1943 στο Αίγιο, με τον πόλεμο (υποτίθεται) να μαίνεται εκτός Σκηνής, και τους νέους άντρες της Ελλάδας να πεθαίνουν στις μάχες. Αυτό είναι το πλαίσιο της ιστορίας αυτού του έργου, και η λέξη στην παρένθεση είναι αυτό που μου έκανε εντύπωση.
Στην Σκηνή υπάρχει ένας πατέρας που του έχουν δηλώσει ότι ο γιος του σκοτώθηκε στην μάχη, και μια γυναίκα που έχασε τον άντρα της, αλλά το ότι είχαμε να κάνουμε με κωμωδία, παρέδωσε σε ένα πολύ σιγανό περιθώριο όλο αυτό το κοινωνικό – πολιτικό πλαίσιο, που κατά την γνώμη μου θα έδινε ένα ιδιαίτερο χρώμα, αν υπήρχε, χωρίς να στερεί γέλιο από την παράσταση. Ακόμη και το γεγονός «έφυγαν οι Γερμανοί, άρχισε ο εμφύλιος» δόθηκε στους θεατές με λεκτική υπενθύμιση.
Ξεπερνώντας αυτό το στοιχείο κατά το δυνατόν (γιατί εξ αρχής και μέχρι τέλους με άφησε με έντονη απορία), θα ήθελα πραγματικά περισσότερη υποκριτική έμφαση σε μονολόγους που «έψαχναν το γιατί συμβαίνουν όλα αυτά» ή που εξέφρασαν νοσταλγία για τον άντρα που έφυγε και εν τέλει σκοτώθηκε. Και ιδού πάλι το στοιχείο που έλειπε, το οποίο τελικά ήταν μάλλον ουσιώδες.
Και ήταν ουσιώδες, γιατί όταν επιλέγεις ένα ιστορικό πλαίσιο για να θέσεις την ιστορία σου, εν έτει 2025, θα πρέπει να δικαιολογείς περιγράφοντας αυτό το πλαίσιο στο κοινό. Όχι γιατί δεν γνωρίζει, αλλά γιατί θα πρέπει να αναζητάς το να συμμετέχει ο θεατής μέσα στην ατμόσφαιρα που δημιουργείς, και όχι μόνο στην ροή των κινητικών γεγονότων που λαμβάνουν χώρα επί Σκηνής. Ουσιώδες επίσης, γιατί καθώς αυτό έλειπε, απουσίαζε και ένα μεγάλο κομμάτι από την συναισθηματική συμπεριφορά των χαρακτήρων (όπως προείπα: ο πατέρας ήταν ιδιαιτέρως ψύχραιμος παρ’ όλο που σκοτώθηκε ο γιος ή παρ’ όλο που ξαναβρέθηκε ζωντανός μπροστά του κ.ο.κ.).
Κατά τα άλλα, το έργο παρουσιάζει την ιστορία μιας νέας γυναίκας, η οποία παντρεύεται καθώς ο πρώην άντρας της σκοτώθηκε σε μια μάχη, όπως την ενημέρωσαν. Η ίδια όμως, ο πατέρας του δήθεν νεκρού, και η μητέρα της, δέχονται την επίσκεψη του πρώτου συζύγου, καθώς η πληροφορία δεν ήταν αληθής. Το κωμικό μπλέξιμο αρχίζει όταν όλοι προσπαθούν να μην αποκαλύψουν την αλήθεια στον δεύτερο σύζυγο, στην προσπάθειά τους να κρύψουν και τους δύο άντρες από την σύλληψη.
Χαλαρή και άνετη έως απολαυστική η παρουσία του Αλέξανδρου Αντωνόπουλου επί Σκηνής, η Σάρα Γανωτή στον ρόλο της μητέρας, και αυτό ήταν το ζεύγος χαρακτήρων στο οποίο κατά κύριο λόγο βασίστηκε η εύθυμη πλευρά της παράστασης, με επιτυχία.
















































