Το «Πρέπει να βιαστώ» είναι μια συλλογή διηγημάτων με συγκινητική και αληθινή καταγραφή της ευθραυστότητας των εσωτερικών μαχών που δίνει ο άνθρωπος με τις σκιές του. Σε κάθε διήγημα η Ζέτα Κουντούρη δίνει έντονη συναισθηματική φόρτιση και ρεαλιστικές εικόνες, που γράφονται στη μνήμη των αναγνωστών καθώς λίγο ή πολύ όλοι θα έχουν μια ανάλογη εμπειρία περιστατικών που μένουν αξέχαστα για την αμεσότητα τους, τις εμπειρίες που άφησαν και τη σκληρή αλήθεια τους.
Η συγγραφέας καταδύεται με τόλμη και ενσυναίσθηση φτάνοντας στα ενδόμυχα σημεία, τα πιο σκοτεινά και τα πιο εύθραυστα της ανθρώπινης ύπαρξης. Εκεί όπου οι τύψεις, τα λάθη, οι σιωπές και οι πληγές συνθέτουν το αθέατο υπόστρωμα της καθημερινότητας.
Τα δεκατρία διηγήματα λειτουργούν σαν μικρές φωτεινές δέσμες μέσα στο σκοτάδι να φωτίσουν ρωγμές ανθρώπων που παραπαίουν ανάμεσα στο καλό και το κακό.
Η Κουντούρη δεν ωραιοποιεί τις καταστάσεις, ούτε ψάχνει εντέχνως τον λόγο της για να εντυπωσιάσει. Αντίθετα η γραφή της είναι διαυγής, άμεση, σχεδόν γυμνή, και γι’ αυτό ακριβώς διεισδυτική. Με μια απλότητα μικρών κοφτών προτάσεων, μα απόλυτα περιγραφικών καταφέρνει η συγγραφέας να αποτυπώσει την αμφιθυμία της ανθρώπινης ψυχής. Η υπομονή, η θλίψη, ο θυμός, η ενοχή, η μοναξιά, ο φόβος, η αλήθεια, η ανάγκη, η αναζήτηση της αγάπης, η ευαισθησία, και άλλα πολλά είναι τα κεφάλαια που ζουν και προσπαθούν οι χαρακτήρες των διηγημάτων να διαχειριστούν. Η ανάγκη τους για λύτρωση που συνυπάρχει με την αδυναμία της συγχώρεσης. Επιθυμίες που δεν βρίσκουν το στόχο τους. Ανάγκες για επανεκκίνηση, για μια νέα αρχή όταν κλείνει ένας κύκλος, αλλά που σχεδόν πάντα σκοντάφτει πάνω στο βάρος των επιλογών. Οι ήρωές της δεν είναι ούτε καλοί ούτε κακοί, είναι άνθρωποι που παλεύουν με τις συνέπειες των πράξεων τους πότε ηχηρά κι άλλοτε αθόρυβα, αργά, αλλά πάντα με μια εσωτερική ένταση που μεταφέρεται αυτούσια στον αναγνώστη σαν ένας μαγνήτης να τον έλκει με δύναμη κοντά στις ζωές τους, να τον ταυτίζει με τα βιώματα τους και να τα ζήσει μαζί τους.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της συλλογής είναι ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας χειρίζεται τη μελαγχολική διάθεση και το αίσθημα της προσδοκίας των χαρακτήρων που έπλασε. Βυθίζεται στις ψυχές τους, αφουγκράζεται τις αντιδράσεις τους στα διάφορα ερεθίσματα που προκαλούν οι πράξεις τους και βέβαια εμπεριέχουν τη δράση που μας χαρίζει η συγγραφέας με τις αποφάσεις τους. Η προσδοκία εδώ δεν είναι απλώς ένα αφηγηματικό εργαλείο αλλά ένα είδος σύνθετης πλοκής που συνδέεται με την παρεμβολή μιας οργανικής δυναμικής σαν να πρόκειται για μια δευτερεύουσα ιστορία που διαμορφώνει τις ψυχικές καταστάσεις τους.
