Στάθηκε μπρος του και μετρήθηκε. Ήταν ψηλός ίσαμε δύο μέτρα. Τη χώραγε μέσα στην αγκαλιά του ολόκληρη έτσι μικρή που ήταν.
Πλησίασε και κόλλησε το πρόσωπο της στο δικό του. Της το ‘πε χρόνια πριν, πως ήτανε η πιο όμορφη γυναίκα που ‘χε δει ποτέ του.
Είδε τον εαυτό της πάλι μες στις κόρες των ματιών του. Είδε τα μάτια της γυμνά από βλέφαρα πίσω από πρεσβυωπικά γυαλιά και τα μαλλιά της αραιά. Ήταν η μύτη της μεγάλη κι όπως γέλασε είδε με τρόμο τρίχες ζωηρές επάνω στην ελιά που είχε πλάι στο ρουθούνι.
“Γέρασα τόσο; τόνε ρώτησε. Εκείνος δεν απάντησε.
Έστεκε μόνο μπρος της δίμετρος, ακίνητος και παγερός.
Λίγο μετά ακούστηκε στη γειτονιά στριγγιά η φωνή της να ουρλιάζει:
“Πες το λοιπόν! Η ωραία Ελένη είναι τώρα γριά; Αυτό δε θες να πεις;”
Εκείνος πάλι δεν απάντησε.
Έβγαλε τότε το τακούνι της και του το έμπηξε στην κόρη του ματιού. Κι έτσι σταμάτησε να βλέπει τις ρυτίδες, τη στραβή της μύτη και τη μαύρη την ελιά. Γιατί αυτός κατέρρευσε στο πάτωμα με θόρυβο σε θραύσματα.
Έμεινε μόνο η χρυσή μπορντούρα του στον τοίχο.
photo TemperateSage / https://pixabay.com