Ηλιόλουστη μέρα, γεμάτη φώς με τον ήλιο να λαμπυρίζει μέχρι τις απογευματινές ώρες και να χαϊδεύει με τις αχτίδες του κάθε χόρτο και λουλούδι της Άνοιξης!
Απρόσμενα όπως συμβαίνει στα όνειρα, βρέθηκα σε μια πλαγιά να κοιτώ τα απέραντα χωράφια κατάμεστα από ασημένια στάχια, που όταν φυσούσε ελαφρώς το αεράκι της άνοιξης, αυτά κυμάτιζαν πέρα δώθε φωτίζοντας ακόμη περισσότερο το όμορφο τοπίο!
Στο βάθος του ορίζοντα, θολά βουνά να έχουν το χρώμα του ουρανού κι εγώ, να τα κοιτώ σαν μαγεμένη..
Απέραντη ησυχία. Ούτε ψίθυρος ακουγόταν. Σπίτια δεν υπήρχαν. Μόνο ένα, αυτό που έμενα εκεί στην άκρη της πλαγιάς. Απλοϊκό με κεραμοσκεπή και τα άκρως απαραίτητα για τον βίο μου.
Ένα απλό κρεβάτι ύπνου, ένα ξύλινο τραπέζι, και μια λάμπα πετρελαίου για τις νύχτες μου. Κουζίνα με είδη μαγειρικής, δεν υπήρχαν πουθενά. Ούτε σκεύη μαγειρέματος. Γύρω από το σπίτι δεν υπήρχαν δέντρα παρά ένα μόνο ένα που ήταν έξω από την πόρτα μου η λεγόμενη ακακία. Εκεί καθόμουν συχνά όταν έβγαινα από το σπίτι μου κάθε μέρα. Η φροντίδα μου ήταν να ταΐζω το γαϊδουράκι μου που το είχα δεμένο όχι σφικτά στο κορμό του δέντρου ,με τα καταπράσινα φύλλα του που του άρεσαν τόσο πολύ..
Άλλη τροφή δεν έτρωγε.. Όσο για την δική μου βρώση, ήταν μόνο, τα τρυφερά άσπρα λουλούδια της ακακίας μου, μαζί με το ψωμί μου.
Κάθε μέρα μάζευα αρκετά ,τόσα, όσα μου ήταν απαραίτητα.
Κάποιες φορές, ερχόντουσαν γνωστοί φίλοι μου και τους χάριζα για γεύμα ψωμί με λουλούδια ακακίας ,όταν πεινούσαν .Είχαν όμως μια απορία και μου έλεγαν:
-Δε σε μέλει, εάν τελειώσουν τα λουλούδια του δέντρου σου, που μαζεύεις κάθε μέρα;
Τους απαντούσα:
-Έχω ελπίδα, μπορεί να του αφαιρώ όσα μου χρειάζονται, όμως κάθε πρωί διαπιστώνω ότι βγαίνουν καινούργια και γλυκύτερα! Άρα..κάποιος φροντίζει για την τροφή μου. Πόσο χαιρόμουν! Καθόμουν στη δροσιά του χαμηλά σ’ενα ξύλινο σκαμνί, αμέριμνη δίχως έγνοιες, δίχως σκέψεις που κουράζουν το μυαλό, για το πώς θα ζήσω. Παράξενο..
Η φροντίδα μου ήταν να ταΐζω το γαϊδουράκι μου συχνά, κι αυτό ήσυχο, απολάμβανε μαζί μου τη ζωή που ζούσαμε. Άλλωστε είμασταν συγκάτοικοι στο Όνειρο…
Για λόγο ανεξήγητο, είχα μεγάλη αισιοδοξία ότι το δέντρο μου η Ακακία, δεν θα ξεραινόταν ποτέ! Ακόμη, κι όταν οι άλλοι πίστευαν πώς κάποτε δεν θα υπήρχε και όλα θα άλλαζαν για τη ζωή που ζούσα, η πεποίθησή μου ήταν τόσο μεγάλη και ριζωμένη στα σωθικά μου, που το γνώριζα μόνο η ίδια.
Καταλάβαινα ότι δεν μπορούσε κανείς να εννοήσει το πως αισθανόμουν. Δεν έλεγα πολλά. Άλλωστε δεν είχε νόημα.
Η ακακία μου, δεν ξεράθηκε ποτέ!
Ούτε φθινόπωρο γνώρισε, ούτε, χειμώνες!
Συνεχώς η άνοιξη ήταν κοντά της. Της χάριζε τα άφθονα και νόστιμα φύλλα