Μια συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Ρόδη για το Greek News and Radio FL
Ένα ζευγάρι συνταξιούχων που ανακαλύπτει το σκοτεινό διαδίκτυο κατά λάθος, είναι το θέμα του έργου στο οποίο πρωταγωνιστούν ο Αντώνης Αντωνίου και η Νατάσα Ασίκη αυτή την σεζόν, στην Θεατρική Σκηνή. Δύο άνθρωποι δηλαδή με ξεκάθαρες απόψεις για το ήθος και την ειλικρίνεια, ανακαλύπτουν πόσο εύκολο είναι να χαθείς στο σκοτάδι της σύγχρονης ευκολίας και της παροδικότητας.
Η συζήτηση με τον Αντώνη Αντωνίου και την Νατάσα Ασίκη ήταν πολύ ενδιαφέρουσα για μένα, γιατί ήταν ξεκάθαρο ότι μιλούσα με δύο νέους ανθρώπους. Η σπίθα της αγάπης τους για το θέατρο και την τέχνη είναι τόσο φανερή στα μάτια τους, που δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό. Και ως νέοι, αντιμετωπίζουν τα πράγματα με μια κρυμμένη ελπίδα.
Μιλήστε μου για το έργο «Χωρίς Αναστολές». Γιατί θεωρείτε ότι είναι επίκαιρο;
Α.Α. – Είναι επίκαιρο γιατί η χρήση του διαδικτύου είναι μια πρόκληση, είναι μια ασχολία που μπορεί να σου ανοίξει ορίζοντες, αλλά μπορεί και να σε μπερδέψει και να σου αφαιρέσει επικοινωνία, να σου αφαιρέσει ζωή, να σου αφαιρέσει προσωπικότητα και να χαθείς μέσα…
Ν.Α. – … σε έναν εθισμό…
Α.Α. – … σε έναν λαβύρινθο, που δεν βγαίνεις εύκολα. Αλλά, αυτή η ισορροπία δύσκολα επιτυγχάνεται, και το βλέπουμε και στα νέα παιδιά, δυστυχώς, που βλέπουμε ότι έχουν σταματήσει να πολύ-μιλάνε και να κάνουνε συνέχεια μπιπ-μπιπ-μπιπ με το δάχτυλο… Μακάρι τα πράγματα να αλλάξουνε, αλλά προς το παρόν θέλει προσοχή, θέλει να το επισημάνουμε, θέλει να ασχοληθούμε με αυτό. Εμείς αποφασίσαμε αυτό το τόσο δύσκολο θέμα να το δούμε με την κωμική πλευρά του. Να το κάνουμε λίγο πιο εύληπτο για να μην χρειαστεί να κουνάμε το δάχτυλο και να δίνουμε ηθικά διδάγματα, που κυρίως τα νέα παιδιά τα απεχθάνονται. Και εμείς τα απεχθανόμαστε, δεν είναι σωστό… έλεγε ένας μεγάλος Αμερικανός συγγραφέας «το θέατρο δεν είναι ταχυδρομείο για να στέλνει μηνύματα», είναι ένας χώρος ψυχαγωγίας και επικοινωνίας, χώρος που επιδρά πολλές φορές θετικά στον θεατή, και μακάρι να συνεχίσει να είναι έτσι.
Ν.Α. – Και επίσης δίνουμε και μια πιο εύθυμη νότα, δείχνοντας ότι έτσι εμείς εκμεταλλευόμαστε πια το ίντερνετ και όχι το ίντερνετ εμάς. Άσχετο αν δεν το καταφέρνουμε στο τέλος, το προσπαθήσαμε τουλάχιστον!
Πώς φτάσαμε στην εποχή που τόσο ακραία πράγματα συμβαίνουν τόσο πρακτικά εύκολα; Φαινόταν π.χ. από το `90 ότι κάτι πάει τόσο στραβά, ότι θα φτάσει δηλαδή η ώρα που θα μπορείς να πατάς ένα κουμπί και θα μπορείς να διακινείς εγκλήματα;
Α.Α.- Δεν νομίζω. Νομίζω ότι τα τελευταία δέκα χρόνια έχουν οξυνθεί τα πράγματα τόσο. Όχι μόνο σαν πρόθεση και σαν εγκληματικές ομάδες που δρουν, είτε μαφιόζικα οργανωμένες, είτε τυχαία, είτε… Νομίζω ότι έχει χαλάσει το νευρικό σύστημα. Υπάρχει μια φοβερή ένταση, ξαφνικά, χωρίς λόγο…
Του ατόμου, ή συλλογικά;
Α.Α. – Του ατόμου.
Ν.Α. – Υπάρχει και μια συλλογική υστερία.
Α.Α. – Νομίζω ότι από το άτομο μεταφέρεται. Δηλαδή, περπατάς στον δρόμο πια και κινδυνεύεις να κοιτάξεις τον άλλον γιατί μπορεί να παρεξηγηθεί και να πλακωθείτε, ένα φαινόμενο που μας το έλεγε ένας φίλος από την Αμερική: όταν σταματούν δύο αυτοκίνητα σε ένα φανάρι πλάϊ-πλάϊ, δεν κοιτάς τον διπλανό οδηγό, γιατί μπορεί να θιχτεί, να βγάλει πιστόλι και να σε σκοτώσει. Στην Αμερική. Και όπως εισάγουμε πράγματα, κι αυτό σιγά-σιγά έχει μπει στην Ελλάδα. Η ένταση, ο εκνευρισμός, απίστευτα πράγματα.
