ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Είπαν Οι Φίλοι

December 9, 2022

EnglishGreek
greek-news-and-Radio-FL-logo

Η Ελληνική εφημερίδα και το Ελληνικό Ραδιόφωνο της Florida
The Greek Newspaper and the Greek Radio of Florida

EnglishGreek

Σε εκείνους που σκέπτονται πως η Ελλάδα σήμερα δεν έχει καμία σημασία ας μου επιτραπεί να πω ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν μεγαλύτερο λάθος. Η σημερινή, όπως και η παλιά Ελλάδα, έχει υψίστη σημασία για οποιονδήποτε ψάχνει να βρει τον εαυτό του.

Χένρυ Μίλλερ, 1891-1980, Αμερικανός συγγραφέας

greek-news-and-Radio-FL-logo
EnglishGreek
Μικρασιατική Καταστροφή

Μικρασιατική Καταστροφή 2ο Mέρος

11 Feb, 2022

Δεν υπάρχει πιο αλγεινό, βασανιστικό και σύνθετο ερώτημα στην πρόσφατη ελληνική ιστορία από το πως και γιατί φθάσαμε στη Μικρασιατική Καταστροφή.

Ήταν αναπόφευκτο αυτό το δραματικό τέλος; Υπήρξαν υπεύθυνοι του δράματος; Έγιναν λάθη που μπορούσαν να αποφευχθούν; Η ιστορική έρευνα αναζήτησε ευθύνες σε πολιτικά πρόσωπα και στην στρατιωτική ηγεσία εντοπίζοντας τραγικά λάθη, αστοχίες, αβέλτερες ενέργειες που, αν αποφεύγονταν, η εξέλιξη των πραγμάτων θα ήταν, χωρίς αμφιβολία, διαφορετική και, οπωσδήποτε, όχι τραγική. Ευθύνες και λάθη μπορούν να συνοψιστούν, εν συντομία, ως εξής:

1) Ευθύνη έχει ο Ε. Βενιζέλος. Πολλοί εκ των υστέρων του καταμαρτύρησαν ότι δεν έπρεπε να αναλάβει ένα τόσο τολμηρό και δυσέφικτο εγχείρημα. Ο Βενιζέλος, όμως, ήταν ο εκφραστής μιας ιστορικής στιγμής που η αποκατάσταση των εθνοτήτων και το δικαίωμα της αυτοδιάθεσής τους είχε προβληθεί ως αρχή για τη διευθέτηση όλων των αδικιών της ιστορίας σε βάρος των μειονοτήτων. Ήταν ειλικρινής όταν μιλούσε για συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς στη Μικρασία, ενώ περιόριζε τις επιδιώξεις του σε μια ζώνη, που προσδιορίστηκε με τη συνθήκη των Σεβρών, πέραν της οποίας δεν εννοούσε να προχωρήσει. Την ίδια περίοδο Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσοι (ως το 1917) και Ιταλοί κατακερμάτιζαν τη Μικρασία χωρίς να διαθέτουν εθνολογική βάση. Απέναντι σε αυτούς μόνοι οι Έλληνες μπορούσαν να μιλούν για εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνων που από αιώνες είχαν πατρίδα τους την Ιωνία. Η οικονομική, από την άλλη μεριά, ενοποίηση των δύο ακτών του Αιγαίου εξυπηρετούσε τις επιδιώξεις της ελληνικής αστικής τάξης, δεν ήταν, όμως, καθοριστική για τη σύμπραξη των λαϊκών τάξεων, οι οποίες υπήρξαν ευάλωτες στη ρητορική πολιτικών που αντιτίθεντο στα οράματα του Βενιζέλου.
Μετά τον διπλωματικό του θρίαμβο με την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών ο Βενιζέλος προκήρυξε εκλογές, θεωρώντας ότι θα καταγάγει μεγάλη νίκη. Εξάλλου, είχε λήξει η θητεία της βουλής των «Λαζάρων» και ήταν υποχρεωμένος να κάνει εκλογές, γιατί τον πίεζε η αντιπολίτευση, τον δέσμευε το Σύνταγμα, είχε υποσχεθεί ότι θα προχωρήσει σε εκλογές μόλις θα υπογραφόταν η Συνθήκη και γιατί χρειαζόταν ανανέωση της λαϊκής εντολής, για να μπορεί να ομιλεί ισότιμα με τους συναδέλφους του στην Αντάντ. Παρά τη διορατικότητά του, ο πολύπειρος πολιτικός διαψεύσθηκε από το αποτέλεσμα των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου 1920. Το αισθητήριό του τον πρόδωσε. Ο λαός έχει κουραστεί από τους συνεχείς πολέμους. Ο Στρατός πολεμούσε, σχεδόν, ανελλιπώς από το 1897. Ελληνοτουρκικός Πόλεμος, Μακεδονικός Αγώνας, Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος, Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και τώρα Μικρασιατική Εκστρατεία.
Πολλοί ιστορικοί του καταμαρτυρούν, επίσης, ότι προσέφυγε, επί τούτου, στις κάλπες διότι κατενόησε το ανέφικτο της πραγμάτωσης ενός τέτοιου μεγαλεπήβολου σχεδίου και την ολέθρια κατάληξή του. Έωλο, χωρίς αμφιβολία, επιχείρημα, δεδομένου του χαρακτήρα και του πολιτικού παρελθόντος του ανδρός.
Απόψεις, επίσης, ότι οι εκλογές ήταν σχέδιο των Συμμάχων οι οποίοι, προβλέποντας την εκλογική αποτυχία του Βενιζέλου, τον παρέσυραν σε εκλογές προκειμένου να άρουν την υποστήριξή τους στην Ελλάδα – αφού ήταν γνωστή η θέση των αντιβενιζελικών για επαναφορά του βασιλιά Κωνσταντίνου – στερείται σοβαρότητας.
Η απόφαση, εξάλλου, των μετανοεμβριανών κυβερνήσεων να αγνοήσουν τις συστάσεις των συμμάχων και να επαναφέρουν τον βασιλιά στην Ελλάδα αποτέλεσε βαθιά ρήξη με τη φιλοσοφία του Βενιζέλου, ως προς τη διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής. Ο κρητικός ηγέτης, διαθέτοντας την εμπειρία του 1897, ήταν πεπεισμένος ότι η Ελλάδα δεν θα μπορούσε ποτέ να αναμετρηθεί πολεμικά με έναν υπέρτερο αριθμητικά εχθρό, όπως η Τουρκία, χωρίς συμμάχους. Σε όλους του πολέμους που η Ελλάδα ενεπλάκη τη δεκαετία 1910-1920 ο Βενιζέλος θεωρούσε αναγκαία προϋπόθεση την ένταξη της χώρας σε ένα σύστημα συμμαχιών. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι δεν συμμερίζονταν την ίδια αντίληψη. Ακολούθησαν την τακτική του στρουθοκαμηλισμού. Ο Βενιζέλος μετά το δημοψήφισμα προέβλεψε με ακρίβεια: «…αι καταστροφαί θα ακολουθήσουν αμέσως. Η Μικρασιατική Ελλάς θα σβήση και ευτυχείς θα είμεθα εάν τουλάχιστον η περιφέρεια της Σμύρνης λάβη μορφήν τινά διεθνή δια να αποσοβηθή ο κίνδυνος ο άφευκτος της εξοντώσεως του εν αυτή ημίσεος περίπου εκατομμυρίου ομογενών, όστις θα επακολουθήσει την τυχόν επαναφοράν εν αυτή τουρκικής διοικήσεως». Σε επιστολές του δε προς τον στρατηγό Π. Δαγκλήν το Ιούλιο και Αύγουστο του 1921 αναρωτήθηκε: «ήτο δυνατόν να διανοηθώ εγώ την διεξαγωγήν πολέμου προς την Τουρκίαν, χωρίς την υποστήριξη των συμμάχων μας και δη εν αντιθέσει προς αυτούς;». Ο Βενιζέλος ήταν πεπεισμένος ότι η απώλεια της «Μικρασιατικής Ελλάδος» ήταν το τίμημα που θα πλήρωνε η χώρα «διότι παρά την διακοίνωσιν των Δυνάμεων» οι αντίπαλοί του «επανέφερον τον Κωνσταντίνον», ανατρέποντας τη Συνθήκη των Σεβρών.
Θα πρέπει, επίσης, να αναφερθεί ότι ο Βενιζέλος, αν και αυτοεξόριστος στο Παρίσι, θορυβημένος όχι τόσο από τη μερική μόνο επιτυχία των επιχειρήσεων του Δεκεμβρίου του 1921, όσο από την αντικατάσταση της ηγεσίας του ελληνικού στρατού, τη συνεχιζόμενη απομόνωση της Ελλάδας και τις γαλλο-ιταλικές προσπάθειες για τη ριζική αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών, πρότεινε στους βουλευτές του κόμματός του να στηρίξουν την όποια αντιβενιζελική κυβέρνηση, με αντάλλαγμα την παραίτηση του Κωνσταντίνου από τον θρόνο υπέρ του Γεωργίου. Γνωρίζοντας ότι μια τέτοια πρόταση δεν θα είχε πολλές πιθανότητες αποδοχής υποστήριξε ότι, δεδομένων των δύσκολων συνθηκών που είχε να αντιμετωπίσει η Ελλάδα, συμφερότερη κίνηση θα ήταν η σύμπτυξη του μετώπου σε μια περιφέρεια γύρω από τη Σμύρνη μεγαλύτερη από εκείνη της αρχικής ελληνικής ζώνης. Η σύμπτυξη αυτή θα περιόριζε το οικονομικό βάρος για τη χώρα, θα απαιτούσε λιγότερους ενόπλους για την άμυνά της, με αποτέλεσμα την απόλυση από το στράτευμα προηγούμενων κλάσεων του 1920 που υπηρετούσαν στον ελληνικό στρατό. Το Κωνσταντινικό καθεστώς, παρωθούμενο από συμπλέγματα κατωτερότητας έναντι του Βενιζέλου, απέρριψε, συλλήβδην, τις προτάσεις. Αποδοχή τους θα σήμαινε αναγνώριση της αποτυχίας του στη διαχείριση του Μικρασιατικού.
Μετά την εκλογική ήττα του εμπνευστή της μεγάλης εθνικής εξόρμησης και την αποχώρησή του από την πολιτική σκηνή, η εξουσία πέρασε, δυστυχώς, σε προσωπικότητες μειωμένων ικανοτήτων και διεθνούς αναγνώρισης. Αν ο ίδιος διαχειριζόταν την εξουσία και είχε την ευθύνη της υλοποίησης των σχεδίων του, πιθανότητα, η εξέλιξη να ήταν διαφορετική ή, τουλάχιστον, όχι τόσο καταστροφική.
