Δενδροστοιχίες κεντημένες μ’ άλγη
θρυμματισμένα άνθη αιμορραγούν
ηπείρους λέκιασαν.
Ένας ολοφυρμός με αφυπνίζει
μια καθολική αγωνία
τη θλίψη να ξορκίσω
κι όλους, τους αλήτες αδελφούς της
που με δοκιμάζουν με βαριά παλτά
τα καλοκαίρια
στη γύμνια, μ’ αφήνουν τους ορφανούς
χειμώνες.
Εδώ πεθαίνω, εδώ πτερυγίζω
σ’ αφώτιστα σκοτάδια
σ’ ανισότιμες δοκιμασίες
που επίμονα μ’ αναζητούν
για το ζην.
Ρεμβασμοί, περιπλανήσεις
δισταγμοί…
Ένοχοι όσοι πιστέψαμε
στα αφτιασίδωτα ψέματα
όσοι χαμογελάσαμε στους δήμιους
του ονείρου.
Ένοιχοι όσοι ήπιαμε των αμαρτωλών
το γέλιο
απ’ το ηδύποτο της λήθης
στων βρυκολάκων τις υποσχέσεις
επαναπαυθήκαμε
ένοχοι όσοι ποτίσαμε
με χλεύη τα πρωινά μας.
photo 51581 / https://pixabay.com
















































