Σε μια πρόσφατη δημοσίευση του Economist, γίνεται αναφορά για το πώς η επίθεση της Χαμάς είναι σε θέση να φέρει τεράστιες αλλαγές στο πλάνο των ΗΠΑ για την Μέση Ανατολή. Επίσης, θέτει το ερώτημα εάν υπάρχει οικονομική δυνατότητα να υποστηριχθούν όλα τα μέτωπα με εξοπλισμό: η Ουκρανία και η Ταϊβάν, αλλά και η Μέση Ανατολή.
Και απαντά: «Οι ανάγκες του Ισραήλ είναι πιο μικρές σε σύγκριση με τις ανάγκες της Ουκρανίας. Οι εμπλεκόμενες δυνάμεις έχουν μικρότερη ισχύ και ο πόλεμος θα είναι πιθανότατα συντομότερος»
Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου Jake Sullivan είχε δηλώσει πρόσφατα πως ήταν ικανοποιημένος από την ηρεμία που επικρατεί στην Μέση Ανατολή, για να ακολουθήσει αμέσως μετά η επίθεση της Χαμάς, και η ακραία κρίση η οποία έφερε πονοκέφαλο στον πρόεδρο Μπάϊντεν, καθώς φαίνεται να αποστασιοποιείται προς στιγμήν από την κρίση στην Ουκρανία και την Ταϊβάν.
Αρχικά, και ενώ η ένταση έχει κλιμακωθεί στο Ισραήλ, δεν είναι ακόμη γνωστό πόσοι είναι οι Αμερικανοί πολίτες που βρίσκονται όμηροι στα χέρια της Χαμάς, ενώ οι νεκροί ανέρχονται τουλάχιστον σε 11.
Οι δηλώσεις για την αποστολή ομάδας κρούσης του αεροπλανοφόρου Ford στα ανοιχτά του Ισραήλ στις 8 Οκτωβρίου, έγιναν με σκοπό να ενισχυθεί η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή. Κατά το δημοσίευμα του Economist, η κίνηση αυτή θυμίζει την εποχή του Κίσινγκερ, αποσκοπώντας να κουνήσει το δάχτυλο στο Ιράν και τους ομοϊδεάτες. Περισσότερο αυτό, παρά να ανοίξει πυρ – αφού οι ΗΠΑ δηλώνουν, κατά το άρθρο, διατεθειμένοι να κρατήσουν στάση αναμονής, εκτός εάν γενικευθεί η σύρραξη.
Για τους λόγους αυτούς οι ΗΠΑ δεν έφεραν αντίρρηση ή άλλο επιχείρημα, όταν ο πρόεδρος του Ισραήλ Νετανιάχου μιλούσε για «εκδίκηση».
Ο υπουργός Εξωτερικών Antony Blinken δήλωσε αρχικά πως πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερα υπ’ όψιν η ασφάλεια των αμάχων, παρ’ όλα αυτά, τις επόμενες ημέρες και καθώς το Ισραήλ επέμενε στην στάση του, οι δηλώσεις διαγράφηκαν από το διαδίκτυο. Αυτό που ακολούθησε ήταν η τακτική του Ισραήλ να περιορίσει τους κατοίκους της Γάζας από ρεύμα, καύσιμα, νερό και τρόφιμα.
Ο λόγος που μιλά για «αλλαγή στα πλάνα» του Μπάϊντεν μετά την επίθεση της Χαμάς, το άρθρο του Economist, είναι κυρίως το πέρασμα από την απόσταση του προέδρου κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα προς τον Νετανιάχου, στην προσπάθεια των ΗΠΑ να παίξουν ρόλο μεσολαβητή μεταξύ Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας, στο να λάβει θέση. Από μεσολαβητής, ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα πρέπει πλέον να γίνει ξεκάθαρος, αφού διαφαίνεται μια πιο κάθετη αντιμετώπιση και προς το Ιράν.
Η στάση αναμονής των ΗΠΑ ακολουθεί τα γεγονότα, αφού η Χεζμπολάχ δεν έχει ακόμη απαντήσει στο κάλεσμα της Χαμάς, ούτε η απάντηση των Αράβων στα αντίποινα του Ισραήλ, θεωρείται ακόμα γενικευμένη.
