Η συζήτηση γύρω από την «ισλαμοποίηση» της Ελλάδας και της Ευρώπης είναι ένα από τα πιο φορτισμένα ζητήματα του δημόσιου διαλόγου, καθώς συναντάται στο σημείο τομής πολιτικής, κοινωνίας, πολιτισμού και γεωπολιτικής.
Αν επιχειρήσει κανείς να τοποθετηθεί καυστικά, θα έλεγε πως η Ευρωπαϊκή Ένωση –και μαζί της η ελληνική κυβέρνηση– έχουν υιοθετήσει μια πολιτική που κινείται ανάμεσα στην αφέλεια και στην ιδεοληπτική εμμονή. Ενώ είναι πασιφανές πως οι μαζικές μεταναστευτικές ροές δεν αποτελούν ούτε συγκυριακό ούτε προσωρινό φαινόμενο, αλλά μια βαθιά ανατροπή της κοινωνικής σύνθεσης, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες συνεχίζουν να μιλούν με τους ίδιους κουρασμένους όρους περί «ανθρωπισμού» και «ανεκτικότητας». Η πραγματικότητα, ωστόσο, δεν συγχωρεί την αδράνεια.
Η Ευρώπη, που κάποτε καθόριζε την ιστορία με την πνευματική και τεχνολογική της υπεροχή, μοιάζει τώρα εγκλωβισμένη σε έναν ιδιότυπο μηδενισμό: δεν υπερασπίζεται ούτε τα σύνορά της ούτε τις αξίες της, αφήνοντας χώρο σε άλλους να το πράξουν. Οι κοινωνίες, βουτηγμένες σε μια τεχνητή ευμάρεια και στον πολιτικό κορεσμό, αποδέχονται παθητικά την αλλοίωση του πολιτιστικού τους ιστού, σαν να επρόκειτο για φυσικό φαινόμενο.
Η ελληνική περίπτωση είναι ακόμη πιο πικρή. Η χώρα που πλήρωσε με αίμα και αγώνες την ελευθερία της, γίνεται σήμερα πέρασμα και αποθήκη ψυχών, ενώ η ίδια της η κυβέρνηση συχνά συμπεριφέρεται περισσότερο ως υπεργολάβος Βρυξελλών και ξένων συμφερόντων, παρά ως υπερασπιστής ενός έθνους με βαριά ιστορική κληρονομιά. Αντί για στρατηγική, επικρατεί το μόνιμο μάντρα της «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης», η οποία ποτέ δεν έρχεται στην πράξη.
Καυστικά, λοιπόν, θα έλεγε κανείς πως η Ευρώπη μοιάζει σαν έναν ηλικιωμένο που, έχοντας χάσει την πίστη στον εαυτό του, παραδίδει αδιαμαρτύρητα το σπίτι του σε εκείνους που χτυπούν την πόρτα. Όχι γιατί τον νίκησαν, αλλά γιατί απλώς δεν είχε διάθεση να παλέψει.
πηγη φωτογραφιας greek news fl
















































