική της ελευθερία, όμως ακόμη δεν ήταν έτοιμη.
Επίτηδες άφηνε την μπαλκονόπορτα ανοιχτή μήπως φύγει όμως για την ώρα επέμενε να είναι “κολλημένη” στη “μαμά” της.
Γελούσαν όλοι με τα καμώματά της και φυσικά την είχαν λατρέψει μέσα στο σπίτι.
Είχε γίνει η ατραξιόν ακόμη και για τους επισκέπτες του σπιτιού. Η Μαργαρίτα αδημονούσε πότε τελικά θα άνοιγε τα φτερά της να πετάξει έξω απο τη μεγάλη φωλιά του σπιτιού.
Πέρασε καιρός… Κάποια μέρα ενώ έλειπε η “μαμά” καθώς ο καιρός άρχισε να ζεσταίνει η μικρή σπινούλα με δυναμωμένα πια, τα φτερά και έντονη την επιθυμία να γνωρίσει τον κόσμο έξω απο το σπίτι που την φιλοξένησε τόσο καιρό, πέταξε απο την μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα στην τέντα του απέναντι διαμερίσματος!
Η Μαργαρίτα γυρνώντας στο σπίτι δεν την ειδε πουθενά. Έψαξε παντού και βγαίνοντας στο μπαλκόνι της άρχισε να μιλά στην φτερωτή της φίλη στη δική τους γλώσσα μήπως και την ακούσει.
Στην αρχή δεν την έβλεπε μα σε λίγη ώρα, άρχισε να απαντά στη Μαργαρίτα, αυτή τη φορά απο μακριά.
Η χαρά της κοπέλας ήταν απερίγραπτη γιατί την περίμενε άλλη μια έκπληξη…
Ένας άλλος σπίνος, βρισκόταν τώρα δίπλα στη θηλυκά της!
Αυτό ήταν!Πέταξαν μαζί για άγνωστα μερη. Ηταν κάτι που ήθελε τόσο πολύ η Μαργαρίτα και τώρα έβλεπε με καμάρι την υιοθετημένη της μικρούλα να πετά ελεύθερη με τον σύντροφό της.
Τι μεγαλείο! Το χαμόγελο της Μαργαρίτας ακόμη πιο μεγάλο!
Με βαθιά ικανοποίηση στο πρόσωπο, την καρδιά και την ψυχή της, αναπολεί τις τρυφερές στιγμές που της χάρισε όλο αυτό τον καιρό στο σπίτι της.
‘Ώρα σου καλή, φτερωτή μικρή μου φίλη!
Κι ίσως κάποια άνοιξη έρθει ξαφνικά να γυρέψει ασφαλή φωλιά, για τα δικά της πουλάκια στο μπαλκόνι της αγάπης, αυτό… της Μαργαρίτας!
photo alandsmann, https://pixabay.com















































