Το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών εξέδωσε σημαντική απόφαση με την οποία περιορίζει την εξουσία των ομοσπονδιακών δικαστών να εκδίδουν πανεθνικές εντολές (nationwide injunctions), δηλαδή διαταγές που εμποδίζουν την εφαρμογή κυβερνητικών πολιτικών σε ολόκληρη τη χώρα, ακόμα και για άτομα που δεν συμμετέχουν στις συγκεκριμένες υποθέσεις.
Με ψήφους 6 υπέρ και 3 κατά, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Κογκρέσο δεν έχει παράσχει ρητή εξουσιοδότηση στους δικαστές να επεκτείνουν την προστασία τους σε πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι σε κάθε υπόθεση. Η απόφαση αυτή δεν επεκτείνεται στην ανάλυση του Άρθρου III του Συντάγματος, το οποίο καθορίζει τις εξουσίες της δικαστικής εξουσίας.
Τι προβλέπει η απόφαση
Η πλειοψηφία, με εισηγήτρια τη δικαστή Amy Coney Barrett, ανέφερε ότι η πρακτική της πανεθνικής εντολής δεν έχει ιστορική βάση ούτε στην αμερικανική ούτε στην αγγλική νομική παράδοση, και δεν αποτελούσε συνήθη πρακτική κατά τον 18ο και 19ο αιώνα.
Παράλληλα, η απόφαση δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ευρείας δικαστικής προστασίας, εφόσον αυτή αφορά αποκλειστικά τα πρόσωπα που συμμετέχουν άμεσα στην εκδίκαση της υπόθεσης. Στην περίπτωση που εμπλέκονται ομάδες ή οργανισμοί, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ενδέχεται να υπάρξει προστασία σε συλλογικό επίπεδο μέσω της διαδικασίας “class certification”.
Η απόφαση ανέστειλε προσωρινά τρεις ξεχωριστές εντολές που είχαν μπλοκάρει την εφαρμογή πολιτικής περιορισμού της απόδοσης ιθαγένειας βάσει γέννησης (birthright citizenship). Οι δικαστές που είχαν εκδώσει αυτές τις εντολές καλούνται τώρα να τις επανεξετάσουν υπό το φως της νέας απόφασης.
Η υπόθεση που οδήγησε στη σχετική κρίση ήταν η CASA, Inc. v. Trump, στην οποία συμμετείχαν οργανώσεις και έγκυες γυναίκες που αμφισβήτησαν την επίμαχη πολιτική. Η Barrett επισήμανε ότι το Δικαστήριο μπορεί να εμποδίσει την εφαρμογή της πολιτικής για τις συγκεκριμένες ενάγουσες, αλλά όχι απαραίτητα για άλλα πρόσωπα με παρόμοια χαρακτηριστικά.
Οι δικαστές Samuel Alito και Brett Kavanaugh συμφώνησαν με την πλειοψηφία, επισημαίνοντας ότι η ευρεία προστασία μπορεί να δοθεί μέσω ομαδικών αγωγών (class actions), αλλά εξέφρασαν ανησυχίες ότι η κατάχρηση τέτοιων διαδικασιών μπορεί να παρακάμψει την παρούσα απόφαση.
Ο Alito ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «η χαλαρή εφαρμογή των προϋποθέσεων για συλλογική εκπροσώπηση ή για δικαίωμα τρίτων να προσφύγουν μπορεί να δημιουργήσει σημαντικό παραθυράκι».
Το Δικαστήριο δεν αποφάσισε επί της ουσίας για το εάν η εκτελεστική πολιτική συνάδει με την 14η Τροπολογία του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι «όλα τα πρόσωπα που γεννιούνται ή πολιτογραφούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες και υπάγονται στη δικαιοδοσία τους είναι πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών». Η ερμηνεία αυτής της διάταξης παραμένει υπό αξιολόγηση από τα κατώτερα δικαστήρια.
Στην αντίθετη άποψη της μειοψηφίας, η δικαστής Sonia Sotomayor υποστήριξε ότι η φύση της πολιτικής που αμφισβητείται καθιστά απαραίτητη την ευρεία παρέμβαση των δικαστών, εκφράζοντας τη διαφωνία της με τον περιορισμό των πανεθνικών εντολών.
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου θέτει νέους κανόνες στη χρήση πανεθνικών εντολών από δικαστές και επηρεάζει άμεσα υποθέσεις που σχετίζονται με τη μετανάστευση και την πολιτογράφηση. Αν και δεν κρίθηκε η ουσία της πολιτικής, καθορίζονται πλέον τα όρια της δικαστικής παρέμβασης σε πολιτικές αποφάσεις του εκτελεστικού τομέα.















