Ν.Α. –… η ανεργία βοηθάει πολύ, το αδιέξοδο των νέων…
Τα τόσα χρόνια κρίσης που έχουμε εδώ στην Ελλάδα μπορεί να είναι και η αιτία;
Α.Α. – Ναι, εντάξει με την ανεργία, αλλά εγώ δεν μπορώ με την ανεργία να εξηγήσω την βία στα ανήλικα.
Ν.Α. – Είναι γιατί μεταφέρεται, κατεβαίνουν σιγά-σιγά οι ηλικίες, κατεβαίνουν τα επίπεδα.
Α.Α. – Δεν μπορεί το 13χρονο να πλακώνει στο ξύλο, σαν συμμορία πέντε προς έναν, επειδή…
Ν.Α. – … αυτό βλέπει γύρω του.
Α.Α. – Ναι, μεταφέρεται από το άτομο στο σύνολο και το πράγμα είναι σε έκρυθμη κατάσταση.
Τελικά, είτε ανεργία, είτε κρίση, μήπως μας καταπιέζει τα ένστικτα, τις ορμές και αυτό βγαίνει στην κοινωνία μετά;
Ν.Α. – Εγώ διάβαζα ένα άρθρο τώρα, με τα συλλαλητήρια, μιλούσε ένας γιατρός και έλεγε σε τί κάνουν καλό τα συλλαλητήρια. Έλεγε πως επειδή καταπιεζόμαστε πολύ, πάμε, φωνάζουμε, και έχουμε μια εντύπωση -ψευδή τις περισσότερες φορές κατ’ εμέ- ότι θα πάνε τα πράγματα καλύτερα. Ότι αφού θα κατέβουμε κι εμείς και θα φωνάξουμε, θα πάρουν τα πράγματα μια καλύτερη τροπή. Αλλά το βασικότερο είναι αυτό: ότι βγαίνουμε και ξεσπάμε…
Α.Α. – Έχει καταπιεστεί το άτομο, σίγουρα, αλλά πιστεύω ότι τις περισσότερες φορές αυτή η ψυχιατρική ένταση δεν μπορεί να αναλυθεί με ένα φαινόμενο. Δεν μπορείς να πεις ότι επειδή υπάρχει ανεργία, ή φτώχεια γίνεται αυτό -γιατί έχω ζήσει χειρότερες εποχές, το `60, το `70, το `80- δεν γινόταν αυτό το πράγμα σε καθημερινή βάση. Δεν γίνονταν γυναικοκτονίες τόσο πολλές…
Ν.Α. – Δεν τα μαθαίναμε και όλα τότε.
Α.Α. – Δεν ξέρω, όχι, δεν γινόταν. Αν γινόταν ένα έγκλημα, γινόταν πρωτοσέλιδο.
Ναι, κάποιους μεγάλους εγκληματίες που τους θυμόμαστε είναι γι’ αυτό τον λόγο, γιατί ήταν εξαιρέσεις.
Α.Α. – Όταν ο άλλος σκότωνε την γυναίκα του, όπως ο Λυμπέρης που ήταν η τελευταία εκτέλεση, ήταν γιατί είχε κάψει την γυναίκα του, την πεθερά του, τα παιδιά του, τον εκτέλεσαν. Αυτό όμως ήταν ένα γεγονός. Τώρα γίνεται δέκα φορές το μήνα. Είναι απίστευτο πράγμα τόση ένταση, ο εκνευρισμός και η υστερία, η ψυχιατρική αρρώστια…
Ν.Α. – Το βλέπουμε και στην τηλεόραση, στις εφημερίδες…
Α.Α. – Εγώ δεν είμαι ειδικός να το εξηγήσω, βλέπω το αποτέλεσμα και λέω ότι είναι σε μεγάλη έξαρση. Δεν μπορώ να πω ότι είναι σε έξαρση γιατί ο άλλος δεν έχει λεφτά. Γιατί και άλλος μπορεί να έχει λεφτά και να κάνει… Έχουν ξεφύγει τα πράγματα. Σε άλλη κατάσταση έχει περιέλθει πια η καθημερινότητά μας.
Και η τέχνη, γιατί τελευταία στην τηλεόραση, στον κινηματογράφο αλλά και στα θέατρα, η θεματολογία πολύ συχνά έχει να κάνει με αυτό.
Α.Α. – Βέβαια και καλά κάνουν. Είναι ευεργετικό να ασχολείται η τέχνη με αυτά τα φαινόμενα, ίσως να τα εξευμενίζει λιγάκι.
Πώς βλέπετε το θέατρο σήμερα;
Α.Α.- Εγώ βλέπω ότι στο θέατρο έχει μπει πολύ περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται η τεχνολογία. Έχει χάσει την κλασσική του δομή, με προβολές, εφφέ… Μέσα σε όλη αυτή την ψυχική αδημονία, μεταχειρίζεσαι τα πάντα και τα κάνεις έναν αχταρμά, το βλέπουμε ακόμη και στην Επίδαυρο πόσο άσχημα πράγματα γίνονται στα καλά καθούμενα.
Στα αθηναϊκά θέατρα όμως δεν γίνεται αυτό και για λόγους οικονομίας; Αντί, δηλαδή, να πληρώσεις σκηνογράφο και κατασκευή σκηνικών, βάζεις μια προβολή.
