«Η μουντζούρα» είναι ένα μυθιστόρημα της Ελληνοϊταλίδας συγγραφέως και ιστορικού Ιουλίας Λυμπεροπούλου που κυκλοφόρησε το 2021 από τις εκδόσεις Ταξιδευτής και παρουσιάστηκε, μεταξύ άλλων, στο 49ο Φεστιβάλ Βιβλίου στο Ζάππειο στην Αθήνα.
Το έργο πραγματεύεται τη ζωή ενός συνόλου χαρακτήρων σε μια μικρή καστροπολιτεία του κάμπου. Η Λυμπεροπούλου δεν αντιμετωπίζει τους ήρωες ως απλά πρόσωπα πλοκής αλλά ως φορείς τραυμάτων, ιδεών και κοινωνικών ρόλων. Κάθε χαρακτήρας λειτουργεί σαν «μουντζούρα» πάνω στον καμβά της μικρής κοινωνίας.
Η Αννιώ, έχει καταφύγει στην πόλη με ένα μυστικό και προσπαθεί να ξεπεράσει το παρελθόν της. Είναι ίσως η πιο εσωστρεφής φιγούρα του βιβλίου. Ζει απομονωμένη, με τα παντζούρια συχνά κλειστά − μια συμβολική στάση ζωής. Κουβαλάει ένα παρελθοντικό τραύμα που εκφράζεται με τη σιωπή, με τη ντροπή και με τον φόβο της κοινωνικής έκθεσης και είναι ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που τιμωρεί το «διαφορετικό» τόσο με τη βία, όσο και με τον αποκλεισμό, που είναι μία έμμεση μορφή βίας. Η Αννιώ, ωστόσο, δεν είναι παθητική. Η σιωπή της είναι μορφή αντίστασης αλλά και αυτοφυλάκισης.
Η Μεταξία, μια ζωγράφος που αναζητά τον προσανατολισμό της ζωής της και αναπτύσσει την τέχνη της στα ψηφιδωτά και σε εκθέσεις, λειτουργεί ως αντίβαρο στην Αννιώ. Είναι καλλιτέχνιδα, στραμμένη προς την έκφραση και την εξωτερίκευση. Η τέχνη είναι τρόπος ανασύνθεσης της ζωής. Εκφράζει την ανάγκη για φυγή από τη στασιμότητα της πόλης και συγκρούεται με κοινωνικά στερεότυπα για τη γυναίκα, την καλλιτέχνιδα, το τι θεωρείται «ωφέλιμο». Η Μεταξία ενσαρκώνει την προσπάθεια να μετατραπεί η «μουντζούρα» σε τέχνη.
Ο Ζήσης, ένας νέος αρχαιολόγος που εργάζεται με συμβάσεις και εμπλέκεται στην κοινωνική και οικονομική δομή της πόλης, είναι εγκλωβισμένος στην εργασιακή επισφάλεια και στους άγραφους νόμους της επαρχίας. Αντιπροσωπεύει τη μορφωμένη αλλά ανίσχυρη νέα γενιά. Η σχέση του με την ιστορία (αρχαιολογία) έρχεται σε ειρωνική αντίθεση με το παρόν του, βιώνει την κοινωνική υποκρισία και συγκρούεται μαζί της ανοιχτά. Ο Ζήσης είναι ο ήρωας της εκβιασμένης ματαίωσης: βλέπει, καταλαβαίνει και, όταν αποφασίζει ν’ αντιδράσει, πληρώνει το τίμημα ακριβά.
Το μυθιστόρημα συνδέει τα προσωπικά δράματα των ηρώων με ένα περιβάλλον νοσηρό στις κοινωνικές και πολιτικές του δομές: διαπλεκόμενες οικογένειες με ισχυρή επιρροή, φόβο για το διαφορετικό, μισαλλοδοξία και μια αίσθηση ακινησίας αλλά και αναζήτησης μιας άλλης ζωής. Η αφήγηση κινείται μεταξύ πραγματικού και υπερβατικού, λογικού και εξωλογικού, επιχειρώντας να διερευνήσει και τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση και τον ίδιο του τον εαυτό.
Στην αφήγηση, δίνεται χώρος επομένως στη σχέση με τη φύση και με τα ζώα. Οι άνθρωποι φέρονται απέναντί τους όπως τους ίδιους, σε έναν κόσμο που αναπνέει, παράγει και αναπαράγει βία άμεσα, έμμεσα και αντανακλαστικά. Στο τέλος, η φύση συντάσσει την ετυμηγορία της με βία κάθαρσης ως δράση αντίδραση και γίνεται ένα κάτοπτρο των ανθρώπινων πραγμάτων. Γιατί ο άνθρωπος μόνος του φτάνει σε ολικό αδιέξοδο. Ίσως γιατί, όπως αναφέρεται στο βιβλίο: «Όταν διαταράσσονται οι ισορροπίες, έρχεται μια στιγμή που μιλάει το δάσος. Μεταμορφώνει τα δέντρα σ’ ένα σώμα από γρανίτη, για να μην μπορεί κανείς να τα κόψει, και προστατεύει την καρδιά του».
Με μία πολυεπίπεδη αφήγηση, το βιβλίο δεν είναι μια απλή γραμμική ιστορία. Συνδέει την εσωτερική ζωή των χαρακτήρων με ευρύτερα κοινωνικά και φιλοσοφικά θέματα. Η συγγραφέας πλέκει το προσωπικό με το συλλογικό, δημιουργώντας ένα πλούσιο και στοχαστικό πλαίσιο. Η αφήγηση παίζει με την αίσθηση του πραγματικού και του μεταφυσικού, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που οδηγεί τον αναγνώστη πέρα από το προφανές και η απεικόνιση μιας μικρής πόλης με μισαλλοδοξία, διαπλοκή και κοινωνική καταπίεση αντανακλά βαθύτερες ανησυχίες μιας σύγχρονης κοινωνίας.
