Της μάνας μου το βύζαγμα
Δεν δώκε μόνον γάλα…
Έδωκε και την Λευτεριά
με όνειρα μεγάλα!
Μ’ έδωκε για κληρονομιά
πανάρχαια Ιστορία,
πως η Πατρίδα και η Τιμή
έχουν κοινή Λατρεία!
Τι σαν κρατούν απ’ Όλυμπο,
τι από Ψηλορείτη,
ή Πάφο με Κεφαλλονιά,
από το Αργυρόκαστρο,
την Ξάνθη ή την Μεγίστη!…
Αν βρίσκεται στην ξενιτιά
ο νους, πάντα γυρίζει
πέρα, στην πέτρα ‘κείνη γή,
στου Καραϊσκάκη την πληγή!
Θυμάται -και δακρύζει-
τις ιστορίες που ο Παππούς
έλεγε μπρος στο τζάκι
ψήνοντας κάστανα ζεστά,
γι’ Αλέξανδρο, Θεμιστοκλή,
για Σολωμό ή Φαρμάκη!…
Κι η Βάβω, έπλεκε σκυφτά
φανέλα και χλαμύδα,
ότι ‘ναι ο γυιός της στα βουνά
για την γλυκιά Πατρίδα!
Μ’ άλλους μαζί,
γράφει την Ιστορία
πως η Ελλάδα είν’ μπροστά!
Ξαναπατάει την Τροία!…
Κι άν ξέμεινε σε άλλη γη,
το βλέμμα του αρμενίζει
σαν τ’ Οδυσσέα, ταξιδευτής,
περαστικός αρμενιστής…
Μετρά οργιές καμένης γης,
Πατρίδες της ομίχλης…
Πατρίδες όνειρου πικρός
(νερό γλυφό, ξεσπιτομού)
μιας αποφράδας Τρίτης…
Κοιτάει Βόρια κι Ανατολή
με βλέμμα θολωμένο…
Στο ένα του χέρι το σπαθί,
τ’ άλλο του σηκωμένο,
γνέφει και ξαναπροσκαλεί
τον αποξενομένο
να μην ξεχνά, μα να θυμά
πως ‘κείνα τ’ άγρια βουνά
γεννήσανε την Λευτεριά,
Αριστοτέλη, Απελλή
κι Ανδρούτσο, πέρα στη
Γραβιά!…
Να μην ξεχνά την Αθήνα,
την Πηνελόπη που περνά
τα χρόνια της στο υφάδι!
Την Παναγία να προσκύνα
και πάντα στο καντήλι
να έχει λάδι!…
Τους Άγιους να μελετά
κι έναν βρυχμό να βγάζει
σε κάθε ξένο που γελά…
“Αυτά -να λέει- πια δεν
περνάνε!
κι όλα, με χρόνια, με καιρούς,
πάλι δικά μας θα ‘ναι!…”
Photo Από LBM1948 – Έργο αυτού που το ανεβάζει, CC BY–SA 4.0, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=79027269 – https://el.wikipedia.org/wiki/

















