Α.Α. – Ναι, στις νέες ομάδες είναι πιο πολύ αυτό το στοιχείο που δεν έχουν λεφτά και κάνουν 15 παραστάσεις, δευτερότριτα… γιατί σε ένα θέατρο που κάνει 15 παραστάσεις τον χρόνο δεν χωράνε όλα τα σκηνικά. Πρέπει να μηχανευτούν τέτοιου είδους λύσεις. Όσο για την αισθητική, αυτή επιβάλλεται από τα λεφτά. Εκεί λοιπόν κάπου μπερδεύεται το θέατρο. Η αναζήτηση δεν είναι επί της ουσίας, είναι επιφανειακή.
Ν.Α. – Ο εντυπωσιασμός.
Α.Α. – Ναι, για να καλύψει αυτό που λείπει. Εισάγουμε πράγματα, δεχόμαστε επιδράσεις. Για ένα μεγάλο διάστημα πολλοί Έλληνες σκηνοθέτες ταξίδευαν στο εξωτερικό για να αντιγράψουν παραστάσεις.
Για να δουν νέες τάσεις, τεχνικές…
Α.Α. – Ναι, αλλά δεν έβλεπαν νέες τάσεις για να τις δουν και να τις δουλέψουν, αντιγράφανε τις παραστάσεις. Αυτό είναι σαν να τρως άγουρα φρούτα. Αν φας το κορόμηλο άγουρο, πριν ωριμάσει, θα σε πιάσει η κοιλιά σου.
Ειδικά όταν φέρνεις ένα προϊόν από Αγγλία ή Αμερική, εδώ στην Ελλάδα, που είναι άλλη εντελώς η ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων. Στον θεατή τελικά τί μένει από αυτά;
Α.Α. – Θα μείνει το εφφέ. Και, εντάξει, σε μια παράσταση δίωρη να χρησιμοποιήσεις ένα πολύ σπουδαίο εφφέ, του δίνεις μια ανάταση. Αλλά αν βασιστείς μόνο στα εφφέ για να εντυπωσιάσεις, χάνεις τον λόγο. Αυτό δυστυχώς είναι το μικρόβιο… πώς είχε γράψει ο Λένιν «η αναρχία είναι η παιδική αρρώστια του κομμουνισμού»;.. αυτή η τάση του ελληνικού θεάτρου είναι η παιδική της αρρώστια. Να εντυπωσιάσουμε, παραβιάζοντας το «εν αρχή ήν ο Λόγος». Το θέατρο είναι λόγος. Βλέπεις από το αρχαίο θέατρο δεν έμεινε κανείς, ούτε σκηνοθέτης, ούτε ηθοποιός, ούτε σκηνογράφος… έμεινε το κείμενο. Μάθαμε για έναν ηθοποιό που ήταν καλός, τον από μηχανής θεό που εισήγαγε ο Αισχύλος… αλλά κυρίως το κείμενο έμεινε.
Ν.Α. – Αυτό όμως -το από μηχανής- δεν θα ήταν πολύ μοντέρνο για την εποχή;
Α.Α. – Ναι, αλλά ήταν ένα.
Ν.Α. – Ναι, αλλά για φαντάσου να μπαίνει ο γερανός μέσα!
Α.Α. – Ένα εφφέ σε ένα δίωρο έργο είναι εντάξει, και στο τέλος κιόλας, για να δώσει την λύση, να το πάει παραπέρα, να συμμετέχει κι ο θεός. Εν αρχή ήν ο Λόγος.
Ν.Α. – Ανησυχίες υπάρχουν. Θα δείξει στο τέλος τί θα μείνει, τί θα κρατήσουμε εμείς οι θεατές, τί θα θυμόμαστε. Οι νέοι άνθρωποι έχουν ανησυχίες πάντα.
Κάθε σκηνοθέτης που ξεκινάει θέλει να κάνει και κάτι διαφορετικό.
Ν.Α. – Ε, ναι, σου λέει έτσι το έχουν ανεβάσει τόσα χρόνια.
Βέβαια, ένας Τσέχωφ πάντα με κοστούμι και γραββάτα;
Α.Α.- Ο Τσέχωφ τα έργα του τα έλεγε κωμωδίες. Ο Κουν τα έκανε δράμα, σκοτεινό και γκρι.
Ν.Α. – Ε, ήταν λίγο…
Α.Α. – Λέω τί έλεγε ο Τσέχωφ, «εγώ έχω γράψει κωμωδίες». Ήταν η καθημερινότητα του Ρώσσου, για αυτό τα έλεγε κωμωδίες, ηθογραφία όπως λέμε εμείς. Με την πλήξη, με την επαρχία, με το όνειρο να πάνε στην Μόσχα, όλα αυτά, οι σχέσεις οι οικογενειακές, οι έρωτες, αυτά… δεν ήταν τίποτα να κλάψεις… Κι εγώ αν ανέβαζα Τσέχωφ βέβαια, δεν θα τον ανέβαζα σαν κωμωδία, γιατί είμαι βαθειά επηρεασμένος.
Δύσκολο να το κάνεις κωμωδία πια.
Ν.Α. – Ε, δεν γίνεται πια, οι απονενοημένοι έρωτες, οι τρέλλες… με τί να γελάσεις.
Α.Α. – Θα το αλάφραινα λιγάκι, αλλά κωμωδία, όχι.
Τί είναι το θέατρο τελικά; Και τί είναι αυτή η μαγεία που όταν την μάθεις δεν μπορείς να ξεκολλήσεις;
Α.Α. – Νομίζω ότι είναι η επικοινωνία, τί λες Νατάσα;
Ν.Α. – Για αυτόν που παίζει, ή για αυτόν που βλέπει;
Και για τους δύο.