Πιο ειδικά, είναι μία αλληγορία που, με σουρεαλιστικά και εξπρεσιονιστικά στοιχεία, παρασύρει τον αναγνώστη σε ένα παιχνίδι εικόνων, λέξεων και φαντασίας, ανακαλύπτοντας νέες διαδρομές ή νοηματοδοτώντας τις ήδη υπάρχουσες διαφορετικά. Δημιουργεί έναν νέο πολύκοσμο όπου η «Φοβεριάδα», η «Φτυσιάδα», οι «Ιριδιστές», οι «Τολμηροί», το «το-παιδί-του-πλυντηρίου» και πολλοί άλλοι επαναπροσδιορίζουν τον κόσμο και τον καθρεπτίζουν αποκαλυπτικά.
Με περίπου 470 σελίδες, το έργο απαιτεί αφοσίωση από τον αναγνώστη λόγω της πυκνής και πολυεπίπεδης πλοκής του. Η διείσδυση σε φιλοσοφικές και μεταφυσικές διαστάσεις μπορεί να δυσκολέψει τον αναγνώστη που αναζητά απλή αφήγηση χωρίς στοχαστικές παρεκβάσεις. Η καστροπολιτεία δεν είναι απλώς σκηνικό. Λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου, αναπαράγει μισαλλοδοξία, σιωπές, συμμαχίες συμφέροντος και απορροφά ή συνθλίβει όσους δεν προσαρμόζονται. Η πόλη είναι η μεγαλύτερη «μουντζούρα» του έργου.
Συνοψίζοντας
«Η μουντζούρα» της Ιουλίας Λυμπεροπούλου είναι ένα πολυπρισματικό δυστοπικό μυθιστόρημα που ξεφεύγει από τα καθιερωμένα κοινωνικά δράματα, εμπλουτίζοντας την ιστορία με στοχαστικά και υπαρξιακά στοιχεία. Αν και απαιτεί συγκέντρωση και υπομονή, προσφέρει μια βαθιά εμπειρία ανάγνωσης που «ξεγυμνώνει» όχι μόνο χαρακτήρες αλλά και κοινωνικές νοοτροπίες και εσωτερικές συγκρούσεις.
«Η μουντζούρα» δεν είναι εύκολο βιβλίο. Εξετάζει μοτίβα ανθρώπινης συμπεριφοράς και κοινωνικοπολιτικών μηχανισμών που με παραλλαγές διαιωνίζονται στον χρόνο. Είναι μία σπουδή. Είναι ένα βιβλίο που ωθεί στην περίσκεψη όπως μία δυστοπία θα όφειλε να κάνει, καθώς ξεβολεύει και ενοχλεί, παραμένοντας συνεπής στο είδος της. Και συνάδει ίσως με τη γνωστή φράση του Κάφκα: «Ένα βιβλίο πρέπει να είναι το τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα μέσα μας».
Ομολογώ πως με δυσκόλεψε πολύ. Πάρα πολύ. Από τη μια μεριά: Η γλώσσα είναι στοχαστική, με εσωτερικούς μονολόγους και φιλοσοφικές παρεκβάσεις, η δράση δεν προχωράει γρήγορα (στο πρώτο κεφάλαιο στήνεται η σκακιέρα, το βάρος πέφτει στην ψυχολογία και στο νόημα, στο δεύτερο εισάγονται νέοι χαρακτήρες και αρχίζει να γυρνάει πιο γρήγορα ο τροχός και στο τρίτο, τη λύση, η δράση αποκτά μεγαλύτερη ταχύτηττα) και χρειάζεται χρόνο. Χρόνο και συγκέντρωση. Δεν είναι το μυθιστόρημα που το «παίρνεις και χαλαρώνεις».
Από την άλλη όμως: Έχει καλογραμμένους χαρακτήρες που σε κρατούν, αν σου αρέσει η εσωτερική λογοτεχνία, έχει ισχυρή ατμόσφαιρα (η πόλη, οι σιωπές, τα βλέμματα λειτουργούν σχεδόν κινηματογραφικά) αλλά έχει και νόημα πίσω από τη δυσκολία. Δεν είναι δηλαδή δύσκολο με στόχο τον εντυπωσιασμό. Απλώς, θέλει να σκάψεις (αυτό πια δεν με εκπλήσσει καθόλου. Η ανασκαφή με την Τζούλια μάς έγινε συνήθεια).
Συστήνω το βιβλίο στον αναγνώστη που αγαπάει τα υπαρξιακά, τα κοινωνικά − δυστοπικά και τα αργά μυθιστορήματα και όχι σε όποιον θέλει γρήγορη πλοκή, έντονη δράση ή ξεκάθαρες απαντήσεις.
Αν το έβαζα σε μερικές λέξεις: Δεν το διαβάζεις για να περάσει η ώρα. Το διαβάζεις για να σε απασχολήσει. Είναι βαθύ, απαιτητικό, κοινωνικά αιχμηρό, φιλοσοφικά φορτισμένο και δεν προσφέρει εύκολες λύσεις. Προσφέρει κάθαρση μέσα από τη δοκιμασία και αφυπνίζει τη συνείδηση.
Η Ιουλία είναι εδώ: https://ioulia.gr/


















































