Σε δρόμο, λέει, ήμουν μοναχός.
Πορτοκαλί το έδαφος κι ο ουρανός.
Ξάφνου φάνηκε ο Χριστός,
στους ώμους Του ήταν ο σταυρός.
Τον ακολουθούσε στρατός Αγίων,
προστατευτικός.
Δεν είχε αγκάθια στα μαλλιά,
μα λουλούδια ευωδιαστά.
Γύρισε το βλέμμα και με κοίταξε γλυκά.
Δάκρυα έτρεξαν πολλά,
από τα μάτια Του τα θεϊκά.
Σα να με κάλεσε, θαρρώ,
κι άρχισα μαζί να περπατώ.
Γύρω μου υπήρχε φως,
μα ο δρόμος ήταν αδειανός.
Μόνο της μάνας μου η μορφή,
μ’ ακολουθούσε σιωπηλή.
Έτσι όλοι μαζί, με βήματα αργά,
ανεβήκαμε στον Γολγοθά.
Το βουνό έστεκε βαρύ.
Διάσπαρτοι ήταν οι σταυροί.
Σε σταύρωσαν χωρίς καρφιά.
Σου έδεσαν τα χέρια με σχοινιά.
Όρθιο σε βάλαν στο σταυρό.
Γύρω Σου οι Άγιοι σωρό.
Σπαθιά, μαχαίρια, λόγχες κάνανε φραγμό.
Η μάνα μου έστεκε βουβή.
Κλαμμένη, μοναχή.
Και παραπέρα, εγώ, λυγμό έβγαζα βαρύ.
Και ξάφνου γίνηκε σκοτάδι,
χάθηκε το φως, για δευτερόλεπτα θαρρώ,
ώσπου ήρθε πάλι το φως Σου,
το ένα και μοναδικό.
Μα και πάλι ήρθε το σκοτάδι,
για λίγο ευτυχώς.
«Κλείσε το φως, κλείσε το φως», είπα μετά,
γιατί ξύπνησα με ‘κείνο τ’ όνειρο
απ’τον ύπνο μου, μες την νυχτιά.
Το φως Σου, το μόνο αληθινό,
μου ανοίγει δρόμους στη ζωή,
αυτό είναι που με οδηγεί,
να βλέπω πάντα Ανατολή!
Σ’ ευχαριστώ που μ’άφησες, Χριστέ,
να ιδώ το φως Σου το αληθινό,
έστω και πάνω απ’ τον σταυρό…
photo jeffjacobs1990 / https://pixabay.com