Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Ρόδη για το Greek News and Radio FL
Συνάντησα τον Ρένο Χαραλαμπίδη στο αφιέρωμα που παρουσίασε για τον Βασίλη Διαμαντόπουλο στο Θέατρο Τέχνης, την προπαραμονή της πρωτοχρονιάς. Αυτές τις ημέρες βρίσκεται σε στάδιο ετοιμασίας της νέας ταινίας του, και η συζήτηση έγινε ένα Κυριακάτικο πρωινό, με καφέ και με τα πουλιά της Αθήνας να κελαϊδούν σε δεύτερο πλάνο.
Θα ξεκινήσω ανάποδα την συζήτησή μας, μια και μόλις μπήκε η νέα χρονιά. Ένα μήνυμα για την Ομογένεια της Φλόριντα;
Για το 2025 εύχομαι η ομογένεια τη Φλόριντα να παραμείνει τόσο βαθειά ελληνική όσο έχει παραμείνει όλα αυτά τα χρόνια. Πολλές φορές έχω εντυπωσιαστεί για το πώς ο πυρήνας του ελληνισμού, αυτό που βαθειά μέσα στην καρδιά του έχει ο κάθε Έλληνας, κατάφερε να ζήσει και να αναπτυχθεί σε μέρη όπως η Φλόριντα, η οποία να συμπληρώσω ότι είναι μέσα στα σχέδιά μου να επισκεφθώ. Είναι από τα μέρη για τα οποία έχω ακούσει πολλά και θέλω να τα επισκεφθώ ως ταξιδιώτης. Στην Φλόριντα δεν πήγαν οι Έλληνες σφουγγαράδες από την Κάλυμνο;
Ναι, στην περιοχή Τάρπον Σπρινγκς, μια πόλη με ισχυρή ελληνική παρουσία και Έλληνα δήμαρχο!
Γι’ αυτό θέλω να πάω εκεί, θέλω να το δω αυτό. Και δεν έχασαν τον εαυτό τους οι Έλληνες στην Φλόριντα. Να το σημειώσουμε αυτό και να το γλεντήσουμε.
Μπαίνοντας κανείς στο βιογραφικό σας στο ίντερνετ, γράφει το εξής καταπληκτικό: «αυτοδίδακτος ηθοποιός, με θεατρικές σπουδές σε ελεύθερα εργαστήρια στην Αθήνα». Μου το εξηγείτε αυτό; Παρέχει ασφάλεια για τον θεατή, το να έχει βγάλει ο ηθοποιός μια Σχολή γνωστή;
Κατ’ αρχήν συγχαρητήρια για την ερώτηση. Στα 35 χρόνια που είμαι ηθοποιός, είναι η πρώτη φορά που μου θέτουν αυτό το ερώτημα. Σαφώς, σε ένα βιογραφικό οι σπουδές είναι κάτι που δίνει μια εγγύηση προς τον θεατή για τον καλλιτέχνη που μιλάει. Εγώ είμαι από τους ανθρώπους που δεν μπορώ να κοροϊδέψω τον θεατή. Βέβαια, θα μου πείτε ότι μετά από τόσα χρόνια δεν έχει και κανένα νόημα. Παρ’ όλα αυτά θέλω να έχω μια σχέση ειλικρίνειας με τον θεατή. Θα μπορούσα να μην έχω γράψει και τίποτα, όμως είναι η προσωπική μου ιστορία και πολλές φορές όταν πάμε σε έναν κινηματογράφο, στο θέατρο ή στην τηλεόραση και βλέπουμε έναν ηθοποιό, μας ενδιαφέρει και η προσωπική του πορεία στην ζωή. Εγώ ξεκίνησα με αποτυχίες, με απορρίψεις από δραματικές σχολές. Το 1990 που έδωσα εξετάσεις στις δραματικές σχολές με απέρριψαν σχεδόν όλες. Ξεκίνησα λοιπόν με ένα ηχηρό ‘όχι’. Έλα όμως που καρδιά μου έλεγε πως αυτός είναι ο δρόμος. Και τότε, το 1990, για πρώτη φορά στην Ελλάδα δόθηκε άδεια να ανοίξουν τα ελεύθερα εργαστήρια σπουδών. Και ανοίγει ο Βασίλης Διαμαντόπουλος το Ελεύθερο Εργαστήρι του και ήμουν ο πρώτος που γράφτηκε: 1η Σεπτεμβρίου 1990, στις 09.00 το πρωί ο πρώτος εγγεγραμμένος. Από εκεί και πέρα αυτό που γράφω στο βιογραφικό σημαίνει πως ο άνθρωπος μπορεί να βρει τον δρόμο του, όχι μόνο μέσα από την πεπατημένη (χωρίς να σημαίνει πως η πεπατημένη δεν έχει βγάλει εξαιρετικούς καλλιτέχνες)…
Για μεγάλα ονόματα της ελληνικής Σκηνής και του Κινηματογράφου, γνωρίζαμε ότι είναι αυτοδίδακτοι ή ότι απορρίφθηκαν από σχολές κ.λπ.