Ν.Α. – Μπορεί να είναι γιατί μέσα στο θέατρο φεύγει τελείως η καθημερινότητά σου, γίνεσαι μια άλλη. Γίνεσαι μια εντελώς διαφορετική από το να ταΐζεις το παιδί σου, να καθαρίζεις το σπίτι, να φροντίσεις τους γονείς σου…
Α.Α. – Νομίζω ότι όταν σβήνουν τα φώτα, και μετά ανάβουν σε έναν άλλο χώρο, αυτή είναι η μαγική στιγμή. Κάθεσαι σε μια αίθουσα με απλίκες, με κόσμο γύρω σου, και ξαφνικά μπαίνει μια μουσική, χαμηλώνουν -χαμηλώνουν τα φώτα…
Ν.Α. – … γίνεται η υπέρβαση…
Α.Α. – … και ανάβουν τα φώτα και μπαίνεις σε έναν άλλο κόσμο. Εκεί έχει ολοκληρωθεί όλο το θέμα. Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Μπαίνεις σε έναν άλλο κόσμο. Και ταξιδεύεις. Αυτό το ταξίδι δεν πληρώνεται. Εκεί θα γελάσεις, εκεί θα κλάψεις, εκεί θα συγκινηθείς…
Ν.Α. – Και είναι και ζωντανός ο άνθρωπος μπροστά σου, δεν είναι όπως στο σινεμά -που εγώ τρελλαίνομαι να βλέπω σινεμά- αλλά όλα στο θέατρο είναι μπροστά σου.
Α.Α. – Ναι, ακούς τον ψίθυρο, ακούς το περπάτημα…
Ν.Α. – … και αυτό είναι μεγάλο βοήθημα.
Όταν ξεκίνησε το έργο και καθίσατε στην πολυθρόνα, μου ήρθε ένα άρωμα και άλλαξε όλη η εικόνα. Αυτή η αίσθηση της οσμής με έβαλε απ’ ευθείας στην ατμόσφαιρα.
Α.Α. – Ναι, ναι.
Ν.Α. – Ναι, είναι το θέατρο για όλες τις αισθήσεις.
Α.Α. – Κάποτε είχαν προσπαθήσει να κάνουν αυτό και στο σινεμά, αλλά απέτυχαν γιατί για την σκηνή που διαδεχόταν δεν προλάβαιναν να αδειάσουν το ένα και να βάλουν π.χ. το γρασίδι… Ας αφήσουν αυτά τα προνόμια σε εμάς.
Έβλεπα κάποτε την παράσταση αφιέρωμα στον Κουν, τους Πέρσες, που το επανέλαβαν με την δική του σκηνοθεσία. Θυμάμαι ότι από το χορικό της Επίκλησης, όταν ο Χορός έσερνε τα πόδια στο χώμα, σηκωνόταν χώμα και έμπλεκε με τα υφάσματα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή την μυρωδιά του χώματος.
Α.Α. – Ήμουν μαθητής τότε στην σχολή του Κουν και κάναμε επτά μήνες πρόβας, έπαιζα στον Χορό επί Κουν. Δόθηκε η πρώτη παράσταση στο Ηρώδειο και ήταν η πρώτη φορά -και σε αυτό ήταν σπουδαίος ο Κουν- που κατήργησε τα στερεότυπα, προσωποποίησε το κάθε μέλος του Χορού σε δική του προσωπικότητα. Δηλαδή αν και ήταν γέροντες, ο κάθε ένας είχε δική του προσωπικότητα, δεν ήταν χαλκομανία, δεν ήταν η σχολή του Ράϊνχαρντ που μας έφερε ο Ροντήρης. Έκανε το κάθε μέλος διαφορετικό. Διαφορετικό ντύσιμο, διαφορετική φάτσα…
Ν.Α. – Διαφορετική μάσκα…
Α.Α. – … Η κάθε μάσκα ήταν από εκμαγείο με τα χαρακτηριστικά μας. Άλλο καπέλο ο ένας, άλλο ο άλλος. Ο κάθε ένας λοιπόν μίλαγε, συμπλήρωνε ο άλλος, και μιλούσαν σαν άνθρωποι πια, όχι σαν μια ομάδα. Αυτό ήταν μεγάλη προσφορά του Κουν στην αρχαία τραγωδία. Που κι αυτό, έχει εξαφανιστεί πια. Όσες φορές έχω δει αρχαία τραγωδία, ο Χορός είναι σχεδόν ανύπαρκτος από άποψη κύρους και επικοινωνίας με το κείμενο. Δεν καταλαβαίνεις τί λένε. Οι μισοί το κάνουν τραγουδιστό και χάνεται οποιοδήποτε νόημα, είναι ένα πράγμα σαν να έχει λαπαδιάσει το πιλάφι…
Πρέπει να αντιληφθείς αρχικά τί θέλει να πει ο Χορός και γιατί βρίσκεται εκεί, για να μπορείς να το αποδώσεις εν τέλει.
Ν.Α. – Βέβαια.
