Την πλεύση του ονείρου μου
σου χάρισα.
Ευάερό μου αρχοντικό, αχ,
σε λαχτάρισα.
Στης ματιάς σου τη γαλήνη
γλυκοχάραζε.
Και η φλόγα της Σελήνης
νερά τάραζε.
Το κορμί σου χίλιοι κλώνοι
ανθοβόλησαν.
Στο ανέβασμα του ήλιου
σε ενθρόνισαν.
Η πανσέληνος του Αυγούστου
υποκλίθηκε.
Στου Αυγερινού το στέρνο
αποκοιμήθηκες.
Στέκι της ζωής μου,
μπρίο και παράπονο.
Εφηβεία αστροφεγγιά,
νερό γάργαρο.
Σαν βιβλίο στους ανέμους
ξεφυλλίζομαι
και στο τρυφερό σου στέρνο
ανθός γίνομαι.
Ένας κλώνος μ’ ακουμπάει,
φαντασιώνεται.
Και το έκθαμβό του βλέμμα
απογειώνεται.
Άνθη ντάλιας φτερουγίζουν
στην ανεμελιά.
Φοράει νυφοστόλια ο χρόνος,
μια ορθοπεταλιά.
Της κληματαριάς τον βίο ντύνει
η πεθυμιά.
Βρήκα την παλιά αλάνα
στη γυροβολιά.
Μαντζουράνες και γεράνια
αύρες κολακεύουν.
Έσφιξαν ψύχρες κι άνεμοι,
τα όνειρα μισεύουν.