Πιστεύω ότι υπάρχει κάτι (-…δημοκρατικό; όχι, …δίκαιο; βαρειά λέξη-) κάτι ισορροπιστικό στο θέαμα στην Ελλάδα. Ο χρόνος αποφασίζει ποιος είναι αυτός που είχε κάτι να πει, ή που βρέθηκε σαν μετεωρίτης.
Και σε δικαιώνει εν τέλει.
Σε δικαιώνει ο χρόνος. Μόνο ο χρόνος, τίποτα άλλο.
Μας έλεγαν κάποτε στην Σχολή Κινηματογράφου, ότι οι νέοι Έλληνες σκηνοθέτες κινηματογράφου πέφτουν στην εξής παγίδα: μαζεύουν με δυσκολία τα χρήματα για να φτιάξουν μια ταινία, και επειδή δεν γνωρίζουν αν θα έχουν για 2η ταινία, «τα λένε όλα» σε αυτήν, ακόμη και ξεφεύγοντας από το θέμα, ή πνίγοντάς την.
Ναι, την μπουκώνουν συνήθως. Το βρίσκω αυτό πολύ χαριτωμένο. Είναι όπως ένας ερωτευμένος άνθρωπος που έχει ένα ραντεβού με το αντικείμενο του πόθου του και προσπαθεί να της τα πει όλα μέσα σε ένα καφέ. Αυτό οδηγεί σε σίγουρη καταστροφή. Είναι η σίγουρη συνταγή για ένα αποτυχημένο ραντεβού: να τα πεις όλα στο πρώτο δείπνο. Καταστροφικό. Γιατί φοβάσαι ότι δεν θα υπάρχει δεύτερο. Μα, με το να τα πεις όλα, σίγουρα δεν θα υπάρχει δεύτερο. Κι όμως, αυτό έχει παραμείνει. Δηλαδή είναι μια κατάσταση που είναι και ένδειξη της νεότητας. Ο νέος είναι αυτός που όταν κάνει κάτι θέλει να τα πει όλα. Κι εγώ ως νέος υπήρξα μέσα μου ατακτοποίητος. Αυτό σημαίνει να είσαι νέος: οι αποσκευές σου να μην είναι τοποθετημένες στο εσωτερικό σου φορτηγό. Αυτή είναι γνώμη μου και μας απαλλάσσω λιγάκι από αυτό το ‘κατηγορώ’.
Ηθοποιός, Σκηνοθέτης και Μουσικός. Τί διαφορετικό εκφράζετε στο κάθε ένα από αυτά, από τον εαυτό σας;
Σε όλα εκφράζω ακριβώς ένα πράγμα: το σύντομο πέρασμά μου από αυτό τον κόσμο. Ο πυρήνας μου έχει μέσα μουσική, ηθοποιία, κινηματογράφο, χορό πού και πού, όλα αυτά. Εγώ νοιώθω αναγεννησιακός καλλιτέχνης. Δηλαδή ανήκω σε όλες τις τέχνες. Είναι το προσωπικό μου big bang, η γέννηση του προσωπικού μου σύμπαντος, που τα εμπεριέχει όλα αυτά. Με έναν και μοναδικό απώτερο στόχο: την επικοινωνία. Θέλω να επικοινωνήσω.
Υπάρχει κάποιος θεατρικός ρόλος που περιμένει σιωπηλά κάπου σαν επιθυμία να τον ερμηνεύσετε;
Περιμένω να γεράσω για να παίξω τον Ληρ. Άντε νά’ρθουν κι αυτά τα γηρατειά να παίξουμε μεγάλους ρόλους!
Να κι ένας λόγος να περιμένει κανείς τα γηρατειά!
Ναι, ακριβώς, για να παίξω μεγάλους ρόλους όπως τον Ληρ.
