Απερίσκεπτα τραβήξαμε
το κορδόνι
από του τρένου το χρυσό καμπανάκι κινδύνου.
Κι η ζωή, με βία μας πέταξε,
στο πρώτο βαγόνι.
Άμαθοι ταξιδιώτες,
σαστισμένοι τριγύρω κοιτάζαμε,
την πολυτέλεια και την λαμπράδα.
Το μυαλό μας θαμπώθηκε.
Βαλθήκαμε να τρώμε με απληστία
φαγιά και πιοτά άγνωστα.
Ότι η ζωή μας στέρησε από τη γέννηση μας,
θελήσαμε να ζήσουμε με άγνοια κινδύνου.
Γενναίες τζούρες από κακό
αμαρτίες και δόλο
της καρδιάς μας τα δώματα πλημμύρισαν.
“Είναι επικίνδυνο πολύ
να ταξιδεύεις χωρίς πλοηγό
στα αχαρτογράφητα νερά του πλούτου.”
Και εμείς ήμασταν διψασμένοι
πεινασμένοι και πονεμένοι.
Θέλαμε όλα να τα δούμε,
όλα να τα κάνουμε,
όλοι να μας δούνε.
Δεν λογαριάσαμε στιγμή το κόστος.
Τρέχαμε.. και γελάγαμε..
και τρώγαμε.. και διασκεδάζαμε..
και αν κάποιον επληγώναμε,
καθόλου δεν μας ένοιαζε..
Μα ο πέλεκυς της δικαιοσύνης ήταν εκεί,
και μας περίμενε υπομονετικά.
Μας βρήκε ένα βράδυ
στου πόνου το φανάρι.
Και μόνο όταν έβγαινε έβγαινε η τελευταία σου Πνοή στην άσφαλτο,
τα μάτια σφάλισα και εγώ
από το Θεό συγνώμη ζητώντας.
photo 652234 / https://pixabay.com