Σε εκείνους που σκέπτονται πως η Ελλάδα σήμερα δεν έχει καμία σημασία ας μου επιτραπεί να πω ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν μεγαλύτερο λάθος. Η σημερινή, όπως και η παλιά Ελλάδα, έχει υψίστη σημασία για οποιονδήποτε ψάχνει να βρει τον εαυτό του.

Χένρυ Μίλλερ, 1891-1980, Αμερικανός συγγραφέας

Subscribe to our newspaper
Τσε Γκεβάρα

Μια συζήτηση με τον Βασίλη Κυριάκου, για τον Τσε Γκεβάρα, και το έργο του “Ο Τσε”: Las Ideas No Mueren

10 Nov, 2022

Όσο περίμενα τον Βασίλη Κυριάκου για την συνέντευξη είχα μεγάλη απορία: “πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να αποφασίσει να ενσαρκώσει στην θεατρική Σκηνή τον Τσε Γκεβάρα”; Όταν άρχισε η συζήτηση είδα στα μάτια του, ότι κι εκείνος είχε το ίδιο διερευνητικό βλέμμα προς εμένα, προσπαθώντας να καταλάβει τις προθέσεις μου, για το πού θα οδηγούσε αυτή η συζήτηση… Όταν όμως η συζήτηση στράφηκε στον Τσε, στο πάθος του για ζωή, στα λόγια που άφησε πίσω του, αλλά και στην αγάπη για το θέατρο που δεν είναι άλλη από την αγάπη για ζωή, τότε το σκηνικό άλλαξε. Είναι πάντα εκπληκτικό να βλέπεις πώς γυαλίζουν τα μάτια των ανθρώπων, όταν μιλούν για αυτό που πιστεύουν και γι’ αυτό που αγαπούν.

(* Las ideas no mueren: οι ιδέες δεν πεθαίνουν)

 

– Είμαι από την Κύπρο, γεννήθηκα και μεγάλωσα βλέποντας από το σχολείο μου την κατεχόμενη πόλη της Αμμοχώστου, στο Παραλίμνι. Αν και δεν βίωσα από πρώτο χέρι την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο, την βίωσα βλέποντας την πόλη – φάντασμα που δεν μπορούσα να την περπατήσω, να γνωρίσω τους τουρκοκύπριους συνομίληκούς μου απέναντι. Αυτό το βίωμα έμεινε σαν πληγή. Και αυτό έδωσε τροφή για το έργο και το θέατρο που κάνω, το πολιτικό θέατρο. Ο παππούς μου έπαιζε επίσης θέατρο στην Κύπρο, εκ των υστέρων έμαθα ότι παίξαμε τα ίδια έργα. Τον “Φον Δημητράκη”, αρχαίες τραγωδίες, γιατί είχαμε κουλτούρα. Τα εργατικά σωματεία μας είχαν κουλτούρα πριν ξεπέσουν να γίνουν χαρτοπαικτικές λέσχες. Το Παραλίμνι έχει υπέροχες παραλίες και πολύ τουρισμό, που άνθισε μετά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο. Δυστυχώς ήμουν πολύ καλός μαθητής και έτσι οι γονείς μου είχαν απαιτήσεις από εμένα. Είχαμε θεατρική παιδεία και θυμάμαι τον εαυτό μου να παίζει θέατρο από μικρός, να πηγαίνω σε παιδικές κατασκηνώσεις – κάτι που δεν υπάρχει στην Ελλάδα απ’ όσο ξέρω – να κάνω παραστάσεις κάθε χρόνο που διέπρεπαν στην Κύπρο και στην Ελλάδα σε διαγωνισμούς, Σε δεύτερο βαθμό σπούδασα Φιλολογία στα Γιάννενα, όπου συνέχισα να ασχολούμαι με το θέατρο, μετά συνέχισα στην Νομική Κομοτηνής, όπου πήρα και την μεγάλη απόφαση να αφήσω την Νομική και να γίνω νομάς. Με ένα τροχόσπιτο γυρνούσα όλη την Ελλάδα και έκανα πολιτικό θέατρο. Έχω παίξει τον “Αφορισμό” του Ρίτσου, την “Απολογία του Θεόφιλου Τσάφου” του Νίκου Κούνδουρου, τον “Μαρξ στο Σόχο” του Χάουαρντ Τζιν, αυτό που κάνω τώρα, συμμετείχα και σε άλλες ομάδες…

Τί μελέτη έκανες πάνω στον Τσε; Σε ρωτάω σαν ηθοποιό, όχι σαν συγγραφέα. Τον έχουμε ακούσει να μιλάει σε ντοκυμαντέρ, είχε μια ιδιοσυγκρασία. Πώς τον προσέγγισες;

Τον προσέγγισα όπως τον προσέγγισα και με την γραφή. Είναι μια διαδικασία αδιάλειπτη. Έπρεπε να επιλέξω κομμάτια της ζωής του για να γράψω, που θα έβγαζαν έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα. Είναι σημαντικό για εμένα στο θέατρο η αρχή, η μέση και το τέλος γι’ αυτό που θέλεις να βγάλεις. Έχω βγάλει κάτι σαν απόσταγμα. Είναι ένας άνθρωπος πολύ γαλαντόμος, πολύ ανοιχτός και καρδιακά και σωματικά, σε όλες του τις πτυχές. Ένας άνθρωπος με πολύ χιούμορ και γεμάτος ζωή, παρ’ όλο που είχε βασικά προβλήματα στο ζήτημα της δικής του ζωής, και ιατρικά – του άρεσε να είναι πρώτος στην μάχη. Αλλά μου έκανε εντύπωση πιο πολύ ο αυτοσαρκασμός του, η κριτική στον ίδιο του τον εαυτό, και αυτό το βγάζω και στο έργο. Ένας άνθρωπος που είναι τυχοδιώκτης με την καλή έννοια.