Ερμηνευτικά και με βάση το κοστούμι και το μακιγιάζ θα μπορούσε να γίνει και νωρίτερα αυτό.
Είναι βιωματικό, δεν έχω τα ψυχικά εφόδια: δεν ξέρω πώς είναι να είσαι γέρος. Θα το μάθω κι αυτό. Είναι μοιραίο να το μάθω.
Θα ακουστεί περίεργο αλλά το εύχομαι!
Δεν ακούγεται καθόλου περίεργα. Θέλω να ζήσω όλες τις ηλικίες. Θέλω να ζήσω μέχρι το βαθύ γήρας. Έχω μεγάλη περιέργεια, θέλω να δω πώς είναι να είσαι πολύ γέρος.
Η αλήθεια είναι πως οι περισσότεροι ψάχνουμε έναν τρόπο να παραμείνουμε νέοι.
Κι εγώ. Αυτό δεν σημαίνει πως η λαίλαπα του χρόνου δεν θα πέσει πάνω μου σαν καταιγίδα. Αλλά το δέχομαι, κατατάσσομαι στους στωικούς φιλοσόφους. Ξέρω ότι θα έρθει. Και το περιμένω.
Πάμε στην βραδιά-αφιέρωμα στον Βασίλη Διαμαντόπουλο. Τί έχετε κρατήσει από αυτό τον μεγάλο δάσκαλο σε σχέση με την υποκριτική και το θέατρο;
Κάτι που μου σφύριξε στο αυτί τότε και που μου είπε να μείνει μεταξύ μας, αλλά μετά από 35 χρόνια το έχω πει πια, δημόσια. Μου είπε «το μυστικό είναι να στάζεις μια σταγόνα τρέλλας σε ό,τι κάνεις. Αλλά το δύσκολο είναι να βρεις την σωστή δόση τρέλλας». Αυτό μου το είπε προσωπικά ο Βασίλης Διαμαντόπουλος και ήταν το κοινό μας μυστικό. Εγώ κι αυτός. Τον Δεκέμβρη του 1990, πριν 35 χρόνια.
Πάντως δεν είναι σύνηθες τελευταία να θυμάται κάποιος τους δασκάλους του, κυρίως ονομαστικά, και μάλιστα δημιουργώντας ένα αφιέρωμα γι’ αυτούς.
Αυτό δεν το είχα σκεφτεί ποτέ! Αυτό δεν μπορώ να το εξηγήσω πώς γίνεται και γιατί. Δεν έχω απάντηση. Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος εμένα, το λίγο που ήμουν δίπλα του, μου άλλαξε την ζωή. Βέβαια μου έδωσε πολύ θάρρος, πολύ με πίστεψε. Ίσως και γι’ αυτό του το ανταποδίδω. Ξέρεις τί σημαίνει να είσαι 20 χρονών και -κάθε φορά που έπαιζα να γυρίζει και να μου λέει «πώς το’κανες; Πώς το’κανες»; Αυτό το χαμόγελο που να μου λέει αυτό το πράγμα, κι εγώ να είμαι 20 χρόνων… ο μεγάλος δάσκαλος, ο γενναιόδωρος δάσκαλος… Το θυμάμαι τώρα μετά από τόσα χρόνια.
Είναι όμορφο που το θυμάστε. Νομίζω αλλάζει η βιοχημεία την στιγμή που το θυμάστε.
Ναι.
Το Θέατρο Τέχνης στο οποίο παρουσιάστηκε αυτό το αφιέρωμα, έχει μείνει στο νου μας ως πιθανόν η τελευταία εστία πάθους, σκληρής δουλειάς και συλλογικού οράματος που δημιουργήθηκε από έναν άνθρωπο. Οι ιστορήσεις για το πώς έκανε πρόβες ο Κουν, είναι γεμάτες από κόπο και έρωτα για το Θέατρο. Υπάρχουν τέτοιες δημιουργίες σήμερα στην Ελλάδα;
Πάντα θα υπάρχουν. Εγώ δεν πιστεύω ότι δεν υπάρχουν, απλά τώρα δεν μπορούν να φανούν. Άλλαξε ο αιώνας, άλλαξαν όλα. Ας μην συγκρινόμαστε με άλλες εποχές, δεν είναι δίκαιο. Γιατί και στην εποχή του Κουν, σε άδεια αίθουσα έπαιζε, δεν τον παραδεχόντουσαν. Στο Υπόγειο ο Διαμαντόπουλος έπαιζε σε άδειες καρέκλες. Σήμερα δεν μπορεί να φανεί μια τέτοια προσπάθεια γιατί έχουμε πολλή βουή, και δεν το λέω με κακή έννοια. Αν το συγκρίνουμε αυτό σήμερα, αδικούμε και εμάς αλλά και εκείνους.
