EnglishGreek

Η Ελληνική εφημερίδα και το Ελληνικό Ραδιόφωνο της Florida, με έδρα το Miami
The Greek News and Greek Radio in  FL

Σε εκείνους που σκέπτονται πως η Ελλάδα σήμερα δεν έχει καμία σημασία ας μου επιτραπεί να πω ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν μεγαλύτερο λάθος. Η σημερινή, όπως και η παλιά Ελλάδα, έχει υψίστη σημασία για οποιονδήποτε ψάχνει να βρει τον εαυτό του.

Χένρυ Μίλλερ, 1891-1980, Αμερικανός συγγραφέας

Η Ελληνική εφημερίδα και το Ελληνικό Ραδιόφωνο της Florida, με έδρα το Miami
The Greek News and Greek Radio in  FL

Subscribe to our newspaper
EnglishGreek

Ο χρυσαφένιος σπόρος!

7 Dec, 2023
Ο χρυσαφένιος σπόρος!

Ο χρυσαφένιος σπόρος!

Ο χρυσαφένιος σπόρος!

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα μικρό μικρό σπιτάκι, λίγο έξω απ την πόλη, ζούσε ένας παππούλης.

Μοναχός του καθώς ήταν, κάθε πρωί, σηκωνόταν, καθάριζε το μικρούλι σπιτικό του απ΄ την σκόνη, πότιζε τις πολύχρωμες γλαστρούλες του, που είχαν γεμίσει αγριόχορτα, έτρωγε το πρωινό του και πήγαινε μια βόλτα ως το δάσος. Ύστερα, γύριζε σπίτι του, έφτιαχνε το φαγητό του και το απόγευμα, καθόταν στην πολυθρόνα του και διάβαζε το βιβλίο του ώσπου να δύσει ο ήλιος και να πέσει για ύπνο.

Ήταν κάμποσα τα χρόνια που ζούσε μόνος του κι αυτήν του την καθημερινότητα την είχε συνηθίσει τόσο πολύ που τίποτα δεν θα ‘θελε να του την αλλάξει. Τα μαλλιά του ήταν άσπρα και περιποιημένα πάντα, παρότι σπάνια τύχαινε να συναντήσει κάποιον άλλο άνθρωπο. Τα ρούχα του στην εντέλεια κι αυτά, λες και θα πήγαινε σε κάποιο επίσημο γεύμα. Δεν θα μπορούσε, άλλωστε, να κάνει κι αλλιώς γιατί ήταν σίγουρος πως κάποια σιγμλη θα συναντούσε την ευτυχία και θα πρεπε να είναι προετοιμασμένος. Γι’ αυτό έμενε και μόνος του και δεν έκανε συντροφιά με άλλους ανθρώπους. Γιατί, κάποτε όταν ήταν νέος ακόμα, είχε πει, σε μια παρέα φίλων που είχε τότε, ότι περιμένει να βρει την ευτυχία της ζωής του και μόνο όταν την βρει και νιώσει πραγματικά ευτυχισμένος, θα κάνει άλλα σχέδια για το μέλλον. Κι οι φίλοι του τότε γέλασαν και του παν πως η ευτυχία δεν κυκλοφορεί μόνη της για να την βρει αυτός. Δεν είναι δα, καμιά χαμένη αγελάδα να την βρει και να την αρμέξει, ούτε καν ένας άνθρωπος από μόνος του. Είναι κάτι που ο ίδιος θα το δημιουργήσει. Όμως ότι κι αν του λεγαν, κανείς δεν του λεγε ούτε που κρύβεται η ευτυχία ούτε πως να την δημιουργήσει. Μόνο έλεγαν!

Έτσι κι αυτός αποφάσισε πως δεν είχε πια καμία δουλειά μαζί τους κι έφυγε να απομονωθεί στο σπιτάκι του, περιμένοντας η ευτυχία να του χτυπήσει την πόρτα.

