Εάν κανείς πάει το πρωί της Κυριακής των Βαϊων σε κάποια εκκλησία των Κοπτών για να παρακολουθήσει την τελετή και τον εορτασμό της εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα τον περιμένει μια πανέμορφη έκπληξη. Θα διαπιστώσει ότι όλοι οι Κόπτες εισέρχονται θριαμβευτικά στις εκκλησίες τους κρατώντας ανά χείρας μεγάλους κλάδους φοινίκων, τα δε μικρά παιδιά, τα οποία άλλωστε απεικονίζονται και στις αντίστοιχες βυζαντινές εικόνες να κρατούν τα βάια των φοινίκων, προσέρχονται με μικρότερους κλάδους, όμορφα περιπεπλεγμένους, σε σχήμα σταυρού ή θυσσάνων..Είναι μία παμπάλαιη παράδοση των πρώτων χριστιανικών αιώνων που η κοπτική εκκλησία διετήρησε έως σήμερα και που πιστοποιεί και επιβεβαιοί με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο ότι τούτο γίνεται εις ανάμνηση του γεγονότος της εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα και της θριαμβευτικής υποδοχής από τους κατοίκους, αποκλειστικώς με κλάδους φοινίκων. Η ιδιαίτερη λαμπρότητα με την οποία εορτάζουν οι Κόπτες αυτή την εορτή και η οποία καταφαίνεται και από τις παρατιθέμενες φωτογραφίες, ως και η εμμονή τους στην πιστή τήρηση των εθίμων υποδηλοί την μεγάλη σημασία και την κεντρική θέση που διατηρεί δια μέσου των αιώνων η χρήση των φοινίκων στον εορταστικό κύκλο της κοπτικής εκκλησίας. Κάθε οικογένεια από τις προηγούμενες ημέρες, αλλά και φυσικά ανήμερα της εορτής, προετοιμάζεται με χαρά και φροντίζει να προμηθευτεί έγκαιρα κλάδους φοινίκων, καθώς επίσης και λουλούδια της εποχής που με τα λαμπρά χρώματά τους δίνουν ένα ιδιαίτερα χαρούμενο τόνο και προϊδεάζουν τους πιστούς για την ανάσταση που έρχεται.
Βέβαια εμείς πηγαίνουμε στην εκκλησία δάφνες γιατί δεν ευδοκιμούν στην Ελλάδα οι φοίνικες. Στην πραγματικότητα τα βάια είναι οι φοίνικες διότι va, vae (βα, βάι) είναι ο φοίνικας στη κοπτική γλώσσα κι αν δούμε παλιές εικόνες, αλλά και τα νεώτερα παραδοσιακά αντίγραφα τούτων, θα διαπιστώσουμε ότι τα πλήθη των ανθρώπων κρατούν κλάδους φοινίκων και με αυτούς τους κλάδους, των φοινίκων, υποδέχονται το Χριστό. Εμείς όμως αντικαθιστούμε τα βάια που δεν έχουμε με ένα άλλο ιερό δέντρο, το δέντρο του Απόλλωνα. Κατ αυτόν τον τρόπο χρησιμοποιούμε τη κοπτική λέξη βάια αποκλειστικά την ημέρα των Βαίων και καθαρά για θρησκευτικούς σκοπούς, εξ ου και η χρονικά εξειδικευμένη ονομασία της δάφνης βαγιά βαγιόκλαδα κατά τη διάρκεια της χρήσης της ως φοινίκων.
Και ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει χαρακτηριστικά «και έλαβαν τα βάια των φοινίκων και εξήλθον εις υπάντησιν αυτώ». Μεταχειριζόμαστε λοιπόν στην καθημερινή ζωή μας αυτές τις κοπτικές λέξεις χωρίς να γνωρίζουμε την προέλευση τους βάια, Κυριακή των Βαίων, βαγιά, βαγιόκλαδα, βαγιολούλουδα και πολλοί φέρουνε την ονομασία Βάιος και Βάγιος, Βαΐα και Βαΐτσα, χωρίς να γνωρίζουν ότι το όνομα τους είναι κοπτικό και η ετυμολογία του κοπτικής προελεύσεως…. Υπάρχουν όμως και περιοχές με κοπτική ονομασία με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το Βάι της Κρήτης, που βρίσκεται νοτιότερα της Ιεράπετρας στη επαρχία της Σητείας, ένα κρυφό κι απόμερο λιμάνι μ ένα πανέμορφο φοινικόδασος, όπου πήγαιναν οι πειρατές μετά τις δηώσεις και έκρυβαν τα πλοία τους. Είναι γνωστό ότι η καταγωγή των περισσοτέρων και των πλέον σημαντικών εξ αυτών ήταν από παράλια της βόρειας Αφρικής , από την Λιβύη και κυρίως από την Αίγυπτο.
