Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν μία γριούλα, στη μέση του δρόμου, ξαπλωμένη στο πεζοδρόμιο και ζητούσε ελεημοσύνη από τους περαστικούς. Εκείνη τη βροχερή μέρα, που στα πεζοδρόμια τα νερά σχημάτιζαν αυλάκια, το πανωφόρι της γριούλας ήταν γεμάτο λάσπη βουτηγμένο στα βροχερά νερά.
Όπως ήταν την πήρε ο ύπνος κι εκεί ακριβώς αρχίζει η ιστορία της. Μια νεράιδα με το ραβδάκι της, της έριξε χρυσόσκονη στα ματάκια της και την ταξίδεψε μακριά σε άλλες εποχές, τότε που ήταν νέα και είχε όλη την ζωή μπροστά της.
Ήταν μια πανέμορφη κοπέλα που οι γονείς της ήταν εύποροι, καθώς προερχόταν από πλούσια οικογένεια, καθώς και ο άντρας αργότερα που παντρεύτηκε ήταν έμπορος από την πόλη.
Στην πόλη, είχε ένα πανέμορφο σπίτι στολισμένο με λογής λογής φυτά εσωτερικού χώρου, με μεγάλα δωμάτια και παράθυρα που έβλεπαν στον Βόσπορο με τραπεζαρία στρωμένη με γλυκίσματα διαφόρων ειδών. Κάτω είχε στρωμένα πανάκριβα χαλιά και οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με ακριβούς πίνακες από την Δύση. Φορούσε πανάκριβα ρούχα και χρυσαφικά αγορασμένα από το Gold Bazaar.
Η έπαυλή της είχε προσωπικό, που αποτελείτο από οικονόμο, μαγείρισσα και υπηρεσίες. Όλα στο σπίτι κινούνται με ηρεμία και γαλήνη.
Ώσπου κάποια μέρα, κήρυξαν τον πόλεμο και τον διωγμό, τα πήραν όλα, έφυγαν από την πόλη κι έγιναν πρόσφυγες. Χάθηκαν όλα αυτά, που είχε αυτή η ταλαίπωρη πια γριούλα.
Η νεράϊδα την επανέφερε στην πραγματικότητα με το ραβδάκι της.
Πέρασε μια κοπέλα και είδε τη γριούλα, ειδοποίησε τους φορείς που είναι για τους άστεγους κι έφυγε η γριούλα από το πεζοδρόμιο. Τώρα πια, θα είχε ένα ζεστό κρεβάτι κι ένα ζεστό φαγάκι για το υπόλοιπο της ζωής της. Έφυγε η νεράιδα αφού ξεφώνισε τη λέξη «Ειρήνη κι όχι Πόλεμος».
Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
Το παραμύθι έχει συμπεριληφθεί στην Κυπριακή Φιλολογική Πρωτοχρονιά το 2022 και έλαβε τιμητική διάκριση και έχει επίσης, συμπεριληφθεί και στην Ανθολογία “Άνθη Λόγου και Ψυχής” των Εκδόσεων ΚΟΥΡΟΣ το 2022.
photo geralt / https://pixabay.com
















