Αντί γι’ αυτήν όμως, ένα πρωί, λίγο αφού είχε εγκατασταθεί εκεί, νέος ακόμα, καθώς πότιζε τις γλαστρούλες του, του χτύπησε την πόρτα μια ηλικιωμένη γυναίκα. Ξαφνιασμένος εκείνος, την ρώτησε τι θέλει και πως βρέθηκε εκεί, που όυτε δρόμος έβγαζε, ούτε μονοπάτι;

Κι εκείνη του αποκρίθηκε πως είχε φτάσει ως εκεί, για να του δώσει αυτό που έψαχνε κι αποζητούσε. Τότε, έβγαλε απ’ τον κόρφο της έναν λαμπερό χρυσαφένιο σπόρο και άπλωσε το χέρι της να του τον δώσει.

“Ορίστε, πάρε!” του είπε. “Είναι η Ελπίδα.” συνέχισε.

Εκείνος, ενοχλήθηκε κάπως, με την σιγουριά της γυναίκας, που θεωρούσε ότι ήξερε τι ψάχνει και της απάντησε με κάποια αγένεια “Δεν θέλω τον σπόρο σου ούτε την ελπίδα σου. Ελπίδα έχω δική μου κι αυτή μου λέει πως κάποια μέρα θα βρω αυτό που ψάχνω.”

Όμως η γριά γυναίκα επέμεινε να του δίνει τον σπόρο λέγοντάς του πως

“Την Ελπίδα πρέπει να την ταΐζεις και να την ποτίζεις για να μεγαλώσει και να γίνει αυτό που θες.”

και δώστου και προσπαθούσε να του δώσει τον σπόρο. Μετά από κάμποσα λεπτά και αφού ήθελε να την ξεφορτωθεί, πήρε τελικά τον σπόρο και η γυναίκα γύρισε την πλάτη της κι έφυγε, λέγοντας του σαν τελευταία κουβέντα πως τ’ όνομά της ήταν Ζωή και πως δεν θα πρέπει ποτέ να πάψει να ταΐζει και να ποτίζει την Ελπίδα.

Αυτός απόρησε για λίγο κι ύστερα κούνησε το κεφάλι του χαμογελώντας, σκεπτόμενος πού στο καλό βρέθηκε εκείνη η μουρλόγρια, στην μέση του πουθενά, που ‘ταν το σπιτικό του. Κοίταξε τον σπόρο στο χέρι του κι ενώ ήταν έτοιμος να τον πετάξει πρόσεξε το όμορφο εντελώς σφαιρικό του σχήμα και το φωτεινό χρυσαφένιο του χρώμα και σκέφτηκε πως ίσως κάποια στιγμή να στόλιζε κάτι μ’ αυτόν, οπότε, τον έβαλε σ’ ενα κουτάκι που χε στο κομοδίνο του να τον φυλάξει.

Ο καιρός από εκείνη την στιγμή, άρχισε να περνάει αφύσικα γρήγορα. Οι χειμώνες με την λευκή τους φορεσιά, δεν ήταν τόσοι πολλοί που είχαν περάσει, αλλά, τα μαλλιά του είχαν γίνει άσπρα σαν μπαμπάκι. Τα καλοκαίρια με τον ζεστό αέρα που ξεραίνει τα πάντα στο πέρασμά του, δεν ήταν τόσα πολλά, όμως το πρόσωπό του είχε ξεραθεί κι είχε “σπάσει” γεμίζοντας βαθιές ρυτίδες. Το υγρό φθινόπωρο δεν του είχε χτυπήσει με τις σταγόνες του, πολλές φορές την πόρτα, όμως το σώμα δυσκολευόταν στις κινήσεις, κάθε που ο αέρας νότιζε. Κι ή άνοιξη… αυτή ήταν σαν να είχε πολλά χρόνια να περάσει κοντά στο σπιτικό του. Γι’ αυτό πήγαινε κάθε μέρα μια βόλτα στο δάσος, όπου όσο πιο βαθιά έφτανε, τόσο πιο πράσινα γίνονταν τα κλαριά των δέντρων, τόσο πιο λουλουδιασμένο το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του.