Η παρανόηση αυτή ή ακριβέστερα η σύγχυση περί της πρωτογενούς σημασίας της λέξεως έγκειται αφ’ ενός στο γεγονός ότι ελλείπουν οι φοίνικες από την Ελλάδα, αφού είναι δένδρο που ευδοκιμεί σε άλλες κλιματολογικές συνθήκες, αφ’ ετέρου δε στο ότι η εκκλησιαστική ακολουθία της Κυριακής των Βαΐων, πιστή στο κείμενο του ευαγγελίου, έπρεπε να τελεστεί με τη χρήση φοινίκων και δι αυτό – αφού κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον – διατηρήθηκε και υιοθετήθηκε δια την δάφνη η ονομασία των βαΐων. Αυτό όμως, το ότι με τη λέξη «βάγια» εννοούνται οι φοίνικες ή πιο συγκεκριμένα οι κλάδοι των φοινίκων, διαφαίνεται από τις αναφορές σε αυτά των εκκλησιαστικών συγγραφέων και των αγίων πατέρων, ως και από τις διηγήσεις του γεροντικού, του λαυσαϊκού, των λειμωναρίων και των ασκητικών βιβλίων κυρίως του 4ου αιώνος και από τη ζωή των ασκητών και των ερημιτών που είχαν ως σύνηθες εργόχειρο τις πλεξούδες των βαΐων, αλλά και που έκαμναν γενικότερη χρήση των φοινίκων για την καθημερινή τους βιοτή και για τη κατασκευή των προχείρων ενδιαιτημάτων τους.
Γύρω από τα βάια υπάρχουν αρκετά έθιμα, ιδία μέσα στον εορταστικό κύκλο του Πάσχα τα οποία σχετίζονται με την αρχαία παράδοση της χρήσης των φοινίκων τους πρώτους αιώνες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, μεταξύ άλλων είναι και το παλαιό έθιμο που διατηρείται ως σήμερα στο Τρίκερι Πηλίου το Μεγάλο Σάββατο οι νιόπαντρες να πηγαίνουν στην εκκλησία την «κλαμούρα» από «βάγια» που την τοποθετεί ο ιερέας του χωριού στο ιερό για να τους την παραδόσει στην ακολουθία της Αναστάσεως και που είναι φυσικά και αυτή από δάφνες. Το αποκορύφωμα όλων αυτών των εθίμων λαμβάνει χώρα την περιώνυμο Κυριακή την επονομαζομένη των Βαΐων, κατά την οποία και οι ιερείς τα διαμοιράζουν στους πιστούς εντός των ναών κατά την λαμπρά και μεγαλοπρεπή πανήγυρη, που προοιωνίζει και προαναγγέλλει την εκ νεκρών ανάσταση, συνωδά και με την συνεορταζόμενη έγερση του Λαζάρου, της οποίας το απολυτίκιον και την επιβεβαιώνει, «την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος…..».
Οι κλάδοι επίσης των φοινίκων και των ελαιών που εχρησιμοποιούνταν σε πολλά μέρη της αχανούς Βυζαντινής αυτοκρατορίας ήσαν οι μεν πρώτοι σύμβολα της νίκης οι δε δεύτεροι σύμβολα του ελέους. Η θριαμβευτική είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα ήταν κατά τον τύπον των θριάμβων των αυτοκρατόρων που επέστρεφαν στην μητρόπολη νικητές από ισχυρούς πολέμους και Αυτόν άλλωστε προεικόνιζαν και εξεικόνιζαν, τον νικητήν του θανάτου Χριστόν τον όντως βασιλέα και θεόν, προς τον Οποίον και τα πλήθη εκραύγαζον το «Ωσαννά», έχοντες ανά χείρας τους κλάδους των φοινίκων, όπως επακριβώς και η αρχαία συνήθεια να υποδέχονται τοιουτοτρόπως τους βασιλείς. Διότι ο φοίνικας ήτο αφ΄ενός μεν αειθαλές δένδρον αφ΄ετέρου δε και σύμβολον της νίκης και συνάμα της αιωνίου ζωής και βασιλείας.
Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι υπάρχουν πολλές κοπτικές λέξεις που έχουν παρεισφρύσει στην ελληνική, ότι η Κοπτική Εκκλησία διετήρησε, διεφύλαξε και διέσωσε σημαντικά παλαιά ήθη και έθιμα που τώρα μας τα υπενθιμίζει και ότι, για μας ιδίως, τους αιγυπτιώτες του Καΐρου, που όλες μας σχεδόν οι οικογένειες είναι μεικτές, είναι πολύ σημαντικό να γνωρίσουμε τη μεγάλη σχέση και συγγένεια τόσον των δύο γλωσσών όσον και των δύο εκκλησιών.

















































