Στη γιατρό η ασθενής.
Χρόνιο πρόβλημα με την υγεία της. Γιατρός και ασθενής γνωστές πάνω από 40 χρόνια.
Η γιατρός καλωσορίζει την κ. Ευπραξία και τη ρωτάει :
_Τι γίνεται;
_Τι να γίνει γιατρέ.. τα γνωστά.. Τσιγάρο δε κάπνισα το ξέρεις, ποτά, καφέδες δεν ήπια, αλλά τα πνευμόνια δεν συνεργάζονται…κουράστηκαν κι αυτά..
_Ξάπλωσε να σε ακούσω την προτρέπει η γιατρός. Ξαπλώνει με μεγάλη δυσκολία η ασθενής.. Την ακροάζεται..
_Είσαι πάλι χάλια.
_Είμαι γιατρέ μου, κάθε τόσο οι ιοί και οι θυγατέρες μαζί, με βάζουν στο μάτι.. Ψιθύρισε…
_Το ξέρω Ευπραξία.. Βήξε. Βήχει και βουίζει σαν το μελίσσι ολόκληρο στη κυψέλη.
_Φορτώθηκες πάλι…
_Ναι φορτώθηκα γιατρέ μου… Η γιατρός απαντά :
_Θα κοιμάσαι με πέντε μαξιλάρια, όχι με δύο το βράδυ.
_Ναι το κάνω, σαν τον Βούδα ξημερώνομαι εδώ και χρόνια…
_Καλά κάνεις απαντά η γιατρός. Όμως η σκούνα τρίζει!
_Τρίζει ;
_Ναι και τα κατάρτια μαζί.!!!
Η ασθενής πιάνει πουλιά στον αέρα. Έχει μπεί στο νόημα…
_Πρέπει ν’ αρχίσεις ν’ αδειάζεις τ’ αμπάρια.. Κουράζεται η μηχανή, δεν αντέχει σε κάθε θαλασσοταραχή! Πόσο ν’ αντέξει; Κάποτε πέθαιναν οι άνθρωποι από την έλλειψη τροφής. Σήμερα πεθαίνουν από τα πολλά κιλά δηλ. από την πολυφαγία. Και συνεχίζει να συμβουλεύει την κ Ευπραξία. Κάποια στιγμή την κοιτάζει και της λέει :
_Σου αρέσουν τα μπισκοτάκια;
_Εε.. ναι και σε ποιόν δεν αρέσουν απαντά η ασθενής. Και κανα γλυκάκι να κατεβαίνουν οι πίκρες αφού ξέρεις καφέ δεν πίνω, αλλά τα γλυκά…
Η γιατρός. Κομμένα τα γλυκά, όποιος θέλει να φέρνει και να τα τρώει. Τι να πει η κ.Ευπραξία, χαρά της είναι να γλυκάνει κάθε επισκέπτη στο σπίτι της. Τώρα όμως.. σιωπή…
Συνεχίζει η γιατρός. Θα πίνεις πολύ νερό!
_Θα τουλουμιάσω γιατρέ μου…
_Να τουλουμιάσεις. Θα φουσκώσει το έντερο και δεν θα πεινάς. Όλα είναι μια συνήθεια, εξακολουθεί η γιατρός.
Μέχρι τις 7 το βράδυ θα τρως μετά ΝΟ.
Να κάνεις διαλειμματική δίαιτα, να το ράψεις, πως το λένε… Νερό μόνο νερό. Μεγαλώσαμε.. Δεν γεράσαμε.
_Κατάλαβα.. απαντάει μονολεκτικά η κ. Ευπραξία..
Γυρνά στο σπίτι με ένα σωρό χάπια εισπνεόμενα και πολλά άλλα..
Αρχίζει το νερό και δώς του νερό, μέχρι που η δόλια ένοιωθε σαν την νεροχελώνα σε βαθιές θάλασσες!
Προσπαθούσε όμως.. Πεινούσε και έπινε νερό. Το πάλευε. Όλη μέρα με ένα μπουκάλι να δει πόσο ήπιε.
Τώρα για τα γεμίσματα στ’ “αμπάρια” νομίζω πως χρειάζεται κόπος, χρόνος, επιμονή και υπομονή γιατί πέρασαν τα χρόνια και ίσως αντιδρά το μυαλό όχι ότι δεν καταλαβαίνει.. Ίσως ν’ αρχίζει να ελαφρώνει η σκούνα και να πλέει με μεγαλύτερη ευκολία σε ταξίδια που δεν ολοκλήρωσε ακόμη.. Όσα της επιτρέπει ακόμα ο καιρός…
photo Vilkasss / https://pixabay.com

















