Ένα πρωί, καθώς πότιζε τα αγριόχορτα στις γλαστρούλες του, ένας κορυδαλλός πέταξε τιτιβίζοντας επίμονα ως το παράθυρό του. Ήταν όμορφο το τιτιβισμά του κι ακουγόταν κάπως πεινασμένο. Έτσι, θυμήθηκε ο παππούλης, πως είχε στο ντουλάπι λίγους σπόρους στάρι και μονομιάς τους έφερε ως το παραθύρι να ταΐσει τον κορυδαλλό.

Άπλωσε την χούφτα του με το στάρι, αλλά δεν είδε καμιά όρεξη απ τον κορυδαλλό. Σκέφτηκε πως ίσως να φοβόταν κι έτσι τους ακούμπησε στο περβάζι του παραθύρου κι έκανε λίγα βήματα πίσω. Ο κορυδαλλός, πλησίασε τους σπόρους αλλά αντί να τσιμπολογήσει, του φώναξε μ’ ανθρώπινη λαλιά πως ήθελε τον “άλλο” σπόρο, τον χρυσαφένιο. Ο παππούλης σκιάχτηκε! Τσίμπησε δυνατά το μάγουλό του, ξεβούλωσε με το δάχτυλο δυνατά τ’ αυτιά του, αλλά ο κορυδαλλός συνέχιζε να φωνάζει “δώσε μου τον σπόρο τον άλλο, τον χρυσαφένιο”. Τόσο πολύ τρόμαξε απ την ανθρωπολαλιά του πουλιού ο παππούλης μας, που έδιωξε κακήν κακώς τον κορυδαλλό απ’ το παράθυρό του.

Ύστερα, έκατσε αποκαμωμένος στην πολυθρόνα του, με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε μόλις συμβεί κι όλο έφερνε και ξανάφερνε στο μυαλό του τα λόγια του κορυδαλλού. Μα για τί πράγμα μιλούσε; Τι να ταν αυτός ο χρυσαφένιος σπόρος; Από πού να ‘χε έρθει αυτό το παράξενο πουλί; Και τότε, του ήρθε στο μυαλό η γριά η Ζωή που ‘χε εμφανιστεί πριν χρόνια απ’ το πουθενά, σαν τον κορυδαλλό και του του χε δώσει έναν σπόρο.

Σε μια στιγμή, σαν ελατήριο πετάχτηκε πάνω και με μια δρασκελειά, έφτασε στο κομοδίνο του που ‘χε το κουτάκι που χε φυλάξει τον χρυσαφένιο σπόρο. Χωρίς δεύτερη σκέψη, τον πήρε στο χέρι του και διάλεξε μια γλαστρούλα με αφράτο χώμα και τον φύτεψε. Δεν ήξερε γιατί το κανε αυτό, όμως για να τον ζητάει ο κορυδαλλός αυτόν τον σπόρο, σίγουρα κάποια αξία θα χε.

Κι έτσι η καθημερινότητά του συνεχίστηκε. Κάθε μέρα, πότιζε τις γλαστρούλες του, κάθε μέρα πότιζε και τον σπόρο. Ώσπου ο σπόρος ξεπετάχτηκε κι έβγαλε ένα χρυσό βλαστάρι που έλαμπε σαν μια ακτίνα του ήλιου. Συνέχιζε και τις βόλτες του στο δάσος, μόνο που μέρα με την μέρα, το ανοιξιάτικο τοπίο σαν ν’ άρχιζε νωρίτερα. Κι όταν το βράδυ ξάπλωνε να κοιμηθεί, μέρα με την μέρα το σώμα του δεν πόναγε το ίδιο.

Το βλαστάρι μεγάλωνε μέρα με την μέρα περισσότερο, όσο το πότιζε και του έριχνε ξερά φυλαράκια να λιπάνει το χώμα, τόσο πιο λαμπερό γινόταν και μεγάλο και τόσο πιο όμορφα ένιωθε εκείνος.