Α.Α. – Αυτό που πρόσφερε ο Κουν στο αρχαίο δράμα, ήταν η προσωποποίηση του κάθε μέλους και ήταν πολύ σημαντικό. Τώρα πια δεν καταλαβαίνεις τί λένε και οι ήρωες πια…
Την νέα γενιά πώς την βλέπετε;
Α.Α. – Να απαντήσει η Νατάσα που είναι και καθηγήτρια στην Σχολή Θεοδοσιάδη, για τρίτο έτος, και διδάσκει τα νέα παιδιά. Οπότε έχει πολύ πιο συγκεκριμένη εικόνα.
Ν.Α. – Το έργο Χωρίς Αναστολή, αφορά βέβαια πιο πολύ τους μεγάλους, όσοι νέοι το βλέπουν λένε «ναι η μητέρα μας, ο πατέρας μας», δεν βάζουν τον εαυτό τους μέσα σε αυτό. Ο γιος μιας φίλης μου είχε πει «μετά τα 50 πρέπει να απαγορευτεί να ασχολείστε με το ίντερνετ»!
Σαν την οδήγηση!
Ν.Α. – Ηλικιακός ρατσισμός εντελώς! Κάθε γενιά νομίζω λέει για αυτήν που έρχεται τα ίδια που έλεγε και η προηγούμενη. «Εμείς δεν ήμασταν έτσι – τί ωραία μουσική που ακούγαμε – πώς ντύνεστε εσείς» κ.λπ. Έχω πιάσει τον εαυτό μου να λέει στην κόρη μου «σταμάτα να φοράς συνέχεια μαύρα» και θυμάμαι την μάνα μου να μου λέει «παιδί μου βγάλτα, δεν πεθάναμε ακόμα»… νομίζω ότι μια χαρά παιδιά είναι, υπάρχει πάρα πολλή βία όπως λέγαμε πριν, αλλά δεν μπορείς να τα βάλεις όλα σε ένα σάκο. Τα παιδιά που έρχομαι σε επαφή μαζί τους, τα βλέπω πολύ αποφασισμένα να κάνουν θέατρο, δουλεύουν και σε δύο δουλειές για να μπορέσουν να πληρώσουν την σχολή τους, και είναι αποφασισμένα ότι θα βγουν και θα πεινάσουν. Βέβαια υπάρχουν και τα άλλα παιδιά που το μόνο που σκέφτονται είναι να βγουν σε σήριαλ πρωταγωνιστές.
Ναι κι αυτό.
Α.Α. – Πάντα έτσι γίνεται.
Ν.Α. – Η νέα γενιά μια χαρά είναι, και η επόμενη το ίδιο, και η γενιά αυτή θα λέει τα ίδια για τις επόμενες ότι «τί καλοί που είμαστε, εσείς πώς είστε έτσι»…
Τα παιδιά που είδαμε στα συλλαλητήρια τώρα, είναι τα παιδιά που δεν πιστεύαμε ότι υπάρχουν.
Ν.Α. – Αυτό. Φυσικά, δεν γέμισε ο δρόμος μόνο με τους μεγάλους!
Α.Α. – Βέβαια, βέβαια.
Ν.Α. – Βέβαια υπήρξαν κάποιοι που το κάνανε πανηγυράκι, δεν θα μείνουμε σε αυτό. Άλλο το ένα εκατ. που βγήκανε έξω κι άλλο οι δέκα που μπορεί να τα χαλάσανε.
Υπάρχει κάποιος ρόλος από την διεθνή δραματουργία που θα θέλατε να παίξετε και τον έχετε κάπως σαν απωθημένο;
Ν.Α. – Εγώ είχα. Αλλά λόγω ηλικίας πια σταμάτησα να τον έχω.
Ιουλιέτα;
Ν.Α. – Όχι (γελάει)… την Μαργαρίτα από τον Φάουστ του Γκαίτε. Μου άρεσε πάρα πολύ αυτός ο ρόλος. Αλλά τώρα πια, τον Φάουστ θα κάνω (γελάει). Αλλά έχω έναν ρόλο που θα ήθελα πολύ να ξαναπαίξω, στην αρχή έλεγα «Παναγία μου να τελειώνουμε», αλλά τώρα… από τα Μαύρα Αυγά την Μαρία. Ένα υπέροχο έργο που είχαμε ανεβάσει, του Διονύση Χαριτόπουλου, από το οποίο έβγαινα κάθε βράδυ… με σκότωνε, έξι χρόνια το πήγαμε… τελειώσαμε γιατί δεν το αντέχαμε άλλο εμείς. Αλλά ήταν ένας ρόλος που θα ήθελα να ξαναπαίξω.
Α.Α. – Όχι, εγώ παλιά είχα κάτι τέτοιο, αλλά μετά προσαρμόστηκα στις δυνατότητες του θεάτρου, στο τί έργα μπορούμε να ανεβάσουμε… αλλά θα μου άρεσε να ανέβαζα π.χ. Ριχάρδο ΙΙΙ. Όμως επειδή είναι και πολυέξοδο έργο πολύ γρήγορα εγκατέλειψα αυτά τα πλάνα. Δεν μου άφησε και κανένα απωθημένο να σου πω την αλήθεια…
Ν.Α. – … όχι, με τίποτα…
Α.Α. – …Ήταν μια σκέψη, επειδή το έκανα στην σχολή και μου άρεσε έτσι το πιο δύσκολο, αλλά μου πέρασε. Όταν φτιάξαμε την Θεατρική Σκηνή το `81, η ανάγκη πια ήταν το τί θα κάνουμε του χρόνου. Τώρα βρίσκουμε ένα έργο, να έχει τόσο κόσμο, να είναι έτσι… Όλες οι τάσεις καλές είναι, αλλά πάντα η μαγεία είναι στο κλασικό θέατρο, στην κλασική σχέση με τον κόσμο: το δράμα να είναι δράμα, η κωμωδία να είναι κωμωδία, ο λόγος να είναι λόγος, η επικοινωνία να είναι επικοινωνία. Ίσια πράγματα, καθαρά, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, την δομή του θεάτρου και να προχωράμε.
