Θα μιλήσω σε πρώτο πληθυντικό, χωρίς να αφήσω τον εαυτό μου έξω για ν’ αποφύγω τον διδακτισμό. Βιώνουμε μια εποχή που η δυστυχία ογκώνεται συνεχώς αλλά η συνείδηση μας μένει αμέτοχη. Πόλεμοι, καταστροφές προσφυγιά, πείνα, πνιγμοί, κι όμως συνεχίζουμε σαν να είμαστε θεατές σε κάτι που δεν μας αφορά. Η πραγματικότητα είναι βαριά, και η ευκολία της λήθης πιο ανάλαφρη από κάθε ηθικό βάρος. Έτσι, αδιάφοροι επιλέγουμε την άνεση. Αποφεύγουμε να κοιτάξουμε κατάματα τον πόνο, γιατί ο πόνος απαιτεί ευθύνη. Κι η ευθύνη απαιτεί αντίδραση, αμφισβήτηση. Απαιτεί να αλλάξουμε πρώτα εμείς για να αλλάξουμε τον κόσμο μας. Με τρομάζει αυτή η αδιαφορία των ανθρώπων και είναι φορές που νιώθω έντονα το τραγικό φαινόμενο, πως ο κόσμος έχει χωριστεί στα δύο. Σ’ εκείνους που φέρουν στο μυαλό και στην καρδιά τους τον πόνο ακραίων συμβάντων που συμβαίνουν στη χώρα μας όσο και σε διάφορα κράτη στον πλανήτη, και σ’ εκείνους που προσπερνούν αδιάφορα ανάμεσα στα γεγονότα σαν να είναι αόρατα. Ειδικά γι’ αυτές τις μέρες των απόκρεω, βλέπω ανθρώπους ξένοιαστους να γελούν ανέμελα, να μασκαρεύονται, να χορεύουν, να ποστάρουν στιγμές γλεντιού και ευτυχίας και αναρωτιέμαι, πως τα καταφέρνουν;
Δεν ισχυρίζομαι πως δεν πρέπει έχουμε δικαίωμα στη χαρά και να καταθλιβόμαστε. Όλοι την έχουμε ανάγκη και μακάρι η ζωή να ήταν πιο ανάλαφρη και να την χαιρόμαστε σε όλο της το μεγαλείο.
Όμως, την ίδια στιγμή που εμείς γελούμε, κάπου αλλού μια μάνα θρηνεί το παιδί της.
Την ίδια στιγμή που σηκώνουμε τα ποτήρια μας, κάπου αλλού άνθρωποι πνίγονται σε μια θάλασσα που θα έπρεπε να είναι πέρασμα ελπίδας και όχι τάφος.
Την ίδια στιγμή που χορεύουμε, κάπου αλλού ολόκληροι λαοί παλεύουν να επιβιώσουν ανάμεσα σε ερείπια.
Δεν είναι κακό να χαιρόμαστε τη ζωή. Κακό είναι να μη μας αγγίζει τίποτα.
Να ζούμε σαν να μην είμαστε μέρος αυτού του κόσμου, του δικού μας κόσμου που υποφέρει. Να θεωρούμε ότι η δυστυχία είναι πάντα κάπου αλλού, ότι ανήκει σε κάποιον άλλον, χωρίς να σκεφτούμε πως όταν καίγεται το σπίτι του διπλανού σου, κάποια στιγμή θα καεί και το δικό σου. Η αδιαφορία δεν είναι ουδετερότητα, είναι εφησυχασμός κι ομολογώ πως δεν μπορώ να είμαι ξένοιαστος, λες και δεν υπάρχει σκοτάδι που απλώνεται γύρω μας. Δεν μπορώ να προσποιηθώ ότι όλα είναι καλά, όταν δεν είναι. Όμως, θέλω να πιστεύω, ότι κάτω από το πέπλο της αδιαφορίας που μας έχει σκεπάσει, υπάρχει κάτι που μπορεί να μας ξυπνήσει να ξεφύγουμε από το βολή μας. Μια σπίθα ενσυναίσθησης γι’ αυτό που συμβαίνει στον άλλον. Είμαστε λαός που καταλαβαίνει τον πόνο. Κι αυτό είναι αρχέγονο καθήκον μας, να μην επιτρέψουμε στον εαυτό μας να συνηθίσει τον πόνο των άλλων.
Αλλά να κρατήσουμε ζωντανή την ικανότητα να νιώθουμε.
Γιατί αν χάσουμε το νοιάξιμο, τότε χάνουμε τα πάντα.
photo xusenru, https://pixabay.com

















