Οι χαρακτήρες της Κουντούρη κουβαλούν το παρελθόν τους σαν μια αξεδιάλυτη σκιά που τους καταδιώκει παρά τους προστατεύει. Οι απροσδόκητες εξελίξεις, οι δραματικές αποκαλύψεις και οι συγκρουσιακές δοκιμασίες με μαύρες στιγμές καθιστούν τις πλοκές έντονα ουσιαστικές σε κάθε διήγημα. Η συγγραφέας δεν κρίνει τους χαρακτήρες για τις αποφάσεις και τις πράξεις τους. Στέκεται πλάι τους και τους παρατηρεί με τρυφερή αποδοχή, γιατί γνωρίζει ότι η ανθρώπινη φύση είναι πολυδιάστατη. Είναι ένα πεδίο όπου το φως και το σκοτάδι δεν αντιμάχονται αλλά συνυπάρχουν.
Ωριμότητα γραφής διαπνέουν τα διηγήματα και είναι εμφανής στην ανάγνωση καθώς συγκεντρώνουν την προσοχή στη ροή των γεγονότων αφήνοντας χώρο στο χρόνο για συμφιλίωση του καλού με την ελπίδα.
Στα διηγήματα οι απροσδόκητες μεταβολές πράξεων ή συναισθημάτων μεταξύ του κεντρικού ήρωα και των άλλων χαρακτήρων αποκαλύπτουν ψυχικά γνωρίσματα που δημιουργούν πιο σύνθετες δράσεις.
Το «Πρέπει να βιαστώ» είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται όχι μόνο σε εκείνους που αναζητούν στη λογοτεχνία απλές ιστορίες αλλά και σε εκείνους που ψάχνουν αλήθειες και απαντήσεις στα ανθρώπινα ζητήματα. Η Κουντούρη έχει γράψει ιστορίες χαρακτήρων με τη ρεαλιστική υφή της ζωής που αγγίζουν την πραγματικότητα των ανθρώπων. Φοβισμένους, γενναίους, ευάλωτους.
Πρόκειται για διηγήματα που αξίζει να διαβαστούν με προσοχή και τη διάθεση που έχουμε όταν ακούμε κάποιον να μας εξομολογείται κάτι βαθιά προσωπικό. Γιατί αυτό ακριβώς κάνει η συγγραφέας, μας χαρίζει ιστορίες με μια ειλικρίνεια που συγκινεί και μια ωριμότητα που σπάνια συναντά κανείς σε σύγχρονη ελληνική διηγηματογραφία.
Από το οπισθόφυλλο
Θα μπορούσα ίσως να την είχα αποφύγει. Να είχα προλάβει να φρενάρω ή… Τρεις η ώρα τη νύχτα κι έτρεχε σαν παλαβή. Μόνη της καβάλα στη μηχανή. Τη χιλιάρα… Πήγε να με προσπεράσει από δεξιά… Μόνο η θάλασσα και το φεγγάρι μπροστά μας. Ένα φεγγάρι τεράστιο, ακουμπισμένο τώρα γεμάτο λύπη πάνω στο παραμορφωμένο πρόσωπό της.
Πόσο παλιάνθρωπος μπορεί να γίνει κανείς ξαφνικά, αναρωτιέται ο κεντρικός ήρωας σε ένα από τα δεκατρία διηγήματα της συλλογής, μόλις βλέπει τι έχει προκαλέσει οδηγώντας μεθυσμένος μέσα στην έρημη νύχτα.
Παρόμοιες οδυνηρές εμπειρίες βιώνουν και οι περισσότεροι ήρωες των διηγημάτων, άνθρωποι με πάθη, που παραπαίουν ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Η ζωή ωστόσο έχει αποδείξει πως κανείς δεν γίνεται να είναι μόνο καλός ή μόνο κακός, πόσο μάλλον όταν εκτός από τον παράδεισο είναι και η κόλαση που μπορεί να περιμένει.
Σε όλα τα διηγήματα της συλλογής λανθάνει μια μελαγχολία που κορυφώνεται στο τελευταίο: «Ροζ είναι το χρώμα». Με την καταληκτική φράση η μελαγχολία είναι γένους θηλυκού κι έχει πότε χρώμα ροζ και πότε γαλάζιο… η συγγραφέας μοιάζει, για μία ακόμη φορά, να κλείνει στην ίδια τρυφερή αγκαλιά όλους τους ήρωές της.

















































