Σήμερα έχω τη γιορτή μου.
Με τον ερχομό της άνοιξης,
με τις πρώτες λιακάδες.
Ανοίγουν νέοι δρόμοι,
ακούγονται δυνατές οι φωνές
Μαλακώνουν οι παλιές πληγές,
ατενίζοντας το βάθος του ουρανού.
Ανοίγω τα παράθυρα της μνήμης,
για να μην ξεχνιόμαστε
από τις τυμπανοκρουσίες
και φανταχτερές δηλώσεις
μεταμφιεσμένων Μινώταυρων.
Ανοίγω και την πόρτα της καρδιάς,
αν και ήταν πάντα ανοικτή,
χωρίς προστατευτικά κιγκλιδώματα.
Αιώνες μπαινόβγαιναν χιλιάδες
βασανιστές και ανώφελες στρατιές
που παρίσταναν Μεσσίες, σωτήρες
και παντοτινούς έρωτες.
Στρώνω το τραπέζι.
Κάθε μέρα το έστρωνα
με ψωμί και τριαντάφυλλα.
Το ψωμί συνεχώς λιγοστεύει
και τα τριαντάφυλλα ασφυκτιούν
σε στενά παπούτσια.
Και εγώ γραφή στην άμμο
μπροστά σε πολύβουη θάλασσα,
που παρασέρνει όνειρα
γένους θηλυκού.
Κάθε φορά καλώ
ν΄αρχίσει η γιορτή.
Ορμούν
από πόρτες και παράθυρα
κραυγές πουλιών
που σταλάζουν
αίμα και πόνο.
Παίρνουν τις θέσεις τους.
Περιμένουν
δίκαιη κρίση
για μια θέση στον ήλιο,
από έναν κόσμο μονόφθαλμο,
που επιμένει σε επετείους
χωρίς αντίκρισμα.
photo PicElysium, https://pixabay.com

















