Ψάχνει να διευρύνει τα όριά του.

Ναι, και να γνωρίσει τον κόσμο. Γνωρίζοντας τον κόσμο αλλάζει κι αυτός στοχοπροσήλωση, για το τί θέλει να κάνει ο ίδιος στην ζωή του. Γνωρίζοντας ανθρώπους γνωρίζει την κοσμογεωγραφία της Λ. Αμερικής, την φτώχεια της Λ. Αμερικής. Και αυτός γίνεται ο βασικός του στόχος, όπως λέει: “έχοντας μόνο μερικά πέσος, αποφάσισα τελικά, ενώ θα γινόμουν πολιτικός μηχανικός όπως ο πατέρας μου, να γίνω γιατρός”. Και είχε και το άσθμα, μια σωρεία ζητημάτων, που τον οδήγησαν στην ιατρική σχολή. Γνώρισε τον κόσμο της Λατινικής Αμερικής, που έχει μια ενιαιότητα από το Μεξικό ως την Παταγονία, όσο αφορά την γλώσσα, την κουλτούρα, την ιστορία εθνικής απελευθέρωσης. Πώς τον βίωσα; Τον βίωσα έτσι, με την αυτοσαρκαστική, νεανική του διάθεση. Μην ξεχννάμε πως πέθανε νέος – μάλλον, δολοφονήθηκε νέος. Είχε δύο προτάσεις στην ζωή του να περάσει καλά ο ίδιος: είτε σαν γιατρός στην Αργεντινή, ώστε να ζήσει πλουσιοπάροχα – είτε, μετά αφού γνώρισε τον Φιντέλ Κάστρο στο Μεξικό και ταξίδεψαν μαζί στην Κούβα, μετά νίκησε η επανάσταση το 1959, και έγινε υπουργός βιομηχανίας και διοικητής της Εθνικής Τράπεζας – τότε θα μπορούσε να επιλέξει να καθίσει στις δάφνες του. Αλλά δεν έκατσε, συνέχισε. Όπως έλεγε και ο ίδιος στα γράμματα προς τους γονείς του: “δεν άλλαξα, πολέμησα για τις ιδέες μου”. Αυτά γράφει στους γονείς του και στα παιδιά του. Είναι η στάση της ζωής του. Αντί να μείνει στις δάφνες του προτίμησε να πάει στο Κονγκό, στην Αγκόλα, στην Βολιβία και να σπείρει την επανάσταση σε όλη την Λατινική Αμερική. Αυτό είναι αξιοθαύμαστο και αυτό που μου έδωσε εμένα, διαβάζοντας ξανά την ζωή του και μέσα από την βιογραφία του από τον Ιγνάσιο Τάϊμπο, που είναι η πιο επιστημονική βιογραφία του Τσε Γκεβάρα, το ζητούμενο: την συγκίνηση.

Συγκίνηση υπάρχει επειδή ακολούθησε τα όνειρά του μένοντας πιστός σε αυτό που τον οδηγούσε και προτίμησε το συλλογικό αντί του ατομικού;

Το ζητούμενο ήταν αυτό, να περάσει από το ατομικό στο συλλογικό, το να κολυμπήσει με την βάρκα των φτωχών, να φτιάξει την ομάδα των λεπρών στην Λ. Αμερική. Αλλά για μένα, και για τους άλλους Κύπριους θέλω να πιστεύω, ήταν ο χαμένος ήρωας που δεν είχαμε στην σύγχρονη ιστορία μας. Έχουμε βέβαια πολλούς, αλλά με νίκη όχι -γιατί το θέμα δεν είναι μόνο να πολεμάς, είναι και το να κερδίζεις. Κι εγώ είχα τον θείο μου, τον ταγματάρχη Τάσο Μάρκου, που είναι ακόμα αγνοούμενος, όμως δεν μας έδωσαν την νίκη, την μαγιά για να ελπίζουμε, να συνεχίσουμε να ζούμε. Ο Τσε έδωσε την μαγιά της νίκης, την αίσθηση του ότι όλα είναι δυνατά. Όπως λέει και ο Φιντέλ στο έργο, ρωτάει “πόσα όπλα έχεις Ραούλ;” – “΄Πέντε” – “Υπέροχα, και δύο εγώ, επτά. Τώρα σίγουρα θα τον κερδίσουμε τον πόλεμο”! Έλεγε ο Φιντέλ “και πάλι αν είχα 82 άντρες, πάλι το ίδιο θα έκανα”. Με 82 άντρες κατάφερε να οργανώσει μια επαναστατική διαδικασία -και είναι αυτό που θαύμαζε ο Τσε σε αυτόν. Συγκίνηση και ταύτιση. Ταύτιση στο ότι και εγώ και οι Κύπριοι που έχουν μια πολιτική παιδεία, τον θεωρούμε άνθρωπο δικό μας, λες κι είναι Κύπριος. Η Κύπρος άλλωστε και η Κούβα είχαμε στενές σχέσεις, η Κύπρος ήταν η πρώτη που έσπασε το εμπάργκο και έστειλε καράβι επί Μακαρίου, στην Κούβα. Είχαμε βιώσει κι οι δύο την εισβολή. Γι’ αυτούς τους λόγους και για άλλους πολλούς που προέκυπταν μέσα από το διάβασμά μου, αποφάσισα να γράψω αυτό το έργο. Αλλά η απόφαση ενέκυπτε μέσα από την συγκίνηση, και αυτό θέλω να περάσω μέσα από το έργο. Δεν έχω καμμιά αυταπάτη, όπως έλεγε και ο Ντάριο Φο: “το θέατρο δεν κάνει καμμιά επανάσταση, αλλά μπορεί να παρακινήσει τους θεατές να σκεφτούν για να κάνουν επανάσταση”. Ένας φίλος μου έλεγε “εσύ όταν έρχονται νέοι άνθρωποι στο θέατρο, δεν διδάσκεις απλά ιστορία, διδάσκεις ιστορία σε αυτούς που θα γράψουν ιστορία, αυτό είναι το σημαντικό”. Θα γράψουν ιστορία στο εδώ και στο τώρα.