Από την πλευρά του ίδιου του Παλαιστινιακού λαού, η επίθεση της Χαμάς ήταν ένα εμπόδιο στις διαπραγματεύσεις. Μάλιστα η τυφλή βία χωρίς διακρίσεις, έφερε δυσφορία απέναντι τους Άραβες από όλη την Δύση. Ως αποτέλεσμα, ανακοινώθηκε από τον Επίτροπο Διεύρυνσης της ΕΕ κ. Oliver Varhelyi ότι η βοήθεια εκατοντάδων δις δολλαρίων προς το Παλαιστινιακό κράτος θα παγώσει, με την υποψία ότι τα χρήματα θα χρησιμοποιούνταν για κινήσεις βίας. Αυτό το θέμα βέβαια τίθεται προς επανεξέταση, αφού ο διπλωμάτης της ΕΕ Josep Borrell δήλωσε πως κάτι τέτοιο θα ζημίωνε την ΕΕ.
Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν η επίθεση της Χαμάς είχε σκοπό να σταματήσει τις προσπάθειες διαπραγμάτευσης μεταξύ Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας, με την υποψία το Ιράν να έχει κάποια συμμετοχή σε αυτή την ενέργεια. Παρ’ όλα αυτά η Χαμάς φαίνεται να μην χρειάζεται τέτοιου είδους υποκίνηση.
Από την πλευρά της η Σαουδική Αραβία κατηγόρησε την Χαμάς για την επίθεση, καθώς θα έφερνε περισσότερα δεινά στον Παλαιστινιακό λαό που υποφέρει χρόνια συνεχιζόμενης κατοχής και στέρησης νομίμων δικαιωμάτων.
Στις ΗΠΑ τώρα, οι ρεπουμπλικανοί κρίνουν τον πρόεδρο για την χαλάρωση της πολιτικής της μέγιστης πίεσης προς το Ιράν, στην προσπάθεια να αποφυλακιστούν πέντε φυλακισμένοι Αμερικανοί πολίτες τον περασμένο Σεπτέμβρη.
Το αποτέλεσμα αυτό περιγράφεται ως αποδέσμευση 6 δις δολαρίων από το ιρανικό πετρέλαιο στη Νότια Κορέα, τα οποία βρίσκονται τώρα στο Κατάρ. Τα χρήματα αυτά δεν έχουν εκταμιευθεί και θα γίνει χρήση τους μόνο για να πληρωθούν εργολάβοι τροφίμων ή ανθρωπιστικών αποστολών με τον όρο να μην είναι Ιρανοί.
Ο τέως πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι τις επιθέσεις τις χρηματοδότησαν τα χρήματα των φορολογουμένων Αμερικανών. Παρ’ όλη την σπουδαιότητα αυτής της δήλωσης, η χαλάρωση των σχέσεων με το Ιράν που έχει σκοτώσει πολλούς Ισραηλινούς, φαίνεται να βαραίνει περισσότερο για τους ρεπουμπλικανούς, που κρατούν μια στάση μη βοήθειας.
Υπό το πρίσμα αυτό, η διαδικασία του προϋπολογισμού στην οποία περιλαμβάνεται και το κονδύλι που αφορά την Ουκρανία, αλλά και αυτό του Ισραήλ, φαίνεται ασταθές.
Ο Νοέμβριος μάλλον θα μοιάζει σαν λεπτό στρώμα πάγου για την κυβέρνηση, αφού αναμένεται νέα κατάρρευση κυβερνητικών υπηρεσιών, γεγονός που δυσχεραίνει το όλο σκηνικό.
Και εδώ το άρθρο του Economist θέτει το ερώτημα: ακόμη κι αν η Χαμάς καταστραφεί από το Ισραήλ που θα έχει στο πλευρό του τις ΗΠΑ, τί θα ακολουθήσει μετά; Ποιος θα διευθύνει την Γάζα και ποιο θα είναι το πλαίσιο για την παρουσία των Παλαιστινιών;
ΠΗΓΗ: The Economist – Hamas’s carnage upends Joe Biden’s plans for the Middle East / photo https://www.cnbc.com/

















