Η Παξινού, όταν είχε παίξει στην Αμερική σε ταινία, είπε «εγώ είμαι θεατρική ηθοποιός δεν μπορώ να κόβω το παίξιμό μου», και έπαιξε όλο το έργο, με το συνεργείο μετά να κόβει και να ράβει. Γίνεται καλλιτεχνική απόδοση ενός ρόλου όταν υπάρχουν τόσα cut στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση;
Α.Α. – Μπορεί, μπορεί. Έχει και τους δικούς του νόμους το σινεμά και η τηλεόραση, αλλά όταν επιλέγεται μια σκηνή, έχει μια αυτονομία. Ακόμη κι όταν διαρκεί τρία λεπτά, έχει μια αυτονομία. Έχει την αξία της, μπορείς να δημιουργήσεις, είναι πολύ θεμιτό.
Ίσως τώρα είναι πιο εύκολο. Θυμάμαι έπαιζε η Κυβέλη στην ταινία Η Άγνωστος, και δεν ήταν εύκολο να την παρακολουθήσεις. Ήταν πολύ θεατρικά εκφραστική για κινηματογράφο.
Α.Α. – Εκεί έφταιγε και ο σκηνοθέτης. Δεν μπορεί να πηγαίνεις από το θέατρο και να κουβαλάς την ίδια αίσθηση….
Ν.Α. – … τον ίδιο λόγο, την ίδια έκφραση… Το μάτι σου ξαφνικά γεμίζει όλη την οθόνη.
Α.Α. – Πρέπει να καταλάβεις ότι είναι άλλο είδος επικοινωνίας, άλλη τεχνική, άλλη η χρήση του, άλλα τελείως. Γι’ αυτό υπάρχουν κινηματογραφικοί ηθοποιοί, θεατρικοί ηθοποιοί, τηλεοπτικοί…
Ν.Α. – Ναι, και τηλεοπτικοί. Και μακάρι να είχαμε αυτή την πολυτέλεια, να μπορούσαμε να πούμε «μπορώ να ζήσω από το θέατρο και δεν χρειάζεται να κάνω κάτι άλλο»…
Α.Α. – Είναι λίγο δύσκολο να επιβιώσει από το θέατρο ο Έλληνας ηθοποιός…
Οι Έλληνες καλλιτέχνες ήταν πάντα απαξιωμένοι από την Πολιτεία. Είναι οι τελευταίοι που αναφέρονται στον προϋπολογισμό, αν αναφερθούν και ποτέ.
Α.Α. – Πριν εκατό χρόνια δεν θάβανε τους ηθοποιούς στα νεκροταφεία… Απαγορευόταν.
Ν.Α. – Εκατό; Ή διακόσια;
Α.Α. – Το 1900, δεν το κάνανε.
Όπως και το ότι απαγορευόταν σε κάποια απόσταση από μια εκκλησία να υπάρχει θέατρο…
Ν.Α. – Υπάρχει ακόμα.
Α.Α. – Υπάρχει νόμος. Μπορεί να έχει αλλάξει τώρα, αλλά το 1983, είχαμε φτιάξει ένα θέατρο στην Κηφισίας, απέναντι από το Γηροκομείο. Δίπλα είναι ένα ίδρυμα, το οποίο έχει ένα εκκλησάκι στην αυλή του. Αυτοί το χτίσανε, και το θέατρό μας ήταν δίπλα. Ήρθε ο αστυνομικός και μας λέει «απαγορεύεται να έχετε το θέατρό σας εδώ, γιατί σε 50 μ. είναι η εκκλησία». Πώς γλιτώσαμε; Τους είπαμε «ναι, αλλά το Εθνικό Θέατρο έχει απέναντί του εκκλησία, πώς γίνεται»; Και λέει «ναι, αλλά τότε που έγινε, δεν υπήρχε αυτός ο νόμος», και ποιος τον έφερε αυτό τον νόμο; Ο Μεταξάς. Η νομοθεσία αυτή ήταν για να ελέγξουν το ποιος θα φτιάξει θέατρα. Όχι οι ηθοποιοί, μόνον οι επιχειρηματίες. Γιατί οι ηθοποιοί ήταν κυρίως αριστεροί, προοδευτικοί και ήθελαν να τους εξοντώσουν, οπότε έκαναν νόμους που δεν σου επέτρεπαν να κάνεις θέατρο. Το 1983 που φτιάχναμε αυτό το θέατρο, ο Λευτέρης Βογιατζής και εμείς απευθυνθήκαμε στην Μελίνα…
… που ήταν υπουργός Πολιτισμού τότε…
Α.Α. – Ναι, να τροποποιήσει το ότι ένα θέατρο κάτω από 100 θέσεις δεν χρειάζεται 5 μ. ύψος αλλά 4μ.
Ν.Α. – Για να ανανεώνεται ο αέρας υπήρχε αυτό το μέτρο.
