Εκείνη την ημέρα κρατούσα στο χέρι το κλειδί μου. Απλό, μεταλλικό, κρύο, παγωμένο κι αυτό, από τον καιρό. Είχε χιόνια στο βουνό. Φανταζόμουν πόσο όμορφα θα ήταν να είχα κι εγώ κάποιον να πάω παρέα.
Ποτέ δεν πήγα μακρινά, μέχρι την αγορά και πάλι πίσω και καλοκαίρια ως την ακρογιαλιά, μα πάντα με το κλειδί στο χέρι, για την επιστροφή. Οι επιθυμίες μου ήταν φτωχές, μα ρουφούσαν το μυαλό μου εικόνες με ζευγάρια στα χιόνια να τρέχουν, να παίζουν με χιονόμπαλες και γέλιο, πολύ γέλιο σαν αυτό της ευτυχίας.
Μα το κλειδί παρέμενε στα χέρια μου, παγωμένο. Μέχρι την ημέρα που συναντήθηκαν τα βλέμματα μας. Αλαλαγμός στην ψυχή μου. Μίτος της Αριάδνης, χωρίς τέλος… Ας έβγαινες από το μυαλό μου! Άξιζα την ευδαιμονία! Παρακαλάω μην ξεχάσω τη μορφή σου.
Μα η ζωή δεν αφήνει κανέναν που να αξίζει. Κάθισες δίπλα μου αγέρωχος, αρρενωπός, με το χοντρό παλτό σου. Άφησες το κλειδί σου στο παγκάκι. Πήρες το χέρι μου και το άνοιξες απαλά, με τρυφερότητα. Τα δάχτυλά μου άφησαν το κλειδί δίπλα στο δικό σου.
«Γυρεύω το αυθεντικό…», μου ψέλλισες αγγελοκαμωμένος. «Πάμε στο χιόνι;» ρώτησες.
Έγνεψα. Βήματα αργά. Ο χιονάνθρωπος φοράει καπέλο… Και κασκόλ… Χαμογελάω θαρρετά.
«Η ευτυχία είναι λευκή σαν χιόνι», είπα ντροπαλά. «Και τώρα αφέντη μου, που πάμε;»
«Ταξίδι μακρινό», αποκρίθηκες.
Τα δυο κλειδιά έμειναν εκεί, σκούριασαν στο ίδιο παγκάκι. Δεν τα άγγιξε ποτέ κανείς.
photo Sandra_M_H / https://pixabay.com