Το πιστεύεις αυτό για τους νέους σήμερα;

Όπως γοητεύομαι εγώ, απογοητεύομαι επίσης – όπως χάνω την διάθεση για εμένα, χάνω και για τον υπόλοιπο κόσμο. Μέρος αυτού του πληθυσμού είμαι. Είμαστε ρευστά, το έχει πει κι ο Ηράκλειτος. Οι διαθέσεις του κόσμου ρέουν, δεν είναι στατικές. Βέβαια η ήττα μας έχει τρομοκρατήσει. Εδώ για ένα καιρικό φαινόμενο μας λένε και μένουμε σπίτι. Γιατί δεν υπάρχει συλλογική ευθύνη. Και αυτή την συλλογική ευθύνη πρέπει εμείς να αποκτήσουμε σαν νέοι, να οργανωθούμε στους συλλογικούς μας φορείς, της γειτονιάς μας, στα σωματεία τα εργατικά, να σηκώνουμε το κεφάλι με σωστό τρόπο κ.λπ.

Μου θύμισες μια ωραία φράση. Όπως πίστεψε στο θαύμα ο Φιντέλ Κάστρο μου θύμισες τον Δαυίδ μπροστά στον Γολιάθ. Αλλά αυτό που είχα γράψει κάπου, είναι ότι δεν είναι μόνον ο  Δαυίδ που τα βάζει  με τον γίγαντα, αλλά και ο Γολιάθ που τα φέρνει έτσι η ζωή του ώστε να αναγκαστεί να αντιμετωπίσει τον Δαυίδ.

Μου αρέσει αυτό το παράδειγμα. Αν έχουμε τον Δαυίδ και τον Γολιάθ, και ο Θεός πήγε και κοιμήθηκε και μείναμε εμείς στην μέση, τότε πρέπει να πάρουμε θέση. Αυτό που λέει και ο Μπρεχτ για τους αδιάφορους: αυτοί που δεν παίρνουν θέση, στην ουσία τάσσονται μαζί με τον ισχυρό. Να πάρουμε θέση για τον εαυτό μας και με συλλογική ευθύνη.

Μίλησες για έναν άνθρωπο με πάθος για ζωή. Μπορείς να φανταστείς μια οποιαδήποτε επανάσταση ξεκομμένη από τον έρωτα, από το πάθος για την ζωή; Πιστεύω πολλές επαναστάσεις έχασαν γιατί δεν έπιασαν αυτό που εσύ καλείς “συγκίνηση”.

Πρέπει να βάλει η επανάσταση ξανά τους ανθρώπους να συγκινηθούν με τις ίδιες τους τις πράξεις, δηλαδή  να πράξουν οι ίδιοι. Για ποιόν λόγο ζει αυτή την στιγμή η Κούβα; Γιατί ο λαός της έχει αυτενέργεια. Υπάρχουν λαϊκές συνελεύσεις της γειτονιάς, και έτσι εκλέγεται το κοινοβούλιο. Όταν εκλέγεσαι παίρνεις την απόφαση της γειτονιάς σου και πας στην τοπική βουλή να πεις την άποψη, αν δεν την πεις τότε ανακαλείσαι – είσαι αιρετός και ανακλητός. Η ίδια η κουβανική επανάσταση φρόντισε οι άνθρωποι να μην αποκοπούν από τα γεγονότα της επανάστασης, τους έβαλε στην διαδικασία αυτή που έλεγε και ο Τσε: “Η Επανάσταση τώρα αρχίζει” (μετά την νίκη, δηλαδή). “Αν κερδίσουμε και ταυτόχρονα κάνουμε τα ίδια που έκανε ο Μπατίστα, αν δεν φροντίσουμε τον λαό μας, τότε είμαστε το ίδιο και χειρότερο”. Αυτό που κατόρθωσε η Κούβα των 11 εκατ. ανθρώπων και των 62 χρόνων εμπάργκο είναι να  έχει το καλύτερο ιατρικό σύστημα υγείας στον κόσμο όπως λέει και ο ίδιος ο ΠΟΥ, έχει καταφέρει την μη μετάδοση του AIDS από την μητέρα στο παιδί, έχει φτιάξει την καλύτερη διεθνή Ιατρική Σχολή στον κόσμο. Όταν δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο σκεύασμα και κινδυνεύει κάποια ζωή, το συλλογικό κράτος ευθύνης της Κούβας έχει κατορθώσει να δημιουργήσει κάτι αντίστοιχο ώστε να σωθεί ο πληθυσμός. Δεν είναι τυχαίο που η Ελλάδα έχει τον ίδιο πληθυσμό, δεν είναι σε εμπάρκο και παρ’ όλα αυτά έχουν πεθάνει εδώ δεκαπλάσιοι από όσο στην Κούβα. Εδώ η ευθύνη είναι ατομική, δεν υπάρχει φροντίδα συλλογική από το κράτος. Ιδεατό δεν είναι βέβαια, γιατί όταν προσπαθείς κάνεις και λάθη, αλλά η χώρα αυτή είναι περικυκλωμένη και δεν έχει και κάποια άλλη χώρα σαν υποστηρκτική αλληλεγγύη, είναι δύσκολη η θέση της.