Α.Α. – Γιατί δεν μπορούσε ένας ηθοποιός να βρει τέτοια αίθουσα, ένας επιχειρηματίας θα μπορούσε μόνο. Κάνανε τέτοιου είδους νομοθετικές παρεμβάσεις. Είχε ανοίξει στην Σόλωνος, κάπου στο Κολωνάκι, το Προσκήνιο του Σολωμού. Στην πολυκατοικία που είχε ανοίξει, έμενε ένας στρατηγός, ο οποίος πήγε με Βασιλικό Διάταγμα και είπε ότι «απαγορεύονται τα θέατρα αν δεν έχουν 4μ. ύψος», αυτό είχε 3,80μ. Και το κλείσανε. Αυτό έπρεπε να αναιρεθεί, και χρειάστηκε να επιστρατεύσει η Μερκούρη 5 υπουργεία, για να πουν ότι μέχρι 100 θέσεις μπορεί το θέατρο να έχει 4μ. ύψος. Υπήρχε και επίθεση από την αστυνομία. Τώρα ευτυχώς το θέμα της άδειας έφυγε από την αστυνομία, και πήγε στον Δήμο της Αθήνας… Βελτιώνονται λίγο τα πράγματα.
Και με τόση απαξίωση και ανύπαρκτες επιδοτήσεις από την Πολιτεία, πώς γίνεται πρακτικά η δουλειά στο θέατρο;
Α.Α. – Προσέχεις την δουλειά, προσέχεις να σέβεσαι τον θεατή, να μπορεί να έρθει και να ενισχύσει με την παρουσία του το θέατρο… η κύρια χρηματοδότησή μας είναι ο κόσμος…
Ν.Α. – … και η δεύτερη είναι η τηλεόραση.
Α.Α. – Ναι. Αν κάνουμε καμμιά δουλειά στην τηλεόραση, τα έσοδα τα βάζουμε εδώ. Ευτυχώς κλείνουμε 44 χρόνια, καλά είναι και ωραία περνάμε.
Μελετάτε καινούργια έργα;
Ν.Α. – Συνέχεια.
Μια συμβουλή για τα νέα ζευγάρια, για μια όμορφη σχέση; Γιατί παρατηρώ τελευταία να επικρατεί η άποψη «καλύτερα μόνος σου», «πάρε καλύτερα γάτα ή σκύλο», κ.λπ.
Α.Α. – Έτσι είναι. Άσε που υπάρχει μια δυσκολία να ζευγαρωθούν τα νέα παιδιά γιατί υπάρχει ανασφάλεια.
Ν.Α. – Είναι μεγάλος ο φόβος γιατί και πολλά ζευγάρια παλιά μένανε μαζί μόνο για τα παιδιά, για τα χρήματα, οπότε ίσως τα παιδιά σήμερα να έχουν αυτές τις εικόνες. Να λένε «από το να ζω μια ζωή τέτοια… γιατί να την ζήσω, καλύτερα να είμαι ανεξάρτητος».
Α.Α. – Εύκολα χωρίζουν, εύκολα παντρεύονται…
Ν.Α. – Υπάρχει και μεγαλύτερη άνεση στις γυναίκες πια, ήταν πιο καταπιεσμένες παλιά, οι μανάδες έλεγαν «μην χωρίσεις, τί θα πει ο κόσμος»…
Α.Α. – Το «τί θα πει ο κόσμος» έχει λίγο πια πάει στην άκρη.
Ν.Α. – Εγώ νομίζω ότι αυτό που χρειάζεται ένα ζευγάρι που έχει περάσει έναν μεγάλο έρωτα, είναι να δίνεις χώρο στον άλλο. Να τον εκτιμάς, να τον σέβεσαι, να έρχεται όμως αυτό και σε σένα. Είναι πολύ σημαντικό όταν δύο οντότητες σέβονται η μια την άλλη και έχει μείνει κάτι όμορφο ανάμεσά τους.
Α.Α. – Πολύ γρήγορα όμως χαλάνε αυτά τα πράγματα… Πιστεύω ότι δεν υπάρχει κανένας κανόνας από την στιγμή που τα πράγματα έχουν αγριέψει έτσι, θα είναι άγρια και στις προσωπικές σχέσεις, εξ ου και η ενδοοικογενειακή βία που βρίσκεται σε έξαρση. Και δεν είναι ανάγκη να τον -ή την- σκοτώσεις. Η καθημερινή ένταση, όλα αυτά είναι σαν χιονόμπαλα, δεν μπορείς να τα ξεχωρίσεις…
Το να μην μπορείς να δημιουργήσεις ένα περιβάλλον ασφάλειας και ηρεμίας είναι το θέμα.
Α.Α. – Όποιος το κάνει, θα το κάνει πρώτα-πρώτα για τον εαυτό του και σαν συνέπεια θα κοιτάξει να το φτιάξει και γύρω του, να φτιάξει έναν χώρο που να μπορεί να είναι ασφαλής και να περνάει ήρεμα τουλάχιστον, να μην τσακώνεται… Δεν ξέρω, όταν βλέπεις γύρω σου τόση βία, αλλά και τόση ατιμωρησία πολλές φορές… Λες «μάταια δηλαδή»;
Ν.Α. – Μην είσαι τόσο απαισιόδοξος;
Τί χρειάζεται η κοινωνία μας δηλαδή για να μαλακώσει όλο αυτό;
Ν.Α. – Να σου πω; Πριν γινόταν κάθε 40-50 χρόνια ένας πόλεμος, μέναμε οι μισοί, οι άλλοι μισοί εκτονώνονταν στα χαρακώματα, μετά θέλαμε 50 χρόνια να οικοδομήσουμε μια πόλη, να βρούμε τα πατήματά μας…
… είχαμε μια ασχολία!..
