[Αφιερωμένο στη μνήμη της αγαπημένης μου μητέρας]
‘’Πώς σε λένε; Τι μέρα είναι σήμερα; Τι μήνας, θυμάσαι; Πώς λένε τον άντρα σου; Πόσα παιδιά έχεις; Πόσα εγγόνια;’’ Απάντησε σε όλες σχεδόν τις ερωτήσεις του αλλά με φανερή αβεβαιότητα. Το πληγωμένο βλέμμα της, που ζητούσε τη βοήθειά μου, όταν της έκανε ερωτήσεις ο γιατρός, με κάρφωνε σαν μαχαίρι. Δεν ήταν σίγουρη αν έλεγε το σωστό, γι’ αυτό έψαχνε το δικό μου, για της το επιβεβαιώσω. Στις δυο τελευταίες ερωτήσεις σκάλωσε. Αυτό φοβόταν πιο πολύ απ’ όλα, μου είχε εξομολογηθεί τις προηγούμενες μέρες. Να μην ξεχάσει τα παιδιά της. ‘’Έχω δυο κόρες…’’ του είπε δειλά και τα δάκρυά της άρχισαν να τρέχουν βουβά απ’ τα μάτια της. ‘’Μπράβο. Θυμάσαι πώς τις λένε;’’ Αφού σκέφτηκε λίγο, του είπε και τα ονόματά μας, με συστολή πάλι. ‘’Μπράβο… Πόσα εγγόνια έχεις, τα θυμάσαι;’’ Τη ρώτησε ξανά χαμογελώντας ο γιατρός για να της δώσει θάρρος. Εκεί σκάλωσε για τα καλά. Λες κι η μνήμη σταμάτησε απότομα να λειτουργεί. Δεν θυμόταν ούτε ένα από τα ονόματα των εγγονιών της. Με κοιτούσε έντονα με το τρομαγμένο της βλέμμα που ζητούσε ξανά τη βοήθειά μου. Ο γιατρός το αντιλήφθηκε και μου έκανε νόημα να μην επέμβω. Προσπάθησα να κρατήσω την ψυχραιμία μου. Ωστόσο κατάλαβα πως τα δάκρυα που θόλωσαν το βλέμμα μου θα με προδώσουν και προτίμησα να βγω απ’ το δωμάτιο. Εκεί τα άφησα να κυλήσουν ελεύθερα για να ξαλαφρώσω. Άκουγα τη φωνή του γιατρού που συνέχιζε τις ερωτήσεις και τη δική της, αδύναμη και φοβισμένη, που προσπαθούσε να δώσει τις σωστές απαντήσεις. ‘’Έλα πες μου καλή μου γιατί είσαι στενοχωρημένη; Γιατί κλαις;’’ Τη ρωτούσε τρυφερά ο γιατρός κι εκείνη τη λύγιζε ακόμα πιο πολύ το παράπονο που δεν μπορούσε να του δώσει να καταλάβει όλα αυτά που ένιωθε.
Όλα ξεκίνησαν από τη μέρα που με πήρε τηλέφωνο η μητέρα μου κι άρχισε να μου λέει πως δεν έχει λεφτά ούτε για ψωμί. Ήτανε πολύ αναστατωμένη. Έψαχνε να τα βρει εκεί που συνήθως τα έκρυβε και δεν υπήρχαν. Κατάλαβα, αμέσως, πως κάτι της συμβαίνει. Ο τόνος της φωνής της και η έκδηλη ανησυχία της με τρόμαξαν κι εμένα. Προσπάθησα να την καθησυχάσω. Της εξήγησα πως μόλις χθες της έδωσα λεφτά κι ίσως να τους έχει αλλάξει θέση. ‘’Όταν ηρεμήσεις θα τα βρεις σίγουρα, της είπα. Κι αν ακόμα δε τα βρεις θα έρθω εγώ το βράδυ και θα ψάξουμε μαζί… Εντάξει;’’ Τη ρώτησα για να σιγουρευτώ πως αρχίζει να ηρεμεί.