2) Η επάνοδος του βασιλιά Κωνσταντίνου και η διεθνής απομόνωση. Μετά την εκλογική νίκη της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης επί του Βενιζέλου ακολουθεί το νόθο δημοψήφισμα της 22ας Νοεμβρίου/5 Δεκεμβρίου 1920, με το οποίο ο βασιλιάς επανήλθε στη χώρα, παρά τη δήλωση Αγγλίας, Γαλλίας και Ιταλίας, ότι η επαναφορά θα προκαλούσε «νέα δυσμενή κατάσταση όσον αφορά τις μεταξύ των Συμμάχων και της Ελλάδος σχέσεις». Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ήταν ανεπιθύμητος στους Συμμάχους, οι οποίοι θεωρούσαν ότι µε την ουδέτερη στάση που τήρησε, όταν ξεκίνησε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ουσιαστικά ενίσχυσε τα αντίπαλα γερμανικά στρατεύματα. Άρχισαν να επανεξετάζουν την παραχώρηση τόσων προνομίων στην Ελλάδα µε τη Συνθήκη των Σεβρών, τη στιγμή που στην Τουρκία το εθνικιστικό κίνημα υπό τον Κεµάλ συνεχώς γιγαντωνόταν, ζητώντας αναθεώρηση της Συνθήκης και αποκτώντας ερείσματα στις Μεγάλες Δυνάμεις.
Στην εφημερίδα «Times» του Λονδίνου θα δημοσιευθεί στις 17 Νοεμβρίου 1920 ένα αποκαλυπτικό άρθρο για τη στάση των Μεγάλων Δυνάμεων στο οποίο δεν δόθηκε η δέουσα σημασία από την ελληνική κυβέρνηση. Έγραφε χαρακτηριστικά: «Οι ψηφοφόροι της παλιάς Ελλάδας και της δυτικής Μακεδονίας απέπεμψαν από την εξουσία τον μεγάλο πολιτικό και πατριώτη που τους ανύψωσε από την κατάσταση της αδυναμίας και της επαπειλούμενης διάλυσης, στην οποία τους βρήκε, σχεδόν στη θέση μιας Μεγάλης Δυνάμεως. ∆εν μπορούμε να θυμηθούμε από την εποχή του Αριστείδη πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα λαϊκής αγνωμοσύνης ή λαϊκής αφροσύνης. […] Η Αγγλία και η Γαλλία σε κάθε περίπτωση δεν θα έχουν καμία σχέση µε τον επαναθρονισµένο Κωνσταντίνο […] Θα αρνηθούν οπωσδήποτε την ελάχιστη βοήθεια, σχέση ή υποστήριξη, πολιτική ή οικονομική, στον Γερμανό πράκτορα στον θρόνο των Αθηνών, ή σε έναν λαό που είναι ικανός να υποβάλει εαυτόν στη διοίκησή του».
Αν και οι πολιτικοί ηγέτες που διαδέχθηκαν τον Ελ. Βενιζέλο στην εξουσία προσέφυγαν στους ομολόγους τους των συμμάχων χωρών για την υποστήριξη των συμφερόντων της χώρας, για τον εξευμενισμό τους σχετικά με την επάνοδο του βασιλιά και για τη συμπαράστασή τους στη Μικρασιατική Εκστρατεία, τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά. Η ελληνική παρουσία εκτός Ελλάδος είχε άλλη βαρύτητα στο πρόσωπο του Ελ. Βενιζέλου και άλλη στου Δ. Γούναρη ή και οποιουδήποτε άλλου για τη συγκεκριμένη εποχή. Προφανώς, οι Σύμμαχοι, μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, θεώρησαν ότι είχαν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους προς τον Ελ. Βενιζέλο και απαλλάσσονταν οιασδήποτε δέσμευσης στους διαδόχους του.
3) Το κλίμα έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης και η κομματικοποίηση του στρατεύματος. Τα πολιτικά πάθη και το αβυσσαλέο μίσος που δημιουργήθηκε μεταξύ της βενιζελικής και αντιβενιζελικής παράταξης οδήγησαν στη διάσπαση του κράτους, με τη λειτουργία δύο Κυβερνήσεων (1916), των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης, της δεύτερης γνωστής ως Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης υπό τον Ελ. Βενιζέλο. Αποτέλεσμα του διχαστικού κλίματος ήταν η δολοφονική απόπειρα κατά του Ελ. Βενιζέλου, αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών και η δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη στην Αθήνα. Η οξύτατη αυτή αντιπαράθεση είχε την αντανάκλασή της και στο στράτευμα, αλλά και στους πολιτικούς ηγέτες, γεγονός που δεν τους επέτρεπε να αντιληφθούν το εθνικό συμφέρον, παρασυρόμενοι και αυτοί, είτε από προσωπικές εμπάθειες, είτε από τους φανατισμένους οπαδούς τους.
Η εκδίωξη των πολιτικά αντίθετων αξιωματικών και η τοποθέτηση πολιτικά προσκείμενων δημιούργησε τρομερή αναταραχή στο στράτευμα, μειώνοντας την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητά του. Στις 14 Μαΐου 1921, σε έκθεσή του προς τον υπουργό των Στρατιωτικών, ο φίλα προσκείμενος στην αντιβενιζελική κυβέρνηση, διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας αντιστράτηγος Α. Παπούλας αναφέρει: «Παραδόξως όμως, υπό του νέου καθεστώτος ήρξατο η αθρόα επαναφορά τούτων ανεξαιρέτως (δηλαδή, αποστρατευθέντων, και αποταχθέντων αξιωματικών) ως εάν ενεργείτο εκταφή και ανάστασις νεκρών». Με επαναφορά κομματικών φίλων και κλίμα αναταραχής ξεκινούσε η Στρατιά τις επιχειρήσεις του Μαρτίου του 1921.
4) Οι μετανοεμβριανές κυβερνήσεις, η πολιτική αστάθεια, αναποφασιστικότητα και αβελτηρία των πολιτικών ηγεσιών. Η κυβέρνηση της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης (αντιβενιζελικών) που προέκυψε από τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, χαρακτηριζόταν από έντονη αστάθεια και έλλειψη στρατηγικής. Σε όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησής της μέχρι την καταστροφή, αμφιταλαντευόταν μεταξύ της συνέχισης του πολέμου ή του τερματισμού του. Στη διετία (Νοέμβρης 1920 – Σεπτέμβρης 1922) εναλλάχθηκαν στην εξουσία έξι κυβερνήσεις (Δ. Ράλλη, Ν. Καλογερόπουλου, Δ. Γούναρη, Ν. Στράτου (επτά ημέρες), Ν. Πρωτοπαπαδάκη, Ν. Τριανταφυλλάκου), γεγονός που καταδεικνύει περίτρανα το μέγεθος της πολιτικής αστάθειας, σε μια στιγμή που η χώρα απαιτούσε σταθερότητα και σαφή προσανατολισμό. Καλείτο να λάβει σοβαρότατες αποφάσεις που θα επηρέαζαν το μέλλον της. Λογικό θα ήταν, από τη στιγμή που η νέα κυβέρνηση επέλεξε τη συνέχιση της εκστρατείας και τον εξαναγκασμό του Κεμάλ, προκειμένου να αποδεχθεί τους όρους της Συνθήκης των Σεβρών, να συνδράμει τη Στρατιά με όλα τα μέσα, επιστρατεύοντας νέες κλάσεις να επιδιώκοντας με κάθε μέσο την επίτευξη του σκοπού. Αντ’ αυτού, ο Δ. Γούναρης αρνήθηκε την εισήγηση του αρχηγού της Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού να εφοδιάσει τη Στρατιά με τα αναγκαία εφόδια και μέσα, μη αντιλαμβανόμενος την αναγκαιότητα των