Ένα μεσημέρι που έφτασε ως την κοντινή πηγή στο δάσος, έσκυψε να πιει λίγο δροσερό νεράκι, που για χρόνια δεν μπορούσε καθόλου να σκύψει τόσο πολύ κι έτσι καθρεφτίστηκε στην λίμνη. Είδε τότε, πως τα μαλλιά του δεν ήταν πια λευκά, παρα μαύρα σαν του κόρακα όπως ήταν στα νιάτα του και πως το δέρμα του ήταν ξανά νεανικό.

Χαρούμενος όσο ποτέ δεν ήταν, θυμήθηκε ξανά τα λόγια της τρελόγριας Ζωής. Έπρεπε ο ίδιος να ταΐσει και να ποτίσει την χρυσή Ελπίδα, για να βρει αυτό που ζητούσε!

Όταν κατάλαβε τι σήμαιναν τα λόγια εκείνα, κίνησε με βήμα γοργό για το σπιτικό του. Κι όπου πάταγαν τα πόδια του, η άνοιξη ακολουθούσε και βλάσταινε το χώμα γεμίζοντας πολύχρωμα λουλούδια.

Φτάνοντας σπίτι του, βρήκε και την ευτυχία. Ο βλαστός της Ελπίδας είχε αγκαλιάσει, κάνοντάς το χρυσό, το σπιτικό του, που έδειχνε μεγάλο σαν παλάτι, μυρωδιά πεντανόστιμου φαγητού του έσπαγε την μύτη καθώς ανακατευόταν με τ’ αρώματα που ευωδίαζαν απ’ τα λουλούδια που χε γεμίσει ο τόπος, φωνές παιδιών ακούγονταν στο βάθος και μια γλυκειά γυναικεία φιγούρα τον περίμενε στην πόρτα.

Ο παππούλης μας, δεν ήταν πια παππούλης, αλλά ένας γερός νέος που χε φροντίσει την Ελπίδα κι εκείνη του έφερε την Ευτυχία!

Και έτσι, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

 

 

photo MabelAmber / https://pixabay.com 

 

Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.

Ακολουθήστε μας στο Facebook @grnewsradiofl

Ακολουθήστε μας στο Twitter @grnewsradiofl

 

Copyright 2021 Businessrise Group.  All rights reserved. Απαγορεύται ρητώς η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή ή αναδιανομή μέρους ή όλου του υλικού του ιστοχώρου χωρίς τις κάτωθι προυποθέσεις: Θα υπάρχει ενεργός σύνδεσμος προς το άρθρο ή την σελίδα. Ο ενεργός σύνδεσμος θα πρέπει να είναι do follow Όταν τα κείμενα υπογράφονται από συντάκτες, τότε θα πρέπει να περιλαμβάνεται το όνομα του συντάκτη και ο ενεργός σύνδεσμος που οδηγεί στο προφίλ του Το κείμενο δεν πρέπει να αλλοιώνεται σε καμία περίπτωση ή αν αυτό κρίνεται απαραίτητο να συμβεί, τότε θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο στον αναγνώστη ποιο είναι το πρωτότυπο κείμενο και ποιες είναι οι προσθήκες ή οι αλλαγές. αν δεν πληρούνται αυτές οι προυποθέσεις, τότε το νομικό τμήμα μας θα προβεί σε καταγγελία DMCA, χωρίς ειδοποίηση, και θα προβεί σε όλες τις απαιτούμενες νομικές ενέργειες.

Άλλα Άρθρα

Τελευταία Άρθρα

Σχολιασμός Επικαιρότητας

Ενδιαφέροντα Θέματα

Πρωτοσέλιδα Εφημερίδων


Συμβουλές Μαγειρικής

Estiatorio Milos Miami
Estiatorio Milos Miami
Estiatorio Milos Miami
International sounds DJ Entertainment

Pin It on Pinterest

Share This