Τώρα, ετοιμάζετε την νέα σας ταινία. Δεδομένου ότι η Ελλάδα είναι μια περιορισμένη σε μέγεθος καλλιτεχνική «αγορά», τί γίνεται με τις επιτροπές κριτικών; Πόσο ελεύθερος είναι να εκφραστεί ένας καλλιτέχνης;
Να πω ένα παράδειγμα, τώρα π.χ. που ετοιμάζω την νέα μου ταινία, ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος, πάλι θα περάσω κριτικές επιτροπές που θα πρέπει να με κρίνουν έχοντας κάνει το 1/10 απ’ ό,τι έχω κάνει εγώ. Έχει ένα παραλογισμό αυτό, δεν έχει; Είναι μια πραγματικότητα σοβιετικού τύπου. Εμείς πιστεύουμε στην ελεύθερη αγορά, όπως και στην Φλόριντα φαντάζομαι πιστεύουν στην ελεύθερη αγορά. Δεν πρέπει να γίνεται έτσι. Π.χ. από την στιγμή που εγώ φέρνω κέρδος στο κράτος μέσω της ταινίας μου, θα έπρεπε να μην κρίνομαι από μια επιτροπή. Αλλά αυτή είναι μια κουβέντα απέραντη. Είμαστε μια μικρή καλλιτεχνική αγορά, αλλά τί σημασία έχει αυτό; Είμαστε άνθρωποι που ζούμε για την τέχνη. Και ο Ελύτης, ο Σεφέρης και ο Καβάφης έγραψαν σε μια γλώσσα για λίγους ανθρώπους, χωρίς να το σκεφτούν αυτό το πράγμα. Εγώ είμαι άνθρωπος του κινηματογράφου και του θεάτρου από ανάγκη και επιταγή DNA, όχι από επαγγελματική επιταγή. Με καλεί το πεπρωμένο μου, όχι ο επαγγελματικός προσανατολισμός. Τα καναρίνια τραγουδούν και στα κλουβιά.
Πότε ενηλικιώνεται δημιουργικά ένας καλλιτέχνης;
Είναι ξεκάθαρο: όταν για πρώτη φορά έρθει σε επαφή με το κοινό. Όταν βρίσκει τον προσωπικό του τρόπο. Μπορεί και στα γεράματα να ενηλικιωθεί. Είναι μια ερώτηση που αποφεύγω γιατί είναι τόσο σχετική και εντός εισαγωγικών. Ίσως όταν πια δεν τον νοιάζει. Όταν σταματήσει να παρατηρεί προς τα έξω, τότε σταματά να παρατηρεί και προς τα μέσα, και τότε αρχίζει να δημιουργεί. Το να παρατηρήσεις μέσα σου, είναι παιδικότητα. Και το παιδί εσωστρεφές είναι, μέσα είναι το σύμπαν του. Να μην παρατηρεί. Να δρα.
Να ακολουθεί την φύση του.
Ναι. Το ποτάμι της ύπαρξής του.
Θέλω να αναφερθώ στην Οδύσσεια, που έγινε podcast με την φωνή σας. Σήμερα, τί μπορεί να μάθει ένας σύγχρονος Έλληνας από αυτό το έργο του Ομήρου; Πέρα από το υπερηφανευτεί για την αρχαιότητά του φυσικά.
Τίποτα απολύτως διότι έχει φύγει από την σκέψη μας η έννοια της περιπέτειας. Από την στιγμή που δεν αποδέχεσαι την περιπέτεια, η Οδύσσεια δεν μπορεί να σου πει τίποτα. Πλην της ραψωδίας ‘λ’, που είναι η Νέκυια, η συζήτηση με τους νεκρούς που κάθε φορά που την διαβάζω δακρύζω. Αλλά θεωρώ ότι αν δεν δεχτείς την σύμβαση της περιπετειώδους ζωής, δεν μπορείς να μάθεις κάτι. Βέβαια οι Έλληνες που έφτασαν μέχρι την Φλόριντα, αυτοί κάτι μπορούν να δουν στην Οδύσσεια. Αυτοί κι αν την έζησαν.