Πες μου για το έργο σου. Πόσο εύκολο είναι να παίζεις τον Τσε, που είναι αγαπητός, που είναι σύμβολο παντού, και τον γνωρίζουν όλοι;

Πολύ δύσκολο στις πρόβες που κάναμε. Πολύ δύσκολο. Με συγκίνηση, και με νεύρα, ανέβαινε η ένταση.

Στην προσπάθειά σου να τον αγγίξεις.

Ναι. Και μου είπε ο Γιάννης ο Σταματίου, ο σκηνοθέτης: “κοίτα να δεις, δεν είσαι ο Τσε. Πρέπει να υποδυθείς έναν άνθρωπο που αφηγείται την ζωή του, για να τον βγάλεις καλά, ειδάλλως θα βγάλουμε μια καρικατούρα. Δεν είναι το θέμα να φωνάξουμε με πολλά ντεσιμπέλ “ζήτω η επανάσταση”, το θέμα είναι να φύγει ο κόσμος συγκινημένος. Μόνο τότε θα φύγει και θα πάει να σκεφτεί, να διαβάσει”. Δεν βάζω γνωστά στοιχεία της ζωής του στο έργο, βάζω άγνωστες πτυχές. Και ο στόχος είναι να έρθουν στο θέατρο παιδιά, από 12 έως 112 χρόνων, και σε μεγάλο βαθμό τα καταφέρνω. Να έρθουν μαθητές, μικρά παιδιά, και να είναι εκεί, να πάρουν τρία πράγματα. Γιατί νοιώθω ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν λαϊκός ήρωας. Ήθελα να γράψω το έργο με έναν απλό τρόπο, και ταυτόχρονα με έναν ομηρικό τρόπο.

Απλός ήταν και ο Όμηρος. Και είναι εξ ίσου κατανοητός και αγαπητός από όλες τις τάξεις ανθρώπων.

Ναι, ο τρόπος που έγραφα το έργα ήταν με τον Όμηρο μπροστά μου. Οι νέοι άνθρωποι που φορούν τον Τσε Γκεβάρα στην μπλούζα τους και νομίζουν ότι είναι ποδοσφαιριστής ή ροκ σταρ στην καλύτερη περίπτωση, ήθελα να μάθουν ποιός ήταν. Ότι δεν γεννήθηκε τρελαμένος με την κόκκινη παντιέρα και την επανάσταση. Μπορεί λόγω του άσθματος μικρός να διάβαζε, γιατί δεν μπορούσε να τρέξει και έμενε πολύ στο σπίτι, αλλά αυτοί που θαύμαζε όταν ήταν μικρός, ήταν ο Γκάντι, ο Νεχρού π.χ. Στην συνέχεια, και μέσα από την ζωή του και την γνωριμία με τον κόσμο της Λ. Αμερικής και τον Κάστρο, άλλαξε. Τον άλλαξε η θεωρία αλλά και ένα γραμμάριο πράξης που ισούται…

… με τόνους θεωρίας.

Έτσι. Ήθελα να είναι το έργο προσιτό στους νέους για να τον γνωρίσουν, στους παλιότερους για να θυμηθούν, να συγκινηθούν και να φέρουν τα δικά τους νιάτα στο νου, και να τελειώσω με την νίκη της κουβανικής επανάστασης που είναι ακόμη μια ανοιχτή διαδικασία.

Αυτό που αντιλαμβάνομαι τώρα, είναι πως μέσα από το όνομα και την μορφή του Τσε προσπαθείς να αφυπνίσεις την επανάσταση μέσα στον καθ’ έναν.

Πάντα έβλεπα το θέατρο σαν παιδεία, από μικρός, σαν πολιτική αλλά και εκπαιδευτική πράξη, γιατί γαλλουχήθηκα στην Κύπρο με τις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες. Αλλά, πρόσεξε, όχι με τον μεταμοντέρνο τρόπο που παίζονται σήμερα, αλλά με τον κλασικό τρόπο, με τα κλασικά μηνύματα. Για μένα δεν χωράει άλλος τρόπος να παιχτούν οι τραγωδίες και τα μηνύματα. Άρα είναι πολιτική πράξη το θέατρο. Έτσι ήθελα να δω και το έργο που έχω γράψει. Οι νέοι να πάρουν 10 πράγματα, να πάνε σπίτι τους και να πάρουν άλλα δύο. Και να προσπαθήσουν να γίνουν καλύτεροι, να μορφωθούν, να συλλογικοποιηθούν, και να αφήσουν το ρημάδι του κινητό λίγο στην άκρη.

Μιλούσα  με παιδιά εφηβικής ηλικίας, καλούς μαθητές στο σχολείο, που δεν γνώριζαν τον Τσε Γκεβάρα, και με  έβαλαν σε σκέψεις: να τους μιλήσω γι’ αυτόν, ή θα μπούμε σε μια διαδικασία διαλόγου από την οποία δεν θα βγάλουμε νόημα τελικά; Δεν ξέρω τί σημαίνει γι’ αυτά η λέξη “επανάσταση”. Από πού αισθάνονται εγκλωβισμένοι, και αν τελικά αισθάνονται όντως εγκλωβισμένοι από κάτι. Για να αισθάνεσαι εγκλωβισμένος θα πρέπει να έχεις ένα όραμα που θα σε βγάλει από το κουτί στο οποίο ζεις. Όμως βλέπουν να υπάρχει ένα τέτοιο κουτί;

