Ήταν πολύ πρωί, πριν ξημερώσει, σαν ξαφνικά έφθασε στην πόρτα μας ο πόλεμος.
Όχι πως δεν τον περιμέναμε,
Μα να! όλο και ελπίζαμε
ότι τελικά θα βάλει ο θεός το χέρι του και θα μας προσπεράσει.
Όλοι το νιώθαμε.
Μα, με ολάνοιχτες ακόμη τις πληγές της συμφοράς,
μ’ ένα κορμί γυμνό,
φτώχεια, αρρώστια, θάνατο
και φυλακές γεμάτες
ακόμη κι αν το θέλαμε
τι πόλεμο να κάνεις;
Να πολεμήσεις το θεριό. Μα πώς;
Κι όμως εγίνει!
Και εκεί που δυο τουφεκιές θα ρίχναμε για την τιμή των όπλων
θεριό γινήκαμε για το θεριό που ζήτησε τις τύχες μας
να διαφεντέψει .
Κι από της Ηπείρου τα βουνά,
της Πίνδου τα φαράγγια
κραυγή ακούστηκε, σαν ιαχή.
Αέρα!!!!
photo frimufilms,

















