ενισχύσεων, αλλά και για να μην εμφανιστεί ανακόλουθος με τις προεκλογικές του υποσχέσεις περί διακοπής του πολέμου. Χάθηκε, έτσι, πολύτιμος χρόνος έξι μηνών (δύο προεκλογικοί μήνες, εορταστικά επινίκια, δημοψήφισμα και αδικαιολόγητη αναβλητικότητα), στη διάρκεια των οποίων ο Κεμάλ πέτυχε να ισχυροποιηθεί πολιτικά και, κυρίως, στρατιωτικά. Παράλληλα, η δεκαετής εμπλοκή της χώρας σε πολεμικές αναμετρήσεις την είχε εξαντλήσει οικονομικά, με αποτέλεσμα την ανεπαρκή χρηματοδότηση της πολεμικής προσπάθειας. Η επιβολή νέων φόρων και η διχοτόμηση του χαρτονομίσματος (1922) δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Καθοριστικός παράγοντας της καταστροφικής πολιτικής που ακολούθησαν οι μετανοεμβριανοί πολιτικοί ήταν και η μειονεκτική στάση τους απέναντι στον Βενιζέλο και ο τρόμος για το ενδεχόμενο επανόδου του. Τους διακατείχε ο φόβος ότι τυχόν απαγκίστρωση, εκ μέρους τους, από τη Μικρά Ασία θα επέφερε μοιραία την πτώση τους και την επιστροφή του μισητού εχθρού. Ήθελαν να αποδείξουν σε όλους (ιδίως στη Μεγάλη Βρετανία) ότι θα τα καταφέρουν εξίσου καλά ή και καλύτερα από τον Βενιζέλο.
5) Η ανεπαρκής και ακατάλληλη στρατιωτική ηγεσία. Η αποτελεσματικότητα ενός στρατεύματος εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, βασικότατος εκ των οποίων είναι η επιτελική κατάρτιση ανώτερων αξιωματικών. Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 είχε αποδείξει την πλήρη ανεπάρκεια, σε επιτελικό επίπεδο, του ελληνικού στρατού. Το κενό αυτό τα επόμενα χρόνια επιχειρήθηκε να καλυφθεί με αποστολή αξιωματικών σε πολεμικές ακαδημίες της Γερμανίας και Γαλλίας. Το πολύτιμο αυτό δυναμικό που αποκτήθηκε, παρασύρθηκε στη δίνη του Διχασμού που ξέσπασε στη χώρα το 1915. Ένας πυρήνας 30 και πλέον, πλήρως εκπαιδευμένων αξιωματικών, που υπηρετούσαν μέχρι το τέλος του 1920 στο στράτευμα, κυριολεκτικά αποδεκατίστηκε μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους αντιβενιζελικούς. Πολλοί από αυτούς παραιτήθηκαν, άλλοι αποστρατεύθηκαν, μετατάχθηκαν σε υπηρεσίες των μετόπισθεν ή πολιτεύθηκαν, με αποτέλεσμα να παραμείνουν στο μέτωπο λιγότεροι από τους μισούς, όταν τα επιτελικά γραφεία του μετώπου απαιτούσαν, τουλάχιστον, 70 καλά εκπαιδευμένους επιτελικούς. Την ίδια στιγμή ο τουρκικός στρατός διέθετε πολυπληθέστερους διπλωματούχους επιτελείς. Με αυτές τις προϋποθέσεις σε υψηλόβαθμους αξιωματικούς ξεκίνησε η αντιπαράθεση με τον κεμαλικό στρατό. Οι πολεμικές επιχειρήσεις ξεκίνησαν τον Μάιο του 1920 όταν ο ελληνικός στρατός, με συμμαχική έγκριση κατέλαβε την ανατολική Θράκη. Τον Ιούνιο άρχισαν οι επιχειρήσεις προς το εσωτερικό της Μικρασίας με αρχιστράτηγο τον Λεωνίδα Παρασκευόπουλο, έναν ικανότατο και πολύπειρο στρατιωτικό ηγέτη, ο οποίος ηγήθηκε της προέλασης προς την Προύσα και το Ουσάκ. Μετά την ήττα του Βενιζέλου την αρχηγία της Στρατιάς της Μικρασίας ανέλαβε ο εγκάθειρκτος, μέχρι τότε, στις φυλακές Αβέρωφ Αναστάσιος Παπούλας, προσωπική επιλογή του Δ. Γούναρη. Ο Α. Παπούλας υπήρξε ανεπαρκής αντιστράτηγος. Στερείτο στρατιωτικής μόρφωσης και επιτελικής κατάρτισης, δεν κατανοούσε τα επιχειρησιακά ζητήματα και αδυνατούσε να λάβει αποφάσεις επ’ αυτών. Δεν είχε υποστεί εκπαίδευση ούτε καν υπαξιωματικού. Έχοντας καταταγεί ως εθελοντής στρατιώτης, κατά τη μακρά του παραμονή στο στράτευμα αναρριχήθηκε στην κορυφή της ιεραρχίας, ως αποτέλεσμα έκτακτων συνθηκών που επικράτησαν τότε. Στο άτομο αυτό, μολονότι γνώριζαν ότι ήταν τελείως αστοιχείωτο και ακατάλληλο, με μοναδικό προσόν την αντίθεσή του στον Βενιζέλο, ανατέθηκε η μεγαλύτερη στρατιά που παρέταξε μέχρι τότε η Ελλάδα, για εγχείρημα που απαιτούσε εξαιρετικές διοικητικές ικανότητες. Στον Α. Παπούλα οφείλονται οι ανεπιτυχείς ή αναποτελεσματικές επιχειρήσεις κατά του κεμαλικού στρατού τον Μάρτιο του 1921. Στις 2 Ιουλίου 1921 επιχείρησε επίθεση κατά της Κιουτάχειας, με σκοπό να εγκλωβίσει και να αιχμαλωτίσει τον κεμαλικό στρατό. Οι ελληνικές δυνάμεις κατόρθωσαν τον ένα εκ των δύο στόχων τους, την κατάληψη, δηλαδή, της γραμμής Εσκί Σεχίρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ. Δεν κατόρθωσαν, όμως, τον δεύτερο και ίσως βασικότερο, τον εγκλωβισμό και την συντριπτική ήττα του κεμαλικού στρατού. Οι Τούρκοι, αντιλαμβανόμενοι την ελληνική προσπάθεια, διέφυγαν ανατολικά, προς απογοήτευση της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας.
Μετά από αυτή την εξέλιξη κατέστη επιτακτική για το ελληνικό Γενικό Επιτελείο Στρατού η κατάληψη της Άγκυρας, ώστε να εξαρθρωθεί η κεμαλική αντίσταση. Στο Πολεμικό Συμβούλιο της Κιουτάχειας στις 15 Ιουλίου 1921 που έλαβαν μέρος ανώτατα στρατιωτικά και κυβερνητικά στελέχη υπό την προεδρία του βασιλιά Κωνσταντίνου, ο Α. Παπούλας, αν και διατύπωσε επιφυλάξεις, τελικά συντάχθηκε υπέρ της εκστρατείας. Στη συνέχεια ηγήθηκε της επιχείρησης προς την Άγκυρα, η αποτυχία της οποίας αποτέλεσε σημαντική καμπή για την πορεία του πολέμου και για το δικό του μέλλον.
Την πολιτική ηγεσία βαρύνει, όμως, μια ακόμη αποτυχημένη επιλογή στρατιωτικής ηγεσίας. Τον Μάϊο του 1922 ο Α. Παπούλας, επί κυβερνήσεως Πρωτοπαπαδάκη, αντικαθίσταται από τον αμφιλεγόμενο αντιστράτηγο Γ. Χατζανέστη, έναν άπειρο στρατιωτικό, καθώς για πολλά χρόνια απείχε από την ενεργό δράση, έχοντας εγκατασταθεί στην Ελβετία. Η φιλοβασιλική κυβέρνηση, όμως, ενέμεινε στην απόφασή της και ο νέος διοικητής εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη.
Εξαρχής, ο Χατζανέστης είχε στο μυαλό μία διαφορετική στρατηγική από εκείνη που ακολουθούνταν. Υποστήριζε ότι το μέτωπο έπρεπε να συμπτυχθεί σε μικρότερο μήκος, καθώς θεωρούσε σημαντικό μειονέκτημα την πολύ εκτεταμένη διάταξη του στρατεύματος. Παράλληλα, έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην οργάνωση της εκστρατείας της Κωνσταντινούπολης, ως αντιπερισπασμό. Απέσπασε μάλιστα 11 τάγματα πεζικού και 5 πυροβολαρχίες από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας για να τα στείλει στη Θράκη. Εκ των υστέρων απεδείχθη ότι η απόσπαση αυτών των δυνάμεων συνέβαλε στην ήττα του μικρασιατικού μετώπου.