Η πλειοψηφία είναι έτσι, δεν τον γνωρίζουν. Όταν ήταν να πάψει η καραντίνα και να μας δώσουν το ελεύθερο να συνεχίσουμε το θέατρο, βρέθηκα στο Μοναστηράκι, έξω από ένα μαγαζί. Στέκονταν 20 φοιτητές, και λέω σε μια φίλη: “θα τους ρωτήσω, και πιστεύω έστω δύο θα τον ξέρουνε, είναι άνθρωποι 20 χρονών”. Τους λέω “κάνω μια έρευνα σε σχέση με την πανδημία, και το πώς αντιμετωπίζει γι’ αυτό το θέμα η Ελλάδα την Κούβα” κ.λπ. και τους ρωτάω αν ξέρουν ποιός είναι ο Τσε Γκεβάρα στο τέλος. Τους ρώτησα λοιπόν και δεν τον γνώριζε κανένας. Ούτε ένας άνθρωπος. Αυτό μου ισχυροποίησε την θέληση. Θα μπορούσα να γράψω μια σάτιρα, ή να κάνω ένα stand-up, αλλά αυτό το θεωρώ εύκολο. Το να αποκτήσει διαπαιδαγωγική μορφή το θέατρο, εκεί είναι το δύσκολο, το στοίχημα, εκεί αξίζει τον κόπο. Όταν έρχονται 12 χρόνων παιδιά να δουν το έργο, εγώ συγκινούμαι, δεν έχω καλύτερο.

Τί σου λένε μετά; Ποιό ήταν το σχόλιο που σου έκαναν και το κουβαλάς, που σε άγγιξε περισσότερο;

Ένα παιδί μου είπε: “Τελικά, δεν ήταν και τόσο καλός μαθητής”! Ναι του είπα, “αλλά έγινε γιατρός”…

Προσπάθησε να ταυτιστεί το παιδί.

Προσπάθησε να ταυτιστεί. Αλλά του είπα “δεν είναι το θέμα το 20, ο βαθμός, αλλά αυτό που θέλουμε εμείς να κάνουμε στην ζωή μας. Γιατί θέλουμε να σπουδάσουμε. Αυτός ήθελε να σπουδάσει για να φροντίσει την δική του ασθένεια, την γιαγιά του, αλλά και τον λαό που δεν είχε γιατρούς”. Η ωραιότητα δεν είναι στον βαθμό, αλλά στην απλότητα.

Τα παιδιά τα καπελώνουμε με την λάθος έννοια του “να είσαι ο πρώτος”.

Το είχα βιώσει κι εγώ γι’ αυτό με στείλανε να σπουδάσω. Μου έχουν πει διάφορα στο θέατρο, όπως “θα πάω στο σπίτι να μάθω κι άλλα, με την μαμά μου”. Μου άρεσε όταν σε μια παράσταση ένα παιδάκι μιλούσε με την μητέρα του, σχολίαζε το έργο. Τους άκουγα, δεν είχα ενοχληθεί, μου άρεσε σαν διαδικασία. Κι ένα παιδάκι τις προάλλες, που ήταν τελείως προσηλωμένο. Του έκαναν δώρο οι γονείς του ένα βιβλίο από την παράσταση, το “Ο Τσε Μιλάει Στους Νέους”. Πάντως, γενικά εδώ στην Ελλάδα ο Τσε επισκιάζεται και από τον Άρη Βελουχιώτη.

Λες; Πάντως δεν θα δεις ποτέ τον Άρη σε μπλουζάκια νομίζω!

Ναι, γιατί ο Τσε είναι διεθνές σύμβολο, έχει βγει σε βότκα, σε διάφορα.

Σε κοιτούσα στα μάτια και του φέρνεις λίγο.

Μπορεί να ήταν Κύπριος ο Τσε. Έχουν το αραβικό στοιχείο εκεί, από τους Ισπανούς κατακτητές.

Από τα πολιτικά έργα που έχεις παίξει, θα μπορούσες να πεις ότι αυτό ήταν το πιο δυνατό για σένα;

Μέχρι στιγμής, ναι, αλλά ο στόχος που το έγραψα δεν ήταν τόσο γι’ αυτό. Το έργο αυτό προέκυψε στην πορεία. Είχα τελειώσει κάποιο έργο, αλλά όντας νομάς, άρχισα να διαβάζω την βιογραφία, ταυτίστηκα και προσωπικά και είπα θα το γράψω για να αναδείξω τον Κύπριο ήρωα του Μεσαίωνα που είναι παντελώς άγνωστος, ο Ρε Αλέξης, ο Καπετάνιος Αλέξης. Αλλά η ζωή τα φέρνει αλλιώτικα, ρέουν τα γεγονότα.

Ναι, και όταν ρέουν πρέπει να τα ακολουθείς. Πες μου, πόσο εύκολο είναι να είσαι ο Βασίλης που κυκλοφορεί στον δρόμο με το τζιν του, την μηχανή του, μετά μπαίνει στο θέατρο, γίνεται ο Τσε, και μετά την συγκλονιστική εμπειρία του “να είσαι αυτός”, πρέπει να ξαναβγείς στον δρόμο ως Βασίλης; Πώς γίνεται αυτό;

Το πριν είναι εύκολο. Το μετά με δυσκολεύει. Θα ήθελα να το απολαύσω λίγο παραπάνω, να καθίσω έτσι, να ξεκουραστώ, να πιω ένα ρούμι παραπάνω, αλλά δεν μπορώ, γιατί η πραγματικότητα σε γειώνει. Αν δεν σε γειώσει θα απολυθείς. Αν το μυαλό σου είναι εκεί, στην Κούβα π.χ., θα χάσεις την δουλειά σου.