Αρχές της άνοιξης είχαμε χάσει τον Γιάννη μας, τον άντρα της αδερφής μου. Η απώλεια αυτή στοίχισε πολύ στους γονείς μου. Τον αγαπούσαμε όλοι. Περίμενα πως κάτι θα τους συμβεί –μετά από τέτοια αβάσταχτη στενοχώρια. Πιθανολογούσα κάποιο εγκεφαλικό στην ηλικία τους και προσπαθούσα να προετοιμαστώ για να το αντιμετωπίσω. Αυτό, όμως, ήρθε λίγους μήνες αργότερα. Τώρα είχαμε να κάνουμε με τη μνήμη, μου εξήγησε ο γιατρός, που έσπευσα να φέρω για να την εξετάσει μετά από δυο-τρία παρόμοια επεισόδια που ακολούθησαν.
‘’Αρχές άνοιας…’’με ενημέρωσε ο γιατρός όταν τέλειωσε την εξέταση. ‘’Δυστυχώς δεν υπάρχει κάτι για την άνοια. Κάποια αγωγή που δίνουμε συνήθως είναι μονάχα για να καθυστερήσει η εξέλιξή της…’’
Σιγά σιγά άρχισε να χάνει την έννοια του χρόνου και του τόπου. ‘’Πού είμαστε τώρα; Σε ποιο σπίτι; Εσείς πού μένετε;’’ Ύστερα από λίγο καιρό ήρθε το εγκεφαλικό. Πιθανώς από τη στενοχώρια και τη σύγχυση που της προκαλούσε στο μυαλό ο ανεμοστρόβιλος της άνοιας. Δύσβατα τα μονοπάτια της. Η λαβωμένη μνήμη είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σ’ έναν άνθρωπο, καταλήγω κάθε φορά που προσπαθώ να ηρεμήσω τη μητέρα μου. Μια γυναίκα πανέξυπνη, δραστήρια, ακούραστη, που έπιανε πουλιά στον αέρα, όπως λέγανε στα χρόνια της. Το εγκεφαλικό επεισόδιο που πέρασε, δυστυχώς, της στέρησε και τη φωνή της. Δεν μπορεί πια να μου κάνει ερωτήσεις για να τις λύσω τις απορίες που βασανίζουν το μυαλό της. Της μιλάω όμως εγώ συνέχεια, για αδιάφορα συνήθως πράγματα, προσέχοντας να μην ‘’ξύνω πληγές’’ στο κουρασμένο μυαλό της.
Ευτυχώς ακόμα με γνωρίζει. Και καμιά φορά με ρωτάει ψιθυριστά, ‘’πού είναι ο μπαμπάς’’;
–Δεν είπαμε; Στο νοσοκομείο, αύριο θα βγει με το καλό… Του έχουνε βάλει οξυγόνο, της απαντώ κάθε μέρα τα ίδια.
Αύριο και αύριο… Μια υπόσχεση που δεν μπορώ να κρατήσω, αφού ο μπαμπάς έφυγε πρόσφατα και δεν υπάρχει πια το αύριο του γυρισμού για εκείνον.
Πριν δυο μέρες αναγκαστήκαμε να την πάμε στο νοσοκομείο, είχε ανεβάσει πυρετό ο οποίος δεν έπεφτε ούτε με παυσίπονα. Κάλεσα ασθενοφόρο και άρχισα να μαζεύω τα πράγματά μας για να είμαστε έτοιμες όταν θα έρθουν. Πάλι καλά που, μέσα στη σύγχυσή μου, θυμήθηκα να κρύψω τις φωτογραφίες του πατέρα μου κι ύστερα έτρεξα έξω απ’ το σπίτι να σκίσω το κηδειόχαρτο απ’ την κολόνα, εκεί που δέσποζε η μορφή του αγαπημένου μου πατέρα σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Ποτέ δεν ξέρεις, είπα μέσα μου, τα παιχνίδια που παίζει το μυαλό όταν σεργιανάει στα μονοπάτια της άνοιας.
[Το διήγημα περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων Από σίδερο]
photo zenitmkt / https://pixabay.com

















































