Η νέα ποιητική συλλογή της Γεωργίας Γιώτα με τον χαρακτηριστικό συμβολικό τίτλο «Εύφλεκτον δέρας» που παραπέμπει όχι μόνο στο χρυσόμαλλο ένδυμα των αρχαίων μύθων, αλλά και στο πολύτιμο τίμημα της εσωτερικής αναζήτησης.
Το «Εύφλεκτον δέρας» δεν είναι εξωτερική δόξα ή οι φανερές κατακτήσεις, είναι το βάθος της ψυχής που επιζητεί φως, είναι το αίμα που γίνεται ποίημα, είναι το λάθος που γίνεται γνώση, το πάθος που γίνεται λύτρωση.
Το «Εύφλεκτον δέρας» έρχεται να διευρύνει τα όρια της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, υφαίνοντας έναν ιδιότυπο, βαθιά συναισθηματικό και ταυτόχρονα φιλοσοφικό λόγο που κινείται ανάμεσα στην ποιητική εξομολόγηση και την υπαρξιακή αφήγηση.
Το έργο χωρίζεται και διαρθρώνεται σε τρεις ενότητες: Τα ΠΑΘΗ, Τα ΛΑΘΗ, και Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ. Δηλωτικές ήδη από τον τίτλο η κάθε μία, παραπέμπουν σε έναν εσωτερικό κύκλο πόνου, συνειδητοποίησης ως την τελική λύτρωση.
Η πρώτη ενότητα, Τα ΠΑΘΗ (οιμωγή και θυμός), εγκαινιάζει τη συλλογή με έναν σχεδόν εξομολογητικό τόνο. Εδώ, η ποιήτρια δεν ντρέπεται να φανερώσει τις ρωγμές της, αντίθετα, τις κάνει στίχο. Τα ποιήματα αυτής της ενότητας είναι σαν κραυγές σε εσωτερικά τοπία γεμάτα αντιστάσεις, συναισθηματικές εκρήξεις, μα και μια ωμή τρυφερότητα. Η οιμωγή δεν είναι μόνο πόνος, αλλά τρόπος ύπαρξης. Ο θυμός δεν είναι οργή εναντίον του άλλου, αλλά αποδοχή του βαθύτερου εαυτού, ο οποίος αρνείται να συνεχίσει να υποκρίνεται.
Απόσπασμα από το ποίημα:
Ανοχή
Ανέχτηκα αγκάθια πάνω σε ρόδα αμάραντα
Με δικαιολογία φθηνή να μην τα πιάνει το μάτι.
Ανέχτηκα
ερπετά σε ζωολογικούς πολυτελείας κήπους
να κλέβουν την παράσταση
από λιοντάρια περήφανα και ελάφια σπάνια
Πλανημένος από τα ουρλιαχτά των λύκων σαν έπεφτε
βαθύ το σκοτάδι.
Ανέχτηκα
βιασμούς της ψυχής
εκείνων που
τις ώρες τις τρυφερές με υψωμένο το δάχτυλο
δείχναν στο θόλο τον ουράνιο της φαντασίας
τους αλμικανταράτους.
Η μέδουσα είχε κόμη ολόκληρηση, όψη περικαλλή
Τέρας δεν ήταν, έγινε,
σαν Ποσειδώνας με βία τις φέρθηκε στο ιερό της Αθηνάς.
Η δεύτερη ενότητα, Τα ΛΑΘΗ (δάκρυ και αναζήτηση), λειτουργεί σαν ενδιάμεσος καθαρτήριος χώρος. Εδώ, η Γιώτα μετατοπίζει το ποιητικό της βλέμμα από την εξωτερική ρήξη στην εσωτερική αναδίφηση. Το δάκρυ δεν είναι μόνο θλίψη, είναι πλύσιμο, ξεκαθάρισμα, κάθαρση. Η αναζήτηση γίνεται εργαλείο αυτογνωσίας, τα ποιήματα αποκτούν πιο στοχαστικό ρυθμό, πιο υπόγεια αγωνία, σαν ο αναγνώστης να βαδίζει μαζί με την ποιήτρια σε έναν νοερό λαβύρινθο, όπου κάθε γωνιά είναι και μια ανάμνηση, ένα λάθος, μια ελπίδα. Στοιχεία γνωστά σε όλους μας ως βιώματα, που έχει ζήσει και αντιμετωπίσει.
Απόσπασμα από το ποίημα:
Λαιμητόμος ανάγκη
Κι όμως είχα μία ανάγκη λαιμητόμο
να θρέψω την ψυχή μου με ψίχουλα.
Έστω…
Από αυτά το πέφτουν από του νου το τραπέζι
σαν γέρνει τις νύχτες,
από καμωμένος από ταξίδια αλητείας,
ακουμπισμένος με δέος σε προσκεφάλια ορφανών ονείρων,
Και κάποιες στιγμές διψούσα,
μα πού να βρεθεί ένα ύδωρ λάλον από πηγή αναστάσιμη.
Λειψυδρία έπεσε απότομη στου κάμπου τα ήρεμα σπλάχνα.
Και τώρα τι;
Η τρίτη και τελευταία ενότητα, Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ (λύτρωση και παραδοχή), σφραγίζει τη συλλογή με μια ευγενική ένταση. Εδώ δεν υπάρχει η εύκολη αισιοδοξία, αλλά μια βαθιά, ώριμη αποδοχή. Η παραδοχή δεν σημαίνει ήττα, αλλά επίγνωση. Η λύτρωση δεν είναι ηρωική, μα σιωπηλή νίκη που συμβαίνει στις παύσεις, στις λέξεις που δεν ειπώθηκαν, στις αγκαλιές που έγιναν σκιά. Η ποίηση της Γιώτα σε αυτό το στάδιο αποκτά σχεδόν μεταφυσική διάσταση, σαν να διαπερνά το χρόνο και τον χώρο, αγγίζοντας κάτι καθολικό, σχεδόν αρχετυπικό.
Απόσπασμα από το ποίημα:
Στο ύψος των περιστάσεων
Στο ύψος των περιστάσεων
Στο ύψος των περιστάσεων
Στο πλάτος της αξιοπρέπειας
Στου ανθρώπου το ακατέργαστο βάθος.
Ανά τακτά χρονικά διαστήματα ακούω το χρονόμετρο
Και επαναλαμβάνω με ρυθμό σταθερά επιταχυνόμενο
Μην τυχόν και ο νους πλανηθεί αβοήθητος
Μην τυχόν κι η καρδιά καταντήσει επαίτης.
Είναι οι στιγμές που Οδυσσέας και Παλαμήδης αντιμάχονται
ποιος του Σίσυφου θα βαστάξει τον βράχο.
Στο σύνολό τους τα ποιήματα της συλλογής εμφανίζουν τη δυναμική έκφρασης της ποιήτριας καθώς παρουσιάζονται από μακροσκελείς αφηγήσεις, που συχνά προσεγγίζουν τον πεζόμορφο λόγο, όχι όμως με την έννοια της πρόζας, αλλά με μια αφηγηματική τεχνική που απλώνεται, επιμένει, και δεν βιάζεται να καταλήξει. Το ύφος παραμένει ακραιφνώς ποιητικό, πλούσιο σε εικονοποιία, συναισθηματικό βάθος, αλλά και μια σχεδόν μουσική ρυθμικότητα που καθοδηγεί τον αναγνώστη στον εσωτερικό χάρτη της ποιήτριας.
Ιδιαίτερο στοιχείο της συλλογής είναι η πολυμορφία της γλώσσας και η πυκνότητα των αλληγορικών υπαινιγμών. Η Γεωργία Γιώτα δεν μιλάει ευθέως: υπονοεί, σκιάζει, παίζει με τις μεταφορές, δίνει μορφή στις λέξεις, ιδέες και γνώσεις που έχει στο μυαλό της καλώντας τον αναγνώστη να αφυπνιστεί κι όχι απλώς να διαβάσει, αλλά να διεισδύσει να γίνει συνοδοιπόρος και να βιώσει αισθανόμενος κι ο ίδιος την εσωτερική της μεταμόρφωση που περιγράφει.
Το «Εύφλεκτον δέρας», μεταφορικά, γίνεται το ιερό ζητούμενο της ύπαρξης. Αυτό που διεκδικείται με την ενσυναίσθηση μέσα από τον πόνο, και χάνεται στα λάθη και τελικά ανακτάται με την κάθαρση της ψυχής.
Ως αποτέλεσμα, αυτό που μένει από το «Εύφλεκτον δέρας» είναι μια εσωτερική οδύσσεια, ένα ταξίδι αυτογνωσίας και απογύμνωσης, που εμπνέεται από το βάθος των ανθρώπινων συναισθημάτων όπου η ποιήτρια τα μεταστοιχειώνει σε λόγο ποιητικό. Μια συλλογή που δεν διαβάζεται απλά, αλλά βιώνεται σαν να κρατά κανείς στα χέρια του όχι απλώς ποιήματα, αλλά τα ίχνη μιας ψυχής που τόλμησε να μιλήσει, να απογυμνωθεί και τελικά να μεταμορφωθεί αφήνοντας στις σελίδες την ομορφιά του λόγου υποβάλλοντας τον αναγνώστη στη μαγική επίδραση του ποιητικού μύθου.