Άνοιξε παιδί μου το φως στη βεράντα!
_Μα κοντεύουμε να κοιμηθούμε μαμά!
_Άνοιξε, αισθάνομαι πως μεγαλώνει η μέρα με το φως! __
_Γιατί νύχτωσε – πάλι; Πόσο γρήγορα νυχτώνει! ψιθυρίζει η γιαγιά. Θα πρέπει να πάρω τα χάπια μου για τη νύχτα…
_Πρέπει μαμά, της απαντά η κόρη της. Εκεί σου τα έχω, δίπλα στο κομοδίνο σου. Η γιαγιά συνεχίζει να ρωτά την κόρη.
_Να βγώ λίγο έξω να δω τα λουλούδια;
_Τέτοια ώρα, μαμά, θα δείς τα λουλούδια;
_Βρε παιδί μου, θέλω να πάρω αέρα. Η βραδιά είναι ευχάριστη. Δεν φυσάει όπως άλλες φορές, να, μια βόλτα θα κάνω, απο τη μια μέχρι την άλλη άκρη της βεράντας. Είναι τόσο δύσκολο;
_Μαμά κοντεύουν μεσάνυχτα…
_Ε και; απαντάει η γιαγιά. Σιγά – σιγά θα περπατάω, δε θα κάνω φασαρία, θέλω να δω και τις γάτες! Μόλις βγαίνω, έρχονται και τρίβονται στα πόδια μου. Να τις μιλήσω λιγάκι… να τις χαϊδέψω… μου έχουν λείψει…
_Μαμά, και οι γάτες κοιμούνται τέτοια ώρα! _
_Ε.. τότε να δω τις λάμπες που ανάβουν στους δρόμους. Ίσως δω κανέναν περαστικό. Θελω να δω άνθρωπο…
_Μαμαα!!! Τέτοια ώρα ποιόν θέλεις να δεις;
_Παιδί μου θα σεργιανίσω λιγάκι πριν κοιμηθώ. Όλη μέρα κλεισμένη στο σπίτι, νομίζω οτι θα με πλακώσει το ταβάνι. Δεν καταλαβαίνεις;
_Καλά, ολόκληρη μέρα δε σου έφτασε να βγεις να σεργιανίσεις;
_Βγήκα το πρωί, αλλά έκαιγε ο ήλιος και δεν μπορούσα να δω…
_Βρε μαμά, κοντεύουν μεσάνυχτα σου είπα, έλα να πλαγιάσεις. Αύριο πάλι μέρα είναι έχει ο Θεός.
_Το ξέρω που έχει ο Θεός, μα πνίγομαι σου λέω…
_Θέλεις να σου δώσω ενα ποτήρι γάλα να ηρεμήσεις;
_Πιστεύεις οτι δεν έχω ηρεμία κορίτσι μου;
_Ναι μαμά, γιατί κοντεύει να έρθει το ξημέρωμα σε λίγες ώρες κι αν συνεχίσεις την κουβέντα θα βγει κι ο ήλιος!
_Καλά, τουλάχιστον να φωνάξω τις γάτες να τις πω καληνύχτα.
_Μαμά, οι γάτες, τα σκυλιά, οι άνθρωποι, όλοι κοιμούνται την νύχτα, τι δεν καταλαβαίνεις;
_Έχεις δίκιο παιδί μου… κατάλαβα..
_Μα αν καταλαβαίνεις, γιατί δεν ακούς τι σου λέω τόση ώρα;
_Ξέρω, σ’ έχω κουράσει, πήγαινέ με σε ένα ίδρυμα μη σου γίνομαι βαρος πια… συνεχίζει η γιαγιά.
_Τώρα θ’ ανοίξουμε συζήτηση νύχτα ώρα για τα ιδρύματα μαμά;
Η μαμά – γιαγιά, σωπαίνει… Προχωρά αργά – αργά σέρνοντας τις παντόφλες της προς το δωμάτιό της.
Άλλωστε, όλοι κοιμούνται στο σπίτι, το πρωί έχουν δουλειές, ατέλειωτες δουλειές.
Δεν βγήκε έξω να δει τα νυχτολούλουδα, δεν βγήκε να χαϊδέψει τις γάτες, δεν βγήκε να δει κανέναν περαστικό απ’το μπαλκόνι του σπιτιού.
Με παράπονο, είπε στην κόρη της _Έχεις δίκιο παιδί μου.. Καληνύχτα…
Γυρνώντας με δυσκολία στο δωμάτιό της πλησίασε στο παράθυρό της. Έστρεψε το βλέμμα της πάνω στον ουρανό κοιτώντας τ’ αστέρια να λαμπυρίζουν τόσο πολύ και νόμισε για λίγο πως, αν άπλωνε τα χέρια της, αυτά θα έμπαιναν στην αγκαλιά της.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και επέστρεψε στο κρεβάτι της.
Κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους, οι ώρες που περνούσαν της φαίνονταν αιώνες. Κάποιες φορές γυρνούσε το μαξιλάρι της μια απο δω, μια απο κει, μα ο ύπνος απόψε την είχε ξεχάσει…
Προσευχόμενη η γιαγιά με σιγανή φωνή μην τυχόν ανησυχήσει τους οικείους της, λίγο πριν το ξημέρωμα, ένιωσε ένα δροσερό αεράκι να μπαίνει απο το μισόκλειστο παράθυρό της. Τράβηξε τότε με αργές κινήσεις τα σκεπάσματά της αισθανόμενη μια πρωτόγνωρη ανακούφιση και έκλεισε τα βλέφαρά της.
Δεν πέρασε πολλή ώρα, που ο χρυσάκτινος ήλιος της χαμογέλασε στέλνοντας τις πρωινές αχτίδες του φωτίζοντας το ήρεμο πρόσωπό της καθώς και ολο το δωμάτιο της.
Όμως η γιαγιά αυτή τη φορά, δεν άνοιξε τα μάτια της.
Ταξίδεψε σε τόπους τ’ ουρανού! Εκεί που δεν χρειαζόταν να είναι όλη μέρα κλεισμένη σε τέσσερις τοίχους. Ούτε να μιλάει συνέχεια και να γίνεται κουραστική. Ούτε να ξεχνάει τα φάρμακά της, ούτε να χρειάζεται περιποίηση σαν μωρό παιδί και να κουράζει την κορη της.
Ταξίδεψε σε τόπους Παραδείσου, εκεί που ήταν πάντοτε μέρα και δεν την ένοιαζε αν θα νυχτώνει…
Γυρνούσε σε μέρη με όμορφα λουλούδια, που όμοιά τους δεν είχε ξαναδεί!
Κάπου – κάπου χαϊδευε τις όμορφες γάτες που συναντούσε περπατώντας με άνεση στους ανθοβολώνες του ουρανού χαμογελώντας ευτυχισμένη!
Κάπου – κάπου έριχνε ματιές κάτω στη βεράντα του σπιτιού της, μα δε την λαχταρούσε.
Τώρα είχε απέραντες βεράντες να σεργιανάει ό,τι ώρα ήθελε χωρίς περιορισμούς και να βλέπει αγγέλους φωτεινούς!
Τώρα έπινε νερό απο ολόδροσους καταρράκτες του Παραδείσου!
Τώρα είχε σπίτι της τους ουρανούς!
photo brenkee, https://pixabay.com