Οι κινήσεις του έβρισκαν απέναντι μεγάλη μερίδα των Ελλήνων αξιωματικών, αλλά και τις Μεγάλες Δυνάμεις. Για πολλούς, ο Χατζανέστης αδυνατούσε να αντιληφθεί τις καταστάσεις, να κατανοήσει τις επιθετικές και οργανωτικές δυνατότητες του τουρκικού στρατού και να λάβει έγκαιρες και αποτελεσματικές αποφάσεις. Όταν τον Αύγουστο του 1922 ξεκίνησε η μεγάλη επίθεση των κεμαλικών δυνάμεων, ο Χατζανέστης βρισκόταν στην Σμύρνη, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Δεν είχε καθαρή εικόνα του τι συνέβαινε στο μέτωπο, καθώς μέχρι να φτάσουν οι ενημερώσεις, η κατάσταση άλλαζε συνεχώς. Ο Χατζανέστης αιφνιδιαζόταν διαρκώς, με αποτέλεσμα να στέλνει αντιφατικά μηνύματα στην Αθήνα, αλλά και να βγάζει διαταγές που δεν μπορούσαν να εκτελεστούν από́ τις μονάδες. Αρνούνταν να δεχθεί ότι το μέτωπο κατέρρεε και να εκδώσει έγκαιρη εντολή εκκένωσης της Μικράς Ασίας, για να σώσει τους άντρες του. Μέχρι και τις 22 Αυγούστου του 1922, που αποφασίστηκε η αντικατάστασή του, περιορίστηκε σε αψυχολόγητες κινήσεις και στη λήψη σπασμωδικών αποφάσεων. Η κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη που βρισκόταν, επίσης, σε πανικό αρχικά διόρισε στη θέση του Χατζανέστη τον διοικητή του Β΄ Σώματος Στρατού Νικόλαο Τρικούπη, αγνοώντας ότι ο στρατηγός Τρικούπης είχε πέσει ήδη στα χέρια των Τούρκων. Μόλις η ελληνική κυβέρνηση αντιλήφθηκε την «γκάφα» της, διόρισε στη θέση του αρχιστράτηγου τον Γεώργιο Πολυμενάκο. Ο Χατζανέστης κατά την αποχώρησή του από τη Μικρά Ασία στις 24 Αυγούστου του 1922 έστειλε τηλεγράφημα στο Υπουργείο Στρατιωτικών, προτείνοντας σχέδιο αντίστασης «επί της γραμμής του ορεινού περιβόλου της Σμύρνης» και ανέφερε ότι ο άμεσος κίνδυνος κατάληψης της πόλης είχε εκλείψει. Έξι μέρες αργότερα, η Σμύρνη είχε καεί ολοσχερώς. Ως αρχιστράτηγος, κατά την πιο κρίσιμη περίοδο της εκστρατείας, θεωρήθηκε ως ένας από τους κύριους υπαίτιους του ολέθρου.
6) Οι ευθύνες του βασιλιά και των μελών της οικογένειάς του. Η επαναφορά του Κωσταντίνου στην Ελλάδα με το νόθο δημοψήφισμα του Δεκεμβρίου 1920 αποτέλεσε το κόκκινο πανί για τις συμμαχικές δυνάμεις οι οποίες τον θεωρούσαν ως πράκτορα των Γερμανών. Ο Κωνσταντίνος θα μπορούσε τότε να παραιτηθεί υπέρ του γιου του Γεωργίου, στερώντας, έτσι, από τους Αγγλο-γάλλους την προσχηματική δικαιολογία της απροκάλυπτης εχθρότητας απέναντι στην Ελλάδα, κάτι το οποίο δεν έκανε. Από την άλλη μεριά, ο Γούναρης και η παράταξή του ήταν αποφασισμένοι να εκμεταλλευθούν το γόητρο του Κωνσταντίνου, δημιουργώντας την πλαστή εντύπωση ότι τάχα αναλάμβανε ξανά «αρχιστράτηγος» με το επιτελείο του των Βαλκανικών Πολέμων. Μάταια ο Ι. Μεταξάς τόνιζε ότι ο βαριά άρρωστος Κωνσταντίνος την περίοδο εκείνη δεν είναι σε θέση να διεξαγάγει αυτό το έργο, δεν μπορεί να ασκήσει διοίκηση. Ο Γούναρης ήταν αμετάπειστος: «Ο κόσμος βρίσκεται εν αγωνία και θέλει τον Βασιλέα επικεφαλής. […] Και ο Βασιλεύς πρέπει να τεθή επί κεφαλής. Εν ανάγκη, πρέπει και να θυσιασθή ο Βασιλεύς υπέρ του Έθνους». Ο Κωνσταντίνος, υπερασπιζόμενος τον θρόνο του και αγνοώντας το εθνικό συμφέρον, έγινε όργανο της Ηνωμένης αντιπολίτευσης. Περιφερόμενος σαν ζωντανό σύμβολο – αν όχι ως λείψανο – χρησίμεψε για να καλύψει με το κύρος του τη μοιραία απόφαση για την ολέθρια εξόρμηση προς την Άγκυρα, που πήρε το πολεμικό Συμβούλιο στην Κιουτάχεια στις 15 Ιουλίου 1921.
Η παρουσία, επίσης, στο Επιτελείο της Στρατιάς Μικρασίας, όλων των αρρένων μελών της βασιλικής οικογένειας καταλογίζεται στα σφάλματα της πολιτικής ηγεσίας που το επέτρεψε. Η αντίληψη ότι η παρουσία του βασιλιά και των βασιλοπαίδων θα τόνωνε το ηθικό του στρατεύματος απεδείχθη λανθασμένη. Για τους βενιζελικούς αξιωματικούς και οπλίτες που μάχονταν στην πρώτη γραμμή η παρουσία τους προκάλεσε οργή και παράγοντα που ενέτεινε το διχαστικό κλίμα. Είναι δε γνωστή και η απειθαρχία του βασιλόπαιδος Ανδρέα, ως Διοικητή του Β΄ Σώματος Στρατού στη μάχη του Σαγγάριου, που αποφάσισε – παρά την αντίθετη διαταγή του Παπούλα – να εγκαταλείψει τις θέσεις που κατείχε, να μην επιτεθεί στις τουρκικές δυνάμεις και να υποχωρήσει στο Σίβρι, καθώς θεώρησε τη διαταγή ανεφάρμοστη, ενέργεια για την οποία παραπέμφθηκε, αργότερα, σε δίκη.
7) Ευθύνες στρατηγικής και τακτικής της στρατιωτικής ηγεσίας. Η ηγεσία του στρατεύματος, πριν ξεκινήσουν οι επιχειρήσεις προς το εσωτερικό της Μικρασίας όφειλε να σταθμίσει τα όρια των στρατιωτικών δυνατοτήτων, τις δυσχέρειες του εγχειρήματος και με ρεαλισμό να εκθέσει την κατάσταση στην κυβέρνηση, υποδεικνύοντας τον πλέον πρόσφορο τρόπο δράσης. Αντ’ αυτού υποτιμώντας τον αντίπαλο και υπερεκτιμώντας τις δυνατότητες του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος, ανέλαβε τις επιχειρήσεις. Τον Μάρτιο του 1921 αποφάσισε να επιχειρήσει κατά των Τούρκων, με όποιες δυνάμεις διέθετε η Στρατιά, χωρίς να λάβει τις ενισχύσεις που ζήτησε από την κυβέρνηση Γούναρη, προς κατάληψη της γραμμής Εσκί Σεχήρ, Κιουτάχεια, Αφιόν Καραχισάρ, με σκοπό την καταστροφή του κεμαλικού στρατού. Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν σύμφωνα με τις προβλέψεις, αφού πέτυχαν μεν την κατάληψη του Εσκί Σεχίρ χωρίς να επιτύχουν του υπόλοιπους στόχους. Η Στρατιά στην κυριολεξία αιφνιδιάστηκε από την αντίδραση των Τούρκων στο πεδίο των επιχειρήσεων. Οι επιχειρήσεις, κακώς σχεδιασμένες στο ανώτατο επίπεδο, απέτυχαν, με μεγάλες απώλειες σε έμψυχο δυναμικό. Ο τουρκικός στρατός δεν ήταν πλέον εκείνος που είχαν αντιμετωπίσει τα ελληνικά τμήματα όταν πρωτοέφθασαν στη μικρασιατική γη. Πέραν, όμως, του αιφνιδιασμού, η Στρατιά Μικρασίας δεν είχε πλέον υπέρ αυτής και την υπεροχή δυνάμεων. Το ισοζύγιο είχε αρχίσει να κλίνει υπέρ της Τουρκίας. Τον Ιούνιο του ιδίου έτους, με τη Στρατιά ενισχυμένη, πλέον, επαναλήφθηκαν οι επιχειρήσεις προς κατάληψη της Κιουτάχειας και του Αφιόν Καραχισάρ. Παρά την κατάληψή τους και την επιτυχία του αντικειμενικού σκοπού, δεν επετεύχθη η εκμηδένιση του τουρκικού στρατού, ούτε φυσικά και το ζητούμενο, η συνθηκολόγηση. Την κρίσιμη αυτή στιγμή, ενώ θα έπρεπε η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία να εκμεταλλευτεί τη νίκη και να δώσει εντολή καταδίωξης των υποχωρούντων τουρκικών δυνάμεων, αδράνησαν αδικαιολόγητα δίνοντας την ευκαιρία στον Κεμάλ να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του.
