Η επικείμενη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ ως 47ου Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών το 2024 συνεχίζει να προκαλεί διεθνείς ανησυχίες και πυροδοτεί συζητήσεις σε διάφορους τομείς της διεθνούς πολιτικής. Η «τραμπική» πολιτική ρητορική και στρατηγική ενδέχεται να προκαλέσουν εντάσεις, ανασφάλεια, αλλά και αναστοχασμό για την πορεία του διεθνούς συστήματος, ιδιαίτερα στην περίπτωση που ο Τραμπ επανεκλεγεί και εφαρμόσει την πολιτική του για μια δεύτερη θητεία.
Η Καμάλα Χάρις, αντιπρόεδρος της Δημοκρατικής Παράταξης, επιχείρησε να προσελκύσει μορφωμένα και εύπορα κοινωνικά στρώματα, υιοθετώντας την «woke agenda», δηλαδή την επέκταση των ατομικών δικαιωμάτων, μια πολιτική που απευθύνεται κυρίως σε προοδευτικά και φιλελεύθερα τμήματα της κοινωνίας. Από την άλλη, ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει κερδίσει τη στήριξη μεγάλου μέρους των πιο παραδοσιακών και οικονομικά αδύναμων τμημάτων του εκλογικού σώματος, ακολούθησε μια πιο λαϊκιστική και ανδροπρεπή ρητορική, η οποία ενίσχυσε την εικόνα του ως «εκτός συστήματος» πολιτικού που παλεύει για την καθημερινή ζωή των πολιτών. Η σύγκρουση αυτών των δύο αντιπάλων στρατηγικών καταδεικνύει την απόσταση που έχει δημιουργηθεί στη διαμόρφωση των εκλογικών συσχετισμών, ενώ η ίδια η πολιτική του Τραμπ φαίνεται να έχει αντίκτυπο σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ το 2024 αναμένεται να προκαλέσει ισχυρές αντιδράσεις στην Ευρώπη. Ο Τραμπ, όπως και στο παρελθόν, πιθανόν να αμφισβητήσει τις παραδοσιακές διατλαντικές σχέσεις, εκφράζοντας ανησυχία για την υπερβολική εξάρτηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ, ειδικά στον τομέα της άμυνας και της ενέργειας. Οι ενδυναμωμένες φωνές από πλευράς ΗΠΑ αναμένεται να ζητήσουν από την Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος στον τομέα των αμυντικών δαπανών, ενώ η πολιτική του προστατευτισμού θα μπορούσε να οδηγήσει στην επιβολή δασμών στα ευρωπαϊκά προϊόντα, γεγονός που θα επιβαρύνει την ήδη δύσκολη οικονομική κατάσταση της ΕΕ. Η αλλαγή αυτή φαίνεται να «βάλει τέλος» στο παραδοσιακό ευρωπαϊκό όραμα, σύμφωνα με τον Επίτροπο Πάολο Τζεντιλόνι, ο οποίος επισημαίνει την ανάγκη για εκσυγχρονισμό του ευρωπαϊκού μοντέλου.
Το Ουκρανικό παραμένει κεντρικό ζήτημα στις διεθνείς σχέσεις και ειδικά στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Η πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ αναμένεται να επιμείνει σε μια γρήγορη διπλωματική λύση που θα περιλαμβάνει την αναγνώριση των «εδαφικών αποτελεσμάτων του πολέμου», δηλαδή την απώλεια εδαφών για την Ουκρανία, σε συνδυασμό με εγγυήσεις για την εδαφική ακεραιότητα του υπόλοιπου της χώρας. Σημαντική είναι η διαφοροποίηση της στάσης των Ευρωπαίων, με τις χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία να δείχνουν μεγαλύτερη ανοχή σε μια εδαφική συμφωνία που θα περιλαμβάνει τη Ρωσία, ενώ χώρες όπως η Πολωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένουν πιο σκεπτικιστές απέναντι σε οποιοδήποτε συμβιβασμό.
Η στάση της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στο Ισραήλ παραμένει σταθερή. Ο Τραμπ έχει εκφράσει σαφή στήριξη στις ισραηλινές στρατιωτικές επιθέσεις, ενισχύοντας έτσι τις σχέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Οι βομβαρδισμοί συνεχίζονται, ενώ ο Τραμπ φαίνεται να μην έχει καμία πρόθεση να απομακρυνθεί από την ισχυρή στρατηγική συμμαχία.
Το Ιράν, από την πλευρά του, φέρεται να επιδιώκει μυστική συνεννόηση με τις ΗΠΑ, μέσω διαρκών επαφών, πιθανώς και σε μια προσπάθεια να επαναδιαπραγματευτεί τις συνθήκες γύρω από το πυρηνικό του πρόγραμμα. Η υποστήριξη των ΗΠΑ στις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις φαίνεται να έχει ωθήσει το Ιράν σε μια πιο διαλλακτική στάση, με σκοπό τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων για έναν ενδεχόμενο πολιτικό συμβιβασμό.
Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ το 2024 αναμένεται να προκαλέσει σημαντική αναστάτωση στις διεθνείς σχέσεις, με τον αντίκτυπό της να είναι εμφανής τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Μέση Ανατολή. Οι πολιτικές του, που βασίζονται στον λαϊκισμό και την εμμονή στην εσωτερική ανάπτυξη των ΗΠΑ, έρχονται σε αντίθεση με τις παραδοσιακές συμμαχίες και στρατηγικές, φέρνοντας την Ευρώπη μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα. Ανάλογα με τις εξελίξεις στην Ουκρανία και τις σχέσεις με το Ιράν, η επόμενη περίοδος υπό την ηγεσία Τραμπ αναμένεται να φέρει ανακατατάξεις στη διεθνή τάξη και να απαιτήσει νέες στρατηγικές προσαρμογές από τις δυνάμεις της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου.
Ειδησεογραφικές Πηγές:
- BBCκαι CNN: Συνήθως προσφέρουν λεπτομερή ρεπορτάζ και ανάλυση για τις αμερικανικές εκλογές και την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.
- Reutersκαι The New York Times: Καλύπτουν επίσης τις πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ, τις σχέσεις με την Ευρώπη και την Ουκρανία, καθώς και τις στρατηγικές του Τραμπ.
Αναλύσεις από Ινστιτούτα Πολιτικών Ερευνών:
- Council on Foreign Relations (CFR): Προσφέρει εκτενείς αναλύσεις για την αμερικανική εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις.
- Carnegie Endowment for International Peace: Ειδικεύεται σε θέματα διεθνών σχέσεων και μπορεί να έχει άρθρα σχετικά με την πολιτική του Τραμπ το 2024.
- Brookings Institution: Προσφέρει μελέτες και εκθέσεις για τις στρατηγικές και τις επιπτώσεις των αμερικανικών εκλογών στην παγκόσμια σκηνή.
Ευρωπαϊκά ΜΜΕ:
- Politico Europe: Καλύπτει τις πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη και τις σχέσεις ΕΕ-ΗΠΑ.
- Le Mondeή Die Zeit: Αυτές οι εφημερίδες συχνά καλύπτουν τη στάση της Ευρώπης απέναντι στην πολιτική του Τραμπ.
Οργανισμοί Διεθνών Σχέσεων:
- European Council on Foreign Relations (ECFR): Αναλύει την εξωτερική πολιτική και την αμερικανική επιρροή στην Ευρώπη, ειδικά μετά την εκλογή του Τραμπ.
- Atlantic Council: Παρακολουθεί τις πολιτικές σχέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στην Ευρώπη και αλλού.
Από την δημοσιογραφική ομάδα του Greek News and Radio FL