Η 15η Ιανουαρίου ήταν ημέρα μνήμης του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, και μια αφορμή να θυμηθούμε το όραμα αυτού του μεγάλου Ανθρώπου.
Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ γεννήθηκε το 1929 στην Ατλάντα. Γιος δασκάλας και ενός πάστορα, αλλά έζησε σε μια εποχή που δεν σεβόταν την διαφορετικότητα -πολύ περισσότερο απ’ ό,τι σήμερα τουλάχιστον. Για αυτό τον λόγο δημιούργησε τις συνθήκες για να φτάσει αυτός ο Άνθρωπος στα όρια της δύναμής του.
Ο ρατσισμός δημιουργούσε μεγάλες εντάσεις, και αυτό συνέβαινε σε όλους τους τομείς της ζωής: στον δημόσιο τομέα, στις κοινωνικές εκδηλώσεις, στην εκπαίδευση. Οι «μαύροι» δεν επιτρεπόταν να βρίσκονται στους ίδιους χώρους με τους «λευκούς», είτε αυτό σήμαινε ένα εστιατόριο, είτε ένα ξενοδοχείο, ένα κέντρο διασκέδασης, ένα κατάστημα, ή ακόμη ένα μέσο μεταφοράς. Οι λατρευτικοί ναοί των μαύρων ήταν διαφορετικοί από αυτούς των λευκών -κάτι που αποτελεί ακόμη και ανέκδοτο, αν αναλογιστεί κανείς τα λόγια που ακούει κάποιος εντός του ναού, δυστυχώς ήταν όμως μια πραγματικότητα.
Οι φυλετικές διακρίσεις και ο ρατσισμός έγιναν πολύ έντονα κατανοητά στα μάτια του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ όταν -φοιτητής όντας- εργάστηκε για μια θερινή σεζόν στο Κονέκτικατ, στις φυτείες καπνού. Αυτό που κατανόησε συγκεκριμένα, ήταν η διαφορά της αντιμετώπισης του θέματος της φυλής, μεταξύ ενός πιο “πολιτισμένου” βορρά και ενός αθεράπευτα ρατσιστικού νότου. Ήταν ιδιαίτερα εκπληκτικό γι’ αυτόν το γεγονός ότι στην πολιτεία της Ουάσινγκτον μπόρεσε να συνυπάρξει με λευκούς και αυτό ξεκίνησε να δημιουργεί στην καρδιά και στο μυαλό του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ την ελπίδα και το όραμα για μια παρόμοια κατάσταση και στον νότο.
Σπούδασε θεολογία στην Πενσυλβάνια και την Βοστώνη όπου συνειδητά υιοθέτησε την Μη Βία, την πορεία δηλαδή του Μαχάτμα Γκάντι. Είδε ότι η γραμμή αυτή του Γκάντι δεν αντίκειται, κάθε άλλο -έρχεται σε απόλυτη συμφωνία με την χριστιανική πίστη. Παρ’ όλα αυτά δεν γίνται πάστορας, ώστε να έχει την δυνατότητα να βρίσκεται σε στενότερη επαφή με τον κόσμο, με τον δικό του τρόπο και την δική του στρατηγική.
Στην Αλαμπάμα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της αντίδρασης για το μποϋκοτάζ των μαύρων στα δημόσια μέσα μεταφοράς. Το γεγονός αυτό ήταν το αποτέλεσμα της σύλληψης της Ρόζα Παρκς, η οποία -μαύρη όντας- είχε τολμήσει να καθίσει σε θέση που προοριζόταν «αποκλειστικά για λευκούς». Οι διαμαρτυρίες της μαύρης πλευράς κράτησαν περίπου 400 ημέρες και εν τέλει το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάσισε ότι η απαγόρευση δεν ήταν νόμιμη. Το γεγονός αυτό με το αίσιο τέλος, ανέδειξε την ικανότητα του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ να αγγίζει με τον λόγο του τον λαό.
Το θρησκευτικό βήμα για αυτόν ήταν πλέον ο δρόμος, οι συνάξεις των ανθρώπων, αφού από το 1957 ήδη ιδρύει μαζί με άλλα μέλη την Διάσκεψη της Νότιας Χριστιανικής Ηγεσίας.
Έναν χρόνο αργότερα, το 1958, εκδίδει το βιβλίο του «Αποφασιστικά Βήματα προς την Ελευθερία».
«Για πολλά χρόνια δείξαμε αξιοθαύμαστη υπομονή. Δώσαμε συχνά την εντύπωση στους λευκούς αδελφούς μας μέχρι ότι μας αρέσει ο τρόπος που μας συμπεριφέρονται. Όμως πλέον δεν έχουμε υπομονή για τίποτα λιγότερο από ελευθερία και δικαιοσύνη»
Με την σύζυγό του Κορέτα Σκοτ και την νέα του οικογένεια επιστρέφει το 1959 στην Ατλάντα και αναλαμβάνει την θέση του πατέρα του στην εκκλησία.
Δεν είχε πάντα την πλέον ειρηνική αντιμετώπιση βέβαια στις ομιλίες του, αφού συνελήφθη -πρώτη φορά το 1963 για συμμετοχή στις διαδηλώσεις του Μπέρμιγχαμ της Αλαμπάμα, αφού η αστυνομία είχε αντικρούσει βίαια τους διαδηλωτές, χτυπώντας γυναίκες, ηλικιωμένους, παιδιά και μάλιστα χρησιμοποιώντας ακόμη και σκύλους εναντίον τους. Τότε, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ χτυπήθηκε από τους αστυνομικούς στο κρατητήριο και αφέθηκε ελεύθερος μόνον αφού ο Τζον Κένεντι παρενέβη. Τότε ήταν που ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ έγραψε το πολιτικό μανιφέστο του. Λίγο αργότερα 3.000 κρατούμενοι αφέθηκαν ελεύθεροι και οι διαδηλώσεις φάνηκε να δικαιώνονται.