Αυτό είναι το παράδοξο του ηθοποιού, είτε παίξεις τον Τσε, είτε παίξεις τον Ληρ του Σαίξπηρ, όταν η αυλαία κλείσει θα πρέπει να είσαι ο Βασίλης. Το θέμα είναι, τί μένει από τον Τσε σε σένα; Τώρα, που μιλάμε και πίνουμε τον καφέ μας; τί κουβαλάς από αυτόν; Και τί θα κουβαλάς αύριο, που θα τελειώσουν οι παραστάσεις;

Μια φίλη μου λέει, “πρέπει να πάρεις τα στοιχεία της προσωπικής του ζωής τοις μετρητοίς”. Είναι άνθρωπος κι αυτός, δεν είναι θεός, έχει κάνει λάθη. Γενικότερα αυτό που είχε κρατήσει ήταν η κομμουνιστική ηθική, σε όλα, από το πιο απλό στο πιο σύνθετο. Αυτό που μου έχει μείνει εμένα από τον Τσε, είναι ότι θέλω να γίνω καλύτερος άνθρωπος, πιο συλλογικοποιημένος, πιο οργανωμένος, να προοδεύσω σαν άνθρωπος, να μάθω μια γλώσσα, αλλά άπταιστα – να προσφέρω μέσω του έργου μου, σε πολύ περισσότερο κόσμο, όσο μπορώ. Να γίνει η παράσταση κέντρο αλληλεγγύης, και το έχω κάνει αυτό κάποιες φορές. Να γίνω καλύτερος ηθικά, πολιτικά – είναι ο στόχος του έργου. Αν πρέπει να κάτσω να γράψω, άρα θα πρέπει να κάτσω να διαβάσω, επομένως ο στόχος είναι να μορφωθώ, μια όμορφη διαδικασία. Μια καθολική διαδικασία και υπεύθυνη, γιατί είναι δύσκολο να γράψεις ένα έργο για τον Γκεβάρα, και να παιχτεί κιόλας, και να προσεγγίσει σε μεγάλο βαθμό το πώς θα τα έλεγε ο ίδιος. Λέει “εγώ θα ζούσα – είχαν φτάσει 6 σύντροφοί μου έξω από το φαράγγι, στο σχολείο που με είχανε κλεισμένο – θα ζούσα. Όμως επειδή πέθανα με κάνανε βρακί, στάμπα, μπλούζα, βότκα… Όμως τα ξέρω εγώ αυτά, ότι έγινα έτσι, και πως κερδίσανε στην πλάτη μου, πως χαρήκανε στην πλάτη μου”. Μην ξεχνάμε ότι ο Γκεβάρα δεν δίστασε να κάνει κριτική μέσω του ΟΗΕ στην ΕΣΣΔ. Ήταν ένας άνθρωπος φιλαλήθης, και όπως έγραφε στα γράμματα προς τους γονείς του “ακολουθώ τις πεποιθήσεις μου κατά γράμμα”. Είναι θαυμαστό αυτό. “Ο καλύτερος τρόπος για να πεις κάτι, είναι να το κάνεις”, είχε πει.

Πώς μπορείς να πείσεις τον κόσμο να σκεφτεί συλλογικά σήμερα, που βλέπεις στα πιο απλά πράγματα να υπερτερεί το ατομικό; από το πώς παρκάρει κάποιος, από το πώς προσπερνά κάποιον για να του πάρει την σειρά, μέχρι τις τιμές του σούπερ μάρκετ που ανεβαίνουν σε προϊόντα που σήμερα είναι εκτός “καλαθιού νοικοκυριού” π.χ.;

Δεν υπάρχει συλλογική ευθύνη του κράτους, δεν διδάσκεται τίποτα στα σχολεία.

Πρέπει να φτάσει το μαχαίρι στο κόκκαλο για να σκεφτούμε συλλογικά; Ή είναι τελικά οι μονάδες που σκέφτονται συλλογικά μόνο;

Πρέπει αρχικά να βγούμε από το κουτί, και δεν είναι εύκολο. Από την μια έχεις μια οθόνη που παίζει 24 ώρες την μέρα, από την άλλη μεριά το κινητό σου, αυτός ο μεταμοντέρνος τρόπος ζωής, γιατί είναι πιο δύσκολο να διαβάσεις ένα βιβλίο και να εξυψώσεις την φαντασία σου και την κριτική σκέψη. Βέβαια οι πρωτοπορίες είναι αυτές που μπαίνουν μπροστά, οι μονάδες. Αυτοί θα τραβήξουν μια μεγάλη μερίδα του κόσμου. Αυτή είναι η αλήθεια. Ο Γκεβάρα λέει “η επανάσταση έχει σημασία, κάθε μονάδα μόνη της δεν αξίζει τίποτα”. Συλλογικά είναι όλα, ακόμη και το να δεις θέατρο είναι μια συλλογική πράξη. Ο Γιώργος Σκούρτης λέει κάπου “οι δυο μας σηκώνουμε ευκολότερα την πέτρα”. Το παράδειγμα θα βοηθήσει τις μάζες να κινηθούν. Θα γίνει το παράδειγμα των νικών που θα δώσουν το κουράγιο. Γι’ αυτό και ο Τσε είναι ο ήρωάς μας, γιατί έφερε μια νίκη, ένα παράδειγμα. Εγώ έχω το παράδειγμα του Τάσου Μάρκου, ήταν θείος μου, αλλά δεν κατόρθωσε τελικά με τις λιγοστές του δυνάμεις να αποτρέψει την εισβολή, δεν υπήρξε νίκη. Για να πάρουμε οξυγόνο στα πνευμόνια μας, χρειαζόμαστε νίκη. Πρέπει να γυρίσουμε στους κλασσικούς. Να πάρουμε παράδειγμα. Γιατί με το κινητό όλοι, έχουμε καταντήσει ένας παγκόσμιος λαός σε οσφυιοκαμπτική θέση. Αν αφήσεις αυτή την θέση και αρχίζεις να κοιτάζεις ψηλά, γίνεσαι άνθρωπος (θρώσκεις άνω). Αυτό είναι το θέμα. Αποκτάς αξιοπρέπεια, περηφάνεια. Θέλει νίκες και επαναφορά στο χαρτί, στο βιβλίο, και στους κλασσικούς. Η μεταμοντέρνα εποχή είναι τέτοια και ο πολιτισμός που παράγει είναι τέτοιος. Δυσκολεύεσαι πια να παρακολουθήσεις ένα έργο με αρχή, μέση και τέλος, όλα είναι χαωτικά.

