Ρούμι άλλο δε γεύτηκα
‘ ξον απ΄ αυτό της Κούβας των χειλιών σου,
χλωμέ Ερνέστο
των ύστερών μου επαναστάσεων,
στ’ ακρόχειλο που ανόθευτα με άγγιξε
Σεπτέμβρη,
μήνα υγρασίας.
Το ήξερα λοιπόν, πριν σε γνωρίσω
πως θα ραγεί το μέσα μου για σένα
το ΄χα, θαρρώ παλιότερα διαβάσει
σε ιστορίες πειρατών της Τριχωνίδας.
Εάν στη μέση του αιώνα,
ξυπνήσ΄ η Αβάνα της καρδιάς
ρεσάλτα στο ωκεανό θα κάνεις, λέγαν.
Α! και τώρα πια, τον θάνατο,
καθόλου μα καθόλου, δεν φοβάμαι.
Να μην πεθάνω, πριν πολύ αμαρτήσω, σκιάζομαι.
Να μην πεθάνω δίχως επανάσταση
κι ας είναι να πνιγεί κι αυτή και γω στο αίμα.
photo Benedikts_Snapshots / https://pixabay.com