Στις 15η Ιουλίου 1921, αποφασίσθηκε η προέλαση προς Άγκυρα η οποία ξεκίνησε την 1η Αυγούστου. Το βάθος της επιχείρησης, η επέκταση των γραμμών εφοδιασμού και υποστήριξης και τα πιθανά ενδεχόμενα από την εξέλιξη των επιχειρήσεων δεν είχαν επαρκώς μελετηθεί. Ο ελλιπής ανεφοδιασμός, το εκτεταμένο μέτωπο και οι απώλειες μαχητών, χωρίς δυνατότητα αναπλήρωσής τους, υπονόμευσαν την αντοχή του στρατεύματος. Έκτοτε, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Η Στρατιά Μικρασίας επέλεξε την υποχώρηση και την επάνοδο στη γραμμή Εσκί Σεχήρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ, όπου παρέμεινε καθηλωμένη επί ένα έτος, αφήνοντας την πρωτοβουλία των κινήσεων στον Κεμάλ.
Απαράδεκτη επιλογή, επίσης, ήταν ότι το Στρατηγείο της Στρατιάς παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων στη Σμύρνη, σε απόσταση 300-400 χιλιομέτρων από την προωθημένη γραμμή αμύνης. Έτσι, οι πληροφορίες που αποκτούσε, κι αν ακόμη ήταν ορθές, τις περισσότερες φορές ήταν εκτός χρόνου. Δεν εκπλήσσει καθόλου το γεγονός ότι η κυβέρνηση την 22α Αυγούστου του 1922, μετά την αντεπίθεση του Κεμάλ, αντικατέστησε τον Αρχιστράτηγο Γ. Χατζανέστη με τον Διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού Υποστράτηγο Ν. Τρικούπη, αγνοώντας ότι αυτός ήταν ήδη αιχμάλωτος των Τούρκων.
Τέλος, όταν οι συνθήκες στο μέτωπο απαιτούσαν και την παρουσία του τελευταίου στρατιώτη, παρά το γεγονός ότι ο στρατός βρισκόταν ήδη σε υπερέκταση, ο Χατζανέστης επέτρεψε, στα τέλη Ιουνίου του 1922, τη μεταφορά στρατευμάτων από την Μικρά Ασία στη Θράκη, προκειμένου να επιδιωχθεί η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, ενέργεια που δεν εύρισκε σύμφωνους τους Ιταλούς και τους Γάλλους. Η υπερέκταση, εξάλλου, των ελληνικών γραμμών που είχε διαμορφωθεί, τα οποία εκτείνονταν σε μία τεράστια απόσταση 700, περίπου, χιλιομέτρων, χωρίς να υπάρχει η απαραίτητη αλληλοκάλυψη των τμημάτων, σε συνδυασμό με την εξάντληση των στρατιωτών από την πολύχρονη παραμονή τους σε κατάσταση εκστρατείας, μέσα σε ένα απόλυτα εχθρικό περιβάλλον, πολύ μακριά από τα φιλικά παράλια, λειτούργησαν καταλυτικά στο αξιόμαχο του στρατεύματος. Η ενδυνάμωση, από την άλλη, του αντιπάλου και οι σχεδόν εχθρικές σχέσεις με τους πρώην «συμμάχους», η έλλειψη σχεδίου σύμπτυξης του υποχωρούντος στρατεύματος, αλλά και η κομμουνιστική προπαγάνδα που θεωρούσε την εκστρατεία ιμπεριαλιστική, υποσκάπτοντας το φρόνημα των οπλιτών, ήταν παράγοντες που δεν εκτιμήθηκαν δεόντως από τη ηγεσία του στρατεύματος. Αποτέλεσμα τούτων υπήρξε η ξαφνική αλλά και απολύτως λογική κατάρρευση του μετώπου τον Αύγουστο στην αντεπίθεση του Κεμάλ.
8) Η αγνόηση των παρεμβάσεων-μεσολαβήσεων των συμμάχων για συνδιαλλαγή με τον Κεμάλ.
Μετά τη νίκη των αντιβενιζελικών τον Νοέμβρη του 1920, την επιστροφή του βασιλιά, την έκφραση δυσαρέσκειας των Συμμάχων, την απομάκρυνση του αρχιστρατήγου Παρασκευόπουλου και των ανώτερων στελεχών του στρατεύματος και τη γενικότερη αναταραχή που προκλήθηκε στις τάξεις του στρατεύματος, διπλωματικές προσπάθειες των Δ. Ράλλη, Ν Στράτου και Δ. Γούναρη να επιτύχουν ευνοϊκότερο κλίμα, διπλωματικό και οικονομικό από την πλευρά της Αντάντ απέβησαν άκαρπες.
Όταν τον Μάρτιο του 1921 το επιτελείο αποφασίζει, να προελαύσει ανατολικά προς τη γραμμή Εσκί Σεχίρ-Κιουτάχεια-Αφιόν Καραχισάρ χωρίς να επιτυγχάνει το αναμενόμενο αποτέλεσμα, οι Σύμμαχοι θορυβημένοι και από τις τουρκοσοβιετικές επαφές και το Σύμφωνο φιλίας (3/16.3.1921), που είχε υπογραφεί, ίσως και για άλλους λόγους, πρότειναν διαμεσολάβηση-συνθηκολόγηση με τις κεμαλικές δυνάμεις. Στο πλαίσιο αυτής προβλεπόταν η διατήρηση της ανατολικής Θράκης, η αυτονομία της Σμύρνης υπό Γενικό Διοικητή διοριζόμενο από την Κοινωνία των Εθνών, η παραμονή για ορισμένο χρονικό διάστημα του ελληνικού στρατού στην περιοχή, η διπλωματική υποστήριξη των δυνάμεων της Αντάντ και η επιβολή των όρων της συνθηκολόγησης στον Κεμάλ, σε περίπτωση μη αποδοχής τους από τον τελευταίο. Η ελληνική κυβέρνηση στις συμμαχικές προτάσεις έθεσε τόσες και τέτοιες επιφυλάξεις που ουσιαστικά ισοδυναμούσε με άρνηση της διαμεσολάβησης. Ομοίως, τον Ιούνιο του 1921 οι συμμαχικές δυνάμεις με νέο διάβημά τους κάλεσαν την ελληνική κυβέρνηση να αποδεχθεί τη μεσολάβησή τους, για αναστολή των εχθροπραξιών και συνθηκολόγηση μεταξύ των αντιμαχόμενων μερών, προδηλώνοντας ότι η απόρριψη της πρότασής τους, θα ενείχε υψηλό πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό κόστος για την Αθήνα. Και η νέα πρόταση απερρίφθη από την ελληνική κυβέρνηση.
Η εξέλιξη των πραγμάτων απέδειξε ότι αποδοχή της πρώτης, τουλάχιστον, συμμαχικής πρότασης, με όλα τα αρνητικά που την συνόδευαν, θα απέτρεπε τον όλεθρο που επακολούθησε.
9) Η μη αξιοποίηση του Ποντιακού ελληνισμού. Ο Ελληνισμός είχε ένα όπλο που στη σύγκρουση με τις κεμαλικές δυνάμεις δεν χρησιμοποίησε. Ήταν οι Πόντιοι αντάρτες που ουσιαστικά κινούνταν στην πλάτη του Κεμάλ. Όχι μόνο δεν εστάλη στρατός να αποβιβαστεί από τα βόρεια της Μικράς Ασίας, αλλά άφησε τους Ποντίους κυριολεκτικά στην τύχη τους. Πόντιοι αντάρτες που συναντήθηκαν με τον αρχιστράτηγο Παπούλα στη θέση Ιλνάρ Κατραντζί, λίγα χιλιόμετρα ανατολικά του Σαγγαρίου, ζήτησαν πολεμοφόδια, τυφέκια καθώς και ένα σύνταγμα πεζικού. Υποστήριξαν πως οι δυνάμεις αυτές ήταν αρκετές, προκειμένου, όταν ενώνονταν με τις πολλές διάσπαρτες αντάρτικες ομάδες, να χτυπήσουν τον κεμαλικό στρατό από τα νώτα του. Ο Παπούλας, την κρίσιμη εκείνη στιγμή, αρνήθηκε, επικαλούμενος γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και άφησε μία σημαντική ευκαιρία συνεργασίας με τον ποντιακό ελληνισμό, που κατά υπολογισμούς αριθμούσε δύναμη τουλάχιστον 15.000 χιλιάδων ενόπλων ανδρών.