Πες μου για τους χαρακτήρες του έργου σου, πέρα από τον ίδιο τον Τσε.

Θεωρώ ότι ο άνθρωπος που ήταν ο μεγαλύτερος παράγοντας στο να τον ορίσει, ήταν η μητέρα του. Μέσα από τα διαβάσματα που έκανα, τα γράμματα που έστελνε και μάλιστα σε δύσκολες στιγμές, ήταν στην μητέρα του, που μεγάλωσε σε ριζοσπαστική οικογένεια με μια απελευθερωμένη στάση ζωής. Κάπνιζε, έκοβε τα μαλλιά της α-λα-γκαρσόν, ήταν αριστερή, ήταν στην ουσία αυτή που μύησε τον Τσε σε έναν τρόπο σκέψης. Έχει πολύ όμορφα και τρυφερά συναισθήματα για την μητέρα του, θα το δεις και στο έργο αυτό. “Μάνα, μάνα, γριά μου, μάνα”… και έχει μείνει σε εμένα αυτή η αίσθηση, το γεγονός ότι δεν κατάφερε να την αποχαιρετήσει, να την κηδέψει, να πάει στο σπίτι του να την χαιρετήσει. Στο έργο υπάρχει ένα κάδρο της μητέρας του, στο οποίο μιλάει πολύ. Είναι το πρόσωπο το οποίο τον έχει ορίσει και χαρακτηρίσει. Ένα είναι αυτό. Μετά ήταν ο μεγαλύτερος φίλος του, ο Αλμπέρτο Γρανάδο, γνωστός από τα Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας. Μικρά στιγμιότυπα στο έργο.

Μια σχέση εμπιστοσύνης;

Εμπιστοσύνης, αγάπης, αλληλεγγύης…

Μια άγκυρα.

Ναι, μια άγκυρα, και με πολλά ανέκδοτα στοιχεία, που όταν τα διάβαζα, γελούσα. Μετά, υπήρχαν δύο τύποι που δεν τους χώνευε. Ο ένας στην Γουατεμάλα, ο Ρόχο, που ήταν μετριοπαθής, αλλά λέει “ευτυχώς που ήταν ο Ρόχο και γνώρισα την πρώτη μου γυναίκα”, την Ίλδα Γκαδέα, που ήταν Ινδιάνα. Πιστεύω, μετά, ο μεγάλος του ανεκπλήρωτος έρωτας η Τσιτσίνα, η Φερέϊρα, που με αυτήν κατάλαβε ότι και ο έρωτας ήταν ταξικός. Έλεγε “δεν με θέλανε” και κατάλαβε ότι όλα είναι έτσι. Και βεβαίως η Αλέϊδα, “ένας έρωτας βασισμένος στην διαλεκτική, στην φωτιά του αγώνα και στην πυρκαγιά των ματιών μας”, την οποία την γνώρτισε στην Σάντα Κλάρα. Έχω αστεία στιγμιότυπα στο έργο για το πώς γνωρίστηκαν. Και ο Ραούλ τέλος, και ο Φιντέλ που τον στιγμάτισε εντελώς πολιτικά, και μετά ο Τσε ο ριζοσπάστης ζύμωσε τον Φιντέλ. Μια σχέση αλληλοζύμωσης και αλληλεπίδρασης.

Ο σκηνοθέτης πώς πήρε όλο αυτό το παζλ και κατάφερε να το οριοθετήσει στα όρια μιας παράστασης;

Μιας παράστασης που έχει τρία αντικείμενα μόνο: ένα τραπέζι, ένα μπαούλο και μια καρέκλα. Και δυο κάδρα. Ο Γιάννης Σταματίου έχει το μότο “η ωραιότητα στην απλότητα”. “Μια παράσταση που θα την πάρω με ένα μπαούλο και θα την πάω να παίξει παντού”, είπε. Πήρε το απόσταγμα, κατάλαβε τί θέλω να κάνω, είναι ένας άνθρωπος ευφυής. Είναι απλό, έξυπνο και ωραίο ως προς την δομή. Είπε “δεν είσαι αυτός, πρόσεξε”. Είπε, “πρέπει να συγκινήσουμε, δεν έχουμε από πίσω μια αποθήκη με όπλα να ξεσηκώσουμε τον κόσμο, πρέπει να συγκινήσουμε”. Και το κατάλαβα αυτό τις προάλλες όταν και εγώ ο ίδιος έβαλα τα κλάματα ενώ έγραφα τα γράμματα στον Φιντέλ και στα παιδιά – ο λόγος είναι πολύ συγκινητικός. Γιατί ο Γκεβάρα δεν ήταν μόνο γιατρός, ήταν και ποιητής, ήταν και πολλά άλλα πράγματα. Όπως έλεγε ο Μαρξ, “ο άνθρωπος δεν είναι μονόχνωτος, είναι πολυσχιδείς οι άνθρωποι”. Ο Τσε ήταν και λίγο τζογαδόρος με την ζωή του, γιατί ακολουθούσε πιστά τις πεποιθήσεις του, αυτό που πίστευε αυτό έκανε. Οι Αργεντίνοι έχουν και το άλλο: “όλα είναι για να τα μοιραστούμε – όλοι για όλους, και για εμάς τίποτα”. Και αυτός το έκανε πράξη ζωής.

