Στη μοναξιά, του μονολόγου,
στα όρια του παραλόγου,
σε μια σκηνή χωρίς αυλαία,
με κουρασμένο προβολέα,
μόνος, στη μέση της ζωής μου,
ψάχνω τις άκρες της ψυχής μου,
κάνω τον απολογισμό μου,
να εξηγήσω το θυμό μου.
Ποιός έσβησε τα όνειρά μου;
Πώς σάλεψαν τα λογικά μου;
Πώς λένε δίκαιο, το νόμο,
πού ΄κανε σπίτι μου, το δρόμο;
Οι φίλοι, που με προσπερνούνε,
πώς έπαψαν να μ΄ αγαπούνε;
Μα οι εχθροί, με χαιρετάνε,
με μάτια που χαμογελάνε.
Και όταν με ρωτούν: τί κάνω,
τους απαντώ: δε θα πεθάνω.
Έχω το φως απ΄ την κολώνα
για να περάσω το χειμώνα.
Με εγκατέλειψες πατρίδα,
δίχως χιτώνα και ασπίδα.
Πώς γίνεται, η αγκαλιά σου,
να μη ζεσταίνει τα παιδιά σου;
Μονολογώ, μα δε δακρύζω,
την εξορία μου, ξορκίζω.
Δίνω παράσταση του δρόμου,
με θεατή, τον εαυτό μου.
photo mostafa_meraji – https://pixabay.com

















