Στους εκτός Ελλάδας Έλληνες δηλαδή μπορεί να πει πιο πολλά η Οδύσσεια.
Ναι, ακριβώς. Ίσως πρέπει κάποια πόλη της Φλόριντα να ονομαστεί Οδύσσεια! Ένας δήμος ή κάποιος συνοικισμός.
Η περιπέτεια λοιπόν, έτσι; Δεν είμαστε περιπετειώδεις.
Όχι. Και η μετανάστευση τώρα είναι μετανάστευση επιστημόνων, όχι ανθρώπων που πάνε στο άγνωστο.
Στον Νυχτερινό Εκφωνητή γίνεται μια σαφής αναφορά στο πέρασμα στην 5η δεκαετία της ζωής ως κομβικό σημείο. Πολλοί έχουν γράψει για αυτό το σημείο. Τί συμβαίνει στα 50;
Κομβικό και αντιφατικό σημείο. Ταυτοχρόνως απελευθερώνεσαι, και έξω από την φυλακή σου υπάρχει μια έρημος. Ταυτόχρονα και τα δύο. Η οποία έρημος βέβαια μπορεί να είναι και ο Κήπος του Παραδείσου. Στα 50 παύεις να είσαι επίσημα νέος. Παύεις πια να κατατάσσεσαι στην νεότητα. Παρ’ όλα αυτά, είναι και η στιγμή που παύουν οι νεανικές φαντασιώσεις, οι αυταπάτες, οι ψευδαισθήσεις, και αν δεν τα έχεις κάνει μπάχαλο στην ζωή σου, απλώνονται μπροστά σου και κάποια δώρα: η συνειδητότητα, η αυτογνωσία, η επιβεβαίωση και ένα είδος σοφίας. Αλλά και ένα είδος πόνου και θλίψης που είναι δύσκολο να το διαχειριστείς. Όλα αυτά όμως μαζί.
Ενστερνίζεστε την άποψη του Ταρκόφσκι, ότι «αν είμασταν ευτυχισμένοι δεν θα είχαμε ανάγκη την τέχνη»;
Τέτοια έλεγε και ο Ταρκόφσκι και κατέληξε εκεί που κατέληξε: πιωμένος, στεναχωρημένος, ποδοπατημένος. Το ανάποδο πιστεύω. Πιστεύετε ότι όλος ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, που ήταν ένας ύμνος στην χαρά, δημιουργήθηκε γιατί στενοχωριόντουσαν οι Αθηναίοι; Πάτε καλά;!
Ποτέ δεν είχαμε φανταστεί τους αρχαίους Έλληνες ως καταθλιπτικούς!
Είναι ο Αριστοφάνης καταθλιπτικός; Αυτές είναι σοβιετικού τύπου απόψεις, να τις κρατήσουν οι πρώην σοβιετικοί και να πάνε στο καλό.
Το γεγονός ότι μπορεί κάποιος να δει όποτε θέλει μια δημιουργία, θεατρική ή κινηματογραφική, στην οθόνη ενός κομπιούτερ ή κινητού πια, αφού υπάρχει στο youtube – και δεν χρειάζεται να μετακινηθείς στον χώρο που προβάλλεται – τί αίσθηση σας δημιουργεί;
Πολύ καλή. Διότι είναι σαν να παίρνεις ένα προσπέκτους. Ξέρεις ότι δεν είναι αυτό που βλέπεις, είναι ένας πρόλογος. Είναι σαν να σου στέλνει γράμμα ένας συγγενής σου, σου λέει τα νέα του και εσύ θα πας ένα ταξίδι να τον δεις να τα πείτε από κοντά. Και με αυτό το γράμμα έχει προετοιμάσει την συνάντησή σας. Όταν δεν υπάρχει ο σκληρός πυρήνας του καλλιτέχνη, ακόμη και μέσα από το διαδίκτυο μπορεί να περάσει μια απαλή μυρωδιά. Ας χαμογελάσουμε με συγκαταβατικότητα στις αγκυλώσεις άλλων εποχών που το είδαν αυτό με αρνητική ματιά.
photo https://mikropragmata.lifo.gr/zoi/renos-xaralampidis-orismos-andrismou/
















