Είναι πολύ νωρίς να σε ρωτήσω τί σκέφτεσαι να κάνεις μετά;

Κάτι έχω στο μυαλό μου, λατινοαμερικάνικα πάντως, γιατί πλέον εκεί πάω.

Άρα ο Τσε ήταν εισιτήριο διαρκείας.

Το ένα φέρνει το άλλο, γιατί ο λατινοαμερικάνικος λαός είναι λαός παθιασμένος και δύσκολα βάζει το κεφάλι κάτω.

Να σου πω, η εμπειρία μου με τους αυτόχθονες κατοίκους του Περού δεν ήταν ακριβώς αυτή. Είδα ανθρώπους να ζουν χωρίς τα απαραίτητα αναγκαία πάντα, όπως π.χ. ιατρική περίθαλψη ή τρεχούμενο νερό στις απομακρυσμένες κοινότητές τους, αλλά δεν είδα να τους κινητοποιεί ιδιαίτερα αυτό. Ρώτησα λοιπόν έναν καθηγητή ανθρωπολόγο στην χώρα “τί χρειάζονται αυτοί άνθρωποι, τί θέλουν”; και μου είπε “πρέπει να ξαναθυμηθούν την δύναμή τους – το αντίθετο από αυτό που χρειάζεστε εσείς στην Ελλάδα. Εσείς πρέπει να αφήσετε λίγο το παρελθόν που το έχετε γραπώσει και δεν σας αφήνει να συμβαδίσετε με το Σήμερα. Εμείς εδώ χρειάζεται να θυμηθούμε την δύναμή μας”.

Το είπε και ο Τσε αυτό, όταν πήγε στο Μάτσου Πίκτσου: “λαέ της Νοτίου Αμερικής, ανακτήστε και πάλι το παρελθόν σας”.

Θέλεις να στείλεις ένα μήνυμα στους αναγνώστες της εφημερίδας μας;

Έχω μάθει ότι έχουν ξαναφτιαχτεί κάποια σωματεία στις ΗΠΑ, χρειάζεται οργάνωση. Σε ό,τι αφορά τους Έλληνες, χρειάζεται επιστροφή στις κλασσικές αξίες, να βάλουμε αυτό μπροστά μας, την αρχαία ελληνική γραμματεία, το κλασσικό θέατρο – μη μένουμε μόνο στον Ζορμπά και στο σουβλάκι. Και να μην έχουμε καμμία εμπιστοσύνη ούτε στον ένα, ούτε στον άλλο. Δεν τα λέω εγώ, ο Καβάφης π.χ. τα λέει στο “περιμένοντας τους βαρβάρους”. Ας μην περιμένουμε κανέναν βάρβαρο να μας βοηθήσει. Ο Τσε έλεγε: “Ο άνθρωπος μόνος απελευθερώνει τον εαυτό του. Δεν είμαι σωτήρας, δεν είμαι Χριστός, αλλά έχω ένα μεγάλο απόθεμα αγάπης”. Αυτό πρέπει να καλλιεργούμε για τον συνάνθρωπό μας, είτε είναι κίτρινος, είτε είναι κόκκινος, είτε είναι μαύρος. Αυτό.

Θέλω να κλείσεις με την φράση του Τσε που σε ενέπνευσε για το έργο.

Las ideas no mueren. Οι ιδέες δεν πεθαίνουν.

 

 

Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.

Ακολουθήστε μας στο Facebook @grnewsradiofl

Ακολουθήστε μας στο Twitter @grnewsradiofl

 

Copyright 2021 Businessrise Group.  All rights reserved. Απαγορεύται ρητώς η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή ή αναδιανομή μέρους ή όλου του υλικού του ιστοχώρου χωρίς τις κάτωθι προυποθέσεις: Θα υπάρχει ενεργός σύνδεσμος προς το άρθρο ή την σελίδα. Ο ενεργός σύνδεσμος θα πρέπει να είναι do follow Όταν τα κείμενα υπογράφονται από συντάκτες, τότε θα πρέπει να περιλαμβάνεται το όνομα του συντάκτη και ο ενεργός σύνδεσμος που οδηγεί στο προφίλ του Το κείμενο δεν πρέπει να αλλοιώνεται σε καμία περίπτωση ή αν αυτό κρίνεται απαραίτητο να συμβεί, τότε θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο στον αναγνώστη ποιο είναι το πρωτότυπο κείμενο και ποιες είναι οι προσθήκες ή οι αλλαγές. αν δεν πληρούνται αυτές οι προυποθέσεις, τότε το νομικό τμήμα μας θα προβεί σε καταγγελία DMCA, χωρίς ειδοποίηση, και θα προβεί σε όλες τις απαιτούμενες νομικές ενέργειες.

Άλλα Άρθρα

Τελευταία Άρθρα

Σχολιασμός Επικαιρότητας

Ενδιαφέροντα Θέματα

Πρωτοσέλιδα Εφημερίδων


Συμβουλές Μαγειρικής

International sounds DJ Entertainment

Pin It on Pinterest

Share This