Ο επίλογος της τραγωδίας γράφτηκε αρχικά στα Μουδανιά, με την ομώνυμη Συνθήκη Ανακωχής (11 Οκτωβρίου 1922), όπου οι ίδιοι Σύμμαχοι (Άγγλοι, Γάλλοι και Ιταλοί), που είχαν υπογράψει τη Συνθήκη των Σεβρών για τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, συμφώνησαν με τον Κεμάλ, ερήμην της Ελλάδος, για το τέλος της Μικρασιατικής εκστρατείας και την εκκένωση από τον ελληνικό στρατό της Ανατολικής Θράκης, μέχρι τον Έβρο ποταμό. Η Ελλάδα αναγκάστηκε να προσχωρήσει σ’ αυτή μετά από δύο ημέρες. Με την Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάνης (Ιούλιος 1923) ολοκληρώθηκε ο επίλογος με τον οριστικό τερματισμό της εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Η Μικρασιατική τραγωδία κατέδειξε τις μεγάλες αρετές αλλά και τα ελαττώματα της ελληνικής φυλής. Την ανδρεία και το ακατάβλητο φρόνημα του Έλληνα στρατιώτη, που κατόρθωσε παρά τις αντιξοότητες να φθάσει και να διαβεί τον Σαγγάριο ποταμό, αλλά και τη διχόνοια που ιστορικά απεδείχθη καταστροφική για το Έθνος.
Σήμερα, ο Ελληνισμός, εδώ και στην Κύπρο, προκαλείται και απειλείται από τους Τούρκους. Η μελέτη της ιστορίας, ο εντοπισμός των λαθών, η εγρήγορση και ετοιμότητα είναι η απάντηση σε κάθε επιβουλή. Ο νεοτουρκικός επεκτατισμός, η αναθεωρητική πολιτική που επιχειρείται, πρέπει να βρει τη χώρα ενωμένη και αποφασισμένη να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Λάθη, ολιγωρίες, εσωστρέφεια δεν επιτρέπονται. Η χώρα, μπροστά σε οποιονδήποτε μελλοντικό κίνδυνο, δεν πρέπει να βρεθεί ανέτοιμη, αναποφάσιστη και, κυρίως, διχασμένη. Για να μη φανούμε, ακόμα μία φορά, κατώτεροι των περιστάσεων.

Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.

Ακολουθήστε μας στο Facebook @grnewsradiofl

Ακολουθήστε μας στο Twitter @grnewsradiofl

 

Copyright 2021 Businessrise Group.  All rights reserved. Απαγορεύται ρητώς η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή ή αναδιανομή μέρους ή όλου του υλικού του ιστοχώρου χωρίς τις κάτωθι προυποθέσεις: Θα υπάρχει ενεργός σύνδεσμος προς το άρθρο ή την σελίδα. Ο ενεργός σύνδεσμος θα πρέπει να είναι do follow Όταν τα κείμενα υπογράφονται από συντάκτες, τότε θα πρέπει να περιλαμβάνεται το όνομα του συντάκτη και ο ενεργός σύνδεσμος που οδηγεί στο προφίλ του Το κείμενο δεν πρέπει να αλλοιώνεται σε καμία περίπτωση ή αν αυτό κρίνεται απαραίτητο να συμβεί, τότε θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο στον αναγνώστη ποιο είναι το πρωτότυπο κείμενο και ποιες είναι οι προσθήκες ή οι αλλαγές. αν δεν πληρούνται αυτές οι προυποθέσεις, τότε το νομικό τμήμα μας θα προβεί σε καταγγελία DMCA, χωρίς ειδοποίηση, και θα προβεί σε όλες τις απαιτούμενες νομικές ενέργειες.

Άλλα Άρθρα

Pin It on Pinterest

Share This