Θάλασσα ἀπέραντη καί βουερή, ὑγρή μητέρα
ξέρω θά σύρεις
τ’ἀλλοτινά μου εἴδωλα
στή σήψη ἤ στήν ὀξείδωση ἀναμφίβολα.
Ὅμως ἐκεῖνα τά ἀκρογιάλια πού ἐρωτεύτηκα
καθώς ἡ ἀνάγκη, ἀνάδοχος τῆς ἔνδειας
τά εἶχε βαφτίσει ἰδανικά χωρίς νά μέ ρωτήσει,
μή τά μολύνω.
Ἄς μήν ξεχνῶ πώς μέ τήν ἅρμη τους σιτεύτηκα.
Μένει ν’ἀποτολμήσω τώρα τήν κατάδυση
κι ὁ ἐνδοιασμός στό ἐνδεχόμενο τοῦ πάτου
καί στήν ἰδέα ἑνός ἀνάξιου θανάτου.
Μά γιά φαντάσου με στήν ὕστατη ἀνάδυση
κι ὅταν τό ξόδι μου στολίζουν τ’ἁρμυρίκια,
τήν πλανεμένη μου ψυχή καθάρια καί ἀνάλαφρη
ἕνα μαργαριτάρι ν’ἀνασύρει ἀπό τά φύκια.
photo by Pexels, https://pixabay.com

















