Ν.Α. – … και μόλις το κάναμε αυτό ξεκινάγαμε από την αρχή… (γελάει)
Α.Α. – Βλέπω τις Σκανδιναυικές χώρες που δεν είχαν πολέμους όλα αυτά τα χρόνια, έχουν φτιάξει θεσμούς, οικονομία, υποδομές…
Ν.Α. – … ναι, αλλά είναι πρώτες στις αυτοκτονίες, είναι πρώτες στο αλκοόλ… για την Φινλανδία λέγανε π.χ. ότι είναι η πιο ευτυχισμένη χώρα, αλλά δεν μετρούν το πώς είναι ο άνθρωπος. Μετρούν το αν έχει δημόσια υγεία, παιδεία, έχει ήσυχο το κεφάλι του ότι θα βρει την δουλειά του – αυτό υπολογίζουν.
Καλά είναι κι αυτά!
Ν.Α. – Καλά είναι, αλλά δεν είναι αυτά με τα οποία μπορείς να υπολογίσεις την ευτυχία του ατόμου.
Α.Α. – Το κράτος δεν μπορεί να πιάσει τις μονάδες και να ρωτήσει ‘αν είσαι ευχαριστημένος με την δουλειά σου’… ένα κράτος μπορεί να εξασφαλίσει όλα αυτά τα πράγματα και από εκεί και πέρα είναι στο χέρι σου…
Ν.Α. – Ναι, αλλά το ότι έρχονται πρώτοι στο αλκοόλ, ή στις αυτοκτονίες, γιατί; Δεν μας λέει κάτι;
Α.Α. – Ε κι εμείς…
Ν.Α. – Δεν είμαστε πρώτοι σε αυτά, ίσως στην διαφθορά, στις κλοπές… Είναι το ανικανοποίητο που έχει ένας άνθρωπος. Αλλά τώρα λέμε πώς μπορεί να τελειώσει όλο αυτό.
Α.Α. – Ένα κράτος πρέπει να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε να ηρεμήσει η κοινωνία. Στέλνω το παιδί μου στο σχολείο, να ξέρω ότι είναι στο σχολείο και μαθαίνει γράμματα.
Ν.Α. – Και κατ΄επέκταση να το κάνεις και στην οικογένειά σου.
Α.Α. – … δεν σε αφήνουν εύκολα.
Ν.Α. – … ναι, αλλά να λες ‘μέχρι εδώ, εγώ κλείνω την πόρτα μου και κοιτάζω την οικογένειά μου’.
Ασχολούνται οι γονείς πια με τα παιδιά τους όσο παλιότερα;
Α.Α. – Εξαρτάται τί τους επιτρέπει η δουλειά. Όταν δουλεύουν και οι δύο και αφήνουν το παιδί στην γιαγιά και στον παππού, κάνουν δυο βήματα πίσω. Πηγαίνει η κοινωνία δυο γενιές πίσω. Άντε να το πάρεις απ’ την αρχή μετά.
Ν.Α. – Κι όταν δουλεύαν στα χωράφια τί γινόταν;
Α.Α. – Το παίρνανε μαζί και το βάζανε κάτω απ’ την ελιά!
Ν.Α. – Ναι, γινόταν… κι η μαμά μου μεγάλωσε κάτω απ’ την ελιά.
Α.Α. – Εδώ τώρα φεύγουνε και παίρνουνε νταντά ή γιαγιά, οπότε πάει δυο γενιές πίσω. Δυο βήματα μπροστά και ένα πίσω.
Ένα μήνυμα για τους Έλληνες της Ομογένειας;
Α.Α. – Να είναι γεροί, να είναι καλά, να μην μας ξεχνάνε. Να έρχονται εδώ και να περνάνε καλά.
Ν.Α. – Έχει παίξει ο Αντώνης τον Κορδοπάτη στο Σικάγο, μας είχαν καλέσει οι Έλληνες εκεί.
Α.Α. – Ο Κορδοπάτης είναι ένα διήγημα του Βαλτινού, για το 1903…
Ν.Α. – … αληθινή ιστορία, του την είχε διηγηθεί ο Κορδοπάτης…
Α.Α. – Για τους Έλληνες που φεύγανε καραβιές… διηγείται την ζωή του, πώς πήγε παράνομος μετανάστης, έμεινε 5 χρόνια, τον συλλάβανε και τον στείλανε πάλι πίσω. Είχανε ένα συνέδριο για τους απόδημους Έλληνες και παίξαμε την παράσταση εκεί, στο Σικάγο. Για τους Έλληνες τώρα εκεί; να είναι καλά και να συμβαδίζουμε…

Θεατρική Σκηνή Αντώνη Αντωνίου: Χωρίς Αναστολή της Μαρίας Μαυρικάκη
Ένα ζευγάρι συνταξιούχων ανακαλύπτει τη χαρά του διαδικτύου, αλλά και… τις παγίδες στη γεμάτη χιούμορ και ανατροπές κωμωδία. Το ζευγάρι κατά λάθος ανακαλύπτει το σκοτεινό διαδίκτυο (deep web) και βρίσκεται αντιμέτωπο με μια αλήθεια κρυφή και φανερή.
φωτό: Θεατρική Σκηνή
















































