Το πρωινό της 12ης Δεκεμβρίου 2024, θα επιστρέψεις• θα κάνει κρύο τσουχτερό και θα φυσάει δυνατά. Ίσως και να χιονίζει. Θα φτάσεις στο σταθμό με καθυστέρηση χειμώνων. Εγώ, ως γνωστόν, θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω. Φοράς, λοιπόν, γούνινο γκρι παλτό και μάλλινα μαύρα γάντια. Το φόρεμά σου κυματίζει ελαφρά, αφήνοντας μια υποψία ατλαζένιας φόδρας να τυλίγει με πούδρα γιασεμιού ολόκληρη την πόλη.
Σε βλέπω από μακριά, φωνάζω τ’ όνομά σου. Αυτό εκρήγνυται στην οροφή, θρύψαλα και κομμάτια, σκάει σαν ρόδι ευοίωνο αντηχώντας. Καθώς όλα κατολισθαίνουν τρυφερά, έρχεσαι προς το μέρος μου με τα ωραία σου μάτια διεσταλμένα• με προσμονή και κάποια αίσθηση θριάμβου.
“Δεν με λένε Άννα, πια”, μου λες σε πάλλευκα ρώσικα χαμογελώντας, “αλλά είμαι έτοιμη να με αφηγηθείτε”.
(Από την ανέκδοτη συλλογή Τόπων Ποίησις)
photo EyeEm,
Image license by freepik.com