Η Aγγλική λέξη Sock λέξη (κάλτσα )είναι αρχαία ελληνική
Ενώ η ίδια η αγγλική λέξη sock είναι δυτικογερμανική σε άμεση προέλευση, τελικά έχει τις ρίζες της στην αρχαία ελληνική.
Η γλωσσική εξέλιξη της λέξης έχει ως εξής:
Αρχαία ελληνική: Προέρχεται από τη λέξη σύκχος, η οποία αναφερόταν σε ένα ελαφρύ παπούτσι ή λεπτό παντόφλα που φορούσαν συχνά οι κωμικοί ηθοποιοί. Μερικοί μελετητές πιστεύουν ότι αυτός ο ελληνικός όρος μπορεί να έχει δανειστεί νωρίτερα από μια ανατολίτικη ή φρυγική γλώσσα.
Λατινικά: Η ελληνική λέξη υιοθετήθηκε στα λατινικά ως soccus, περιγράφοντας ένα χαμηλοτάκουνο, φαρδύ παπούτσι ή παντόφλα που φοριόταν στη ρωμαϊκή κωμωδία.
Παλαιά αγγλικά: Από τα λατινικά, εισήλθε στην παλιά αγγλική ως socc, που σημαίνει “ελαφριά παντόφλα”.
Σύγχρονα αγγλικά: Εξελίχθηκε στον σύγχρονο όρο sock.
Ιστορικό πλαίσιο στην αρχαία Ελλάδα:
Αν και το όνομα για τις σύγχρονες κάλτσες έχει ελληνικές ρίζες, οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν επίσης άλλους όρους για τα καλύμματα ποδιών. Τον 8ο αιώνα π.Χ., ο ποιητής Ησίοδος ανέφερε τους πίλους, οι οποίοι ήταν πρωτόγονες κάλτσες φτιαγμένες από μπερδεμένες τρίχες ζώων (παρόμοιες με το τσόχα) που φοιόντουσαν μέσα σε σανδάλια για ζεστασιά.
Η Ιστορία της Κάλτσας
«Γύρω από τα πόδια σου πέδιλα ταιριαστά να δέσεις από βόδι που βίαια θανατώθηκε, με πίλημα από μέσα ντύνοντάς τα»
Ησίοδος, «Έργα και Ημέρες»
Μια ιστορία σε διαρκή εξέλιξη με πρωταγωνιστές τους Έλληνες
Η αρχέγονη κάλτσα επινοήθηκε και σχεδιάστηκε από Έλληνα. Η ιστορία της κάλτσας ξεκινά από την Ελλάδα. Από το “πίλημα” του 8ου π.Χ. αιώνα μέχρι σήμερα. Μια ιστορία σε διαρκή εξέλιξη, με πρωταγωνιστές τους Έλληνες.
Είναι γεγονός ότι στην Ελλάδα ανέτειλε το φως της γνώσης, της τέχνης, του ανθρωπισμού και πάνω απ’ όλα του πολιτισμού. Εμείς οφείλουμε να τους θαυμάζουμε, να τους μιμούμεθα όπου μπορούμε και να τους μνημονεύουμε, όπου επιβάλλεται.
Ως γνωστόν ο ποιητής Ησίοδος έζησε μετά τον Όμηρο το 750-700 π.Χ στην Άσκρα της Βοιωτίας, που ήταν κάτω από τους πρόποδες του Ελικώνα. Ο Ησίοδος κατά τη διάρκεια της σκληροτράχηλης ποιμενικής ζωής του έγραψε τα ποιήματά του. Στο έργο του Έργα και Ημέρες συμβουλεύει τον αδελφό του Πέρση πώς να προφυλάσσεται από το κρύο και τί να φοράει στο κεφάλι, το κορμί κ.λπ. Σχετικά με τα πόδια, τού συστήνει να φοράει πέδιλα και από μέσα να τυλίγει τα πόδια του με πίλημα, δηλαδή με ύφασμα από συμπιεσμένα μαλλιά ή τρίχες (κετσές) (Βλ. Έργα και Ημέρες στιχ. 542).
Πολλοί από τους αρχαίους Έλληνες φορούσαν τους συκκούς και από πάνω σανδάλια, όπως γίνεται και στη σύγχρονη εποχή, ενώ βγάζοντας τα σανδάλια τους, μπορούσαν να περπατάνε στο σπίτι μόνο με τους συκκούς.
Οι Ρωμαίοι επίσης, οι οποίοι τύλιγαν τα πόδια τους με λωρίδες δέρματος ή μάλλινου υφάσματος, το 2ο αιώνα μ.Χ. φορούσαν τις λεγόμενες udones, τις οποίες έραβαν από μάλλινα υφάσματα για να τυλίγουν με αυτές τα πόδια τους.
Στους Αιγυπτιακούς τάφους του 3ου με 6ου μ.Χ. αιώνα ωστόσο, ανακαλύπτουμε τις πρώτες πλεκτές κάλτσες.
Στην Ευρώπη, οι κάλτσες ήταν στην ουσία λωρίδες από ρούχα τυλιγμένες γύρω από τα πόδια και τις πατούσες, και ονομάζονταν περικνήμια – γκέτες. Το Μεσαίωνα, το μήκος των παντελονιών μάκρυνε και η κάλτσα έγινε ένα είδος εφαρμοστού ρούχου που κάλυπτε το χαμηλότερο μέρος του ποδιού, ενώ στερεωνόταν με ένα είδος καλτσοδέτας. Όταν τα ανδρικά παντελόνια – βράκες άρχισαν πάλι να κονταίνουν οι κάλτσες άρχισαν να ψηλώνουν. Το 12ο αιώνα περίπου, στις κάλτσες προστέθηκε και το μέρος της πατούσας. Γύρω στα 1490, τα κοντά παντελόνια ενώθηκαν με τις κάλτσες και έγιναν ένα είδος ρούχου, που οδήγησε στη δημιουργία του καλτσόν. Το καλτσόν φτιαχνόταν από πολύχρωμα υφάσματα μεταξιού, μαλλιού και βελούδου, με το κάθε πόδι να έχει και διαφορετικό χρώμα.
Πλεκτές κάλτσες μέχρι το γόνατο φορούσαν το 15ο αιώνα στη Σκωτία και αργότερα και στη Γαλλία. Ο William Lee, Άγγλος κληρικός, ανακάλυψε το 1589 την πρώτη μηχανή πλεξίματος, ενώ πολλές από τις εφαρμογές του συναντάμε ακόμη και στις σημερινές μηχανές πλεξίματος. Παρόλο που η Βασίλισσα Ελισάβετ Ι αρνήθηκε στον William Lee την πρώτη πατέντα για τη μηχανή του, επειδή έβρισκε τις μάλλινες κάλτσες που παρήγε πολύ τραχιές για τους βασιλικούς αστραγάλους, το 1590 εξαπλώθηκε η κατασκευή και χρήση αυτών των μηχανών, ενώ οι πλεκτές κάλτσες έως το γόνατο συνηθίζονταν παντού.
Η ευρωπαϊκή μόδα του 16ου και 17ου αιώνα επηρεάστηκε πολύ από την Ισπανία, καθώς εξαιτίας του πλούτου του Νέου Κόσμου, τα ισπανικά ρούχα της εποχής ήταν εξαιρετικά στολισμένα με κεντήματα και ωραία κοσμήματα. Οι ανδρικές κάλτσες της εποχής φτιάχνονταν κυρίως από μετάξι και είχαν πάνω τους κεντημένα εμβλήματα.
Το βαμβάκι άρχισε να χρησιμοποιείται κυρίως προς τα τέλη του 17ου αιώνα, ενώ τον 20ο αιώνα το νάιλον έγινε περισσότερο δημοφιλές στην κατασκευή της κάλτσας λόγω της αντοχής και της ελαστικότητάς του. Συγχρόνως, καθώς τα παντελόνια μάκραιναν, οι κάλτσες άρχισαν να γίνονται ολοένα και πιο κοντές.
Σήμερα με το πέρασμα τόσων αιώνων, έχει πραγματοποιηθεί, όπως γνωρίζουμε, τεράστια πρόοδος της κάλτσας, ώστε να καλύπτει απόλυτα όλες τις προτιμήσεις του καταναλωτικού κοινού. Κάθε καταναλωτής έχει την ευκολία να επιλέγει χρώματα, σχέδια και μεγέθη σύμφωνα με την επιθυμία του και την ανατομία των ποδιών του και ασφαλώς είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς την αρχική μορφή της πρωτόγονης εκείνης κάλτσας.
Ησίοδος –Έργα και Ημέραι στίχοι 536- 554
Απόδοση : Σταύρος Γκιργκένης
Τότε σκέπη για το κορμί σου να ντυθείς, καθώς σου παραγγέλλω,
μια χλαίνη μαλακή κι έναν χιτώνα που φτάνει ως τα πόδια.
Σε αραιό στημόνι πυκνό το υφάδι να περάσεις.
Αυτήν να τυλιχτείς, για να ᾽ναι οι τρίχες σου ακίνητες
540κι ούτε ν᾽ αναρριγούνε σηκωμένες όρθιες σε όλο σου το σώμα.
Γύρω απ᾽ τα πόδια σου πέδιλα ταιριαστά να δέσεις από βόδι
που βίαια θανατώθηκε, με πίλημα από μέσα ντύνοντάς τα.
Από ερίφια πρωτότοκα, σαν έρθει ο καιρός του κρύου,
δέρματα να συρράψεις με χορδή βοδιού, τη ράχη σου για να τυλίξεις,
για προστασία απ᾽ τη βροχή. Και πάνω στο κεφάλι σου
να έχεις σκούφο καλοκαμωμένο, τ᾽ αυτιά να μην σου βρέχονται.
Μιας κι είναι η αυγή ψυχρή βοριάς σαν πέσει,
κι ομίχλη εωθινή απλώνεται απ᾽ τον αστρόφορτο ουρανό στη γη
στα σιτοφόρα των καλότυχων χωράφια.
550Η ομίχλη αυτή απ᾽ τα αέναα ποτάμια αντλεί
και με του ανέμου τη θύελλα σηκώνεται ψηλά πάνω απ᾽ τη γη,
κι άλλοτε βρέχει προς το βράδυ κι άλλοτε φυσά,
σαν ο βοριάς της Θράκης τα πυκνά τα σύννεφα ταράζει.
Αυτήν αφού προφτάσεις τις δουλειές σου τελειώνοντας, στο σπίτι σου να πας,
Αρχαίον Κείμενον
Καὶ τότε ἕσσασθαι ἔρυμα χροός, ὥς σε κελεύω,
χλαῖνάν τε μαλακὴν καὶ τερμιόεντα χιτῶνα·
στήμονι δ᾽ ἐν παύρῳ πολλὴν κρόκα μηρύσασθαι·
τὴν περιέσσασθαι, ἵνα τοι τρίχες ἀτρεμέωσι
540μηδ᾽ ὀρθαὶ φρίσσωσιν ἀειρόμεναι κατὰ σῶμα·
ἀμφὶ δὲ ποσσὶ πέδιλα βοὸς ἶφι κταμένοιο
ἄρμενα δήσασθαι, πίλοις ἔντοσθε πυκάσσας·
πρωτογόνων δ᾽ ἐρίφων, ὁπότ᾽ ἂν κρύος ὥριον ἔλθῃ,
δέρματα συρράπτειν νεύρῳ βοός, ὄφρ᾽ ἐπὶ νώτῳ
545ὑετοῦ ἀμφιβάλῃ ἀλέην· κεφαλῆφι δ᾽ ὕπερθεν
πῖλον ἔχειν ἀσκητόν, ἵν᾽ οὔατα μὴ καταδεύῃ.
ψυχρὴ γάρ τ᾽ ἠὼς πέλεται Βορέαο πεσόντος,
ἠῷος δ᾽ ἐπὶ γαῖαν ἀπ᾽ οὐρανοῦ ἀστερόεντος
ἀὴρ πυροφόροις τέταται μακάρων ἐπὶ ἔργοις,
550ὅς τε ἀρυσσάμενος ποταμῶν ἀπὸ αἰεναόντων,
ὑψοῦ ὑπὲρ γαίης ἀρθεὶς ἀνέμοιο θυέλλῃ,
ἄλλοτε μέν θ᾽ ὕει ποτὶ ἕσπερον, ἄλλοτ᾽ ἄησιν,
πυκνὰ Θρηικίου Βορέω νέφεα κλονέοντος.
τὸν φθάμενος ἔργον τελέσας οἶκόνδε νέεσθαι,
Αρχαίες Πηγές:
Hesychius Lexicogr., Lexicon (Π – Ω) (4085: 003)
“Hesychii Alexandrini lexicon, vols. 3–4”, Ed. Schmidt, M.
Halle: *n.p., 3:1861; 4:1862, Repr. 1965.
Alphabetic letter sigma, entry 2243, line 1
κακοπράγμων
<συκοφάνται>· οἱ ἐπηρεάζοντες
<συκοφαντία>· καταλαλιά
<συκχάδαι>· ῥάπη
<συκχάδες>· εἶδος ὑποδήματος
<σύκχοι>· ὑποδήματα Φρύγια
Aeschylus Trag., Fragmenta
Tetralogy 40, play A, fragment 435a, line 2
.. ἃ δὲ ‘ποδεῖα’ Κριτίας (F 7 p. 774 N.29)
καλεῖ, εἴτε πίλους αὐτὰ οἰητέον εἴτε περιειλήματα ποδῶν, ταῦτα ‘πέλλυ-
τρα’ καλεῖ <ἐν Φινεῖ Αἰσχύλος·>
‘πέλλυτρ’ ἔχουσιν εὐθέτοις ἐν ἀρβύλαις’ .
Julius Pollux Gramm., Onomasticon
Book 10, section 50, line 2
ὑπεῖναι δὲ δεῖ ποδεῖα, πίλους, πέλ-
λυτρα· οὕτω γὰρ τὰ ποδεῖα Σοφοκλῆς (fg 976) καλεῖ, τοὺς δὲ περὶ
τοῖς ποσὶ πίλους οὐ Πλάτων μόνον ἐν Συμποσίῳ (220 B) φήσας
’ἐνειλιγμένων τοὺς πόδας εἰς πίλους καὶ ἀρνακίδας,’ ἀλλὰ καὶ Κρα-
τῖνος ἐν Μαλθακοῖς (I p 45. 100 Ko)
λευκοὺς ὑπὸ ποσσὶν ἔχων πίλους.
Herodotus Hist., Historiae
Book 3, section 12, line 17
Τούτοισι μὲν δὴ τοῦτό ἐστι αἴτιον ἰσχυρὰς
φορέειν τὰς κεφαλάς, τοῖσι δὲ Πέρσῃσι, ὅτι ἀσθενέας
φορέουσι τὰς κεφαλάς, αἴτιον τόδε· σκιητροφέουσι ἐξ
ἀρχῆς πίλους τιάρας φορέοντες.
Πηγές :
Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσα;ς (TLG)
On Line Etymology Dictionary
https://pournara.gr/index.php?route=information/information&information_id=15
Ησίοδος- Έργα και Ημέραι
photo https://www.mixanitouxronou.gr/pos-ta-papoytsia-stin-archaia-ellada-dilonan-tin-koinoniki-taxi-kai-ton-ployto-pos-xechorizan-oi-etaires-apo-ta-ypodimata-toys-kai-giati-i-archaia-moda-antechei-akomi/, Μηχανή Του Χρόνου

















