Αργότερα μέσα στο 1963 βρίσκεται στην Ουάσινγκτον για να μιλήσει μπροστά σε 200.000 ανθρώπους -μαύρους και λευκούς- μπροστά στο μνημείο του Λίνκολν, όπου και ξεκίνησε με την γνωστή του πλέον φράση «Έχω ένα όνειρο»…

Τα επόμενα δύο χρόνια καταργήθηκε θεσμικά κάθε διάκριση, παραχωρήθηκαν στους μαύρους τα δικαιώματα που απολάμβαναν οι λευκοί, και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ γίνεται πλέον μια σημαντική φυσιογνωμία από όλους. Όμως και μια μισητή φυσιογνωμία για τους θερμοκέφαλους που αρνούνται να δεχθούν ότι οι μαύροι θα έχουν τα ίδια δικαιώματα με αυτούς, και περνούν στο σύνθημα «Θέλουμε τον Κινγκ»! βγαίνοντας στους δρόμους με ρόπαλα.
Το Νόμπελ Ειρήνης έρχεται το 1964, ενώ τα χρήματα που αντιστοιχούσαν σε αυτό δόθηκαν σε οργανώσεις ειρηνευτικού χαρακτήρα. Η Αλαμπάμα παρ’ όλα αυτά συνέχιζε να βράζει από τον ρατσισμό και γι’ αυτό οι ενέργειές του συνεχίστηκαν εκεί. Οι διαδηλώσεις συνεχίζονταν και μάλιστα σε μια από αυτές, εκατοντάδες ρατσιστές λυντσάρουν και σκοτώνουν διαδηλωτές. Περί τους 2.000 μαύρους μαζί με τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ οδηγούνται για δεύτερη φορά στην φυλακή. Όμως ένα μήνα μετά η αμερικανική γνώμη αναγκάζεται να δει την αλήθεια κατάματα, αφού μια δεύτερη διαδήλωση δέχεται άγρια βία και ακραία καταστολή.
Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ πρωτοστατεί σε επόμενες πορείες. Σε μια από αυτές, διάσημες προσωπικότητες όπως η Τζόαν Μπαέζ και η Έλα Φιτζέραλντ στέκονται στο πλάϊ του. Δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτών ενάντια στον ρατσισμό.
Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ αρχίζει να μιλάει για την παύση της αδικίας τόσο σε λευκούς όσο και σε μαύρους, ζητά να τερματίσει ο πόλεμος στο Βιετνάμ, ζητά καλύτερες συνθήκες ζωής και δικαιοσύνη. Και εδώ ξεκινά η εσωτερική αντίδραση, αφού θερμοκέφαλοι υπάρχουν και ανάμεσα στους μαύρους: βλέπουν τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ να «μιλά με τους λευκούς» και ασθάνονται προδομένοι. Δυναμώνουν φωνές όπως των Μαύρων Πανθήρων και του Μάλκολμ Χ ο οποίος θεωρεί απαράδεκτο το να μην χρησιμοποιηθεί βία.
Το 1968, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ μετά από μια μακρά πορεία προσπάθειας και αγώνα, βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο συμβάν: Κατά την απεργία των οδοκαθαριστών του Μέμφις σκοτώνεται ένας νεαρός μαύρος από την αστυνομία. Οι διαδηλώσεις απαγορεύονται, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ζητά από όλους αυτοσυγκράτηση, αλλά ο θυμός είναι μεγάλος και εκρήγνυται.
Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ εκείνη την περίοδο, Απρίλιο του 1968, βρισκόταν στο ξενοδοχείο Lorraine με συνεργάτες του και συζητούσαν το θέμα. Όταν κάποια στιγμή βγήκε στο μπαλκόνι, μια σφαίρα από ελεύθερο σκοπευτή τον πέτυχε στον αυχένα.
4 Απριλίου του 1968. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ήταν μόλις 39 ετών.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που προσπάθησαν να τον σκοτώσουν, ήταν μάλιστα η πέμπτη απόπειρα δολοφονίας, που αυτή την φορά πέτυχε τον στόχο της. Ο δολοφόνος ήταν ο Τζέϊμς Έρλ Ρέϊ, ο οποίος αρκετό καιρό αργότερα συνελήφθη στο Λονδίνο και πέθανε στην φυλακή του Νάσβιλ το 1998.
Ο θάνατος του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ήταν η αφορμή για μεγάλη ένταση, και η Μη Βία που πρέσβευε εκείνος ήταν πλέον παρελθόν. Η βία ξέσπασε και έφερε πολλά θύματα, με κάθε μορφής ακραία κτηνωδία και παραλογισμό.

«Εκείνο που θα ‘θελα να ειπωθεί, αν πεθάνω, είναι ότι ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ προσπάθησε να βοηθήσει τους άλλους. Ότι προσπάθησε να αγαπήσει τους άλλους… Θα ‘θελα να μπορείτε να πείτε τη μέρα εκείνη ότι ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ νοιάστηκε να ταΐσει τον πεινασμένο, να ντύσει τον γυμνό, να συντροφεύσει τον φυλακισμένο».

















































