στους Ελληνοεβραίους του Άουσβιτς
Τριακόσιοι φύγαμε τυλιγμένοι στο μπαμπάκι
από τη χώρα με τον παντοτινό ήλιο
— μήπως κι εδώ ταιριάξαμε ποτέ;
Διακόσιοι ενενήντα εννέα ενήλικες κι ένας εγώ, ο Λεωνίδας
Ώσπου να φτάσουμε στη χώρα της σβάστικας
ενηλικιώθηκα
Αγόραζε θάνατο ο πατέρας στους σταθμούς
έτρωγαν πρώτοι με τη μάνα
σε μένα τάιζαν από τα πόδια, την ουρά
ό,τι είχε απομείνει
Χιλιόμετρα θάνατο ήπια και έφαγα
έως το Μπίργκεναου
Τα ρούχα ψήλωσαν στις πλάτες με την άφιξη
Όξινη η κολόνια που φοράγαμε
κανένας δεν ξεχώριζε από τον άλλον
Ένα λιβάδι ηλίανθοι στο ίδιο ύψος με τους Ρώσους
έπινε ζόφο από την καρδιά του κτήνους
Στον φούρνο ΙV κρεμάσαμε τα όρια
ανέφελος ο ουρανός στις Θερμοπύλες
Από τα κόκαλα βγαλμένη η αξιοπρέπεια
μα οι Εφιάλτες πάντα έρχονται στα όνειρα
Τρακόσιες πλάκες σαπούνι φόρεσα
χλόμιασε η οσμή μελλοθανάτου
ο αριθμός δεν ομοδοξεί να παρακμάσει
photo RonPorter / https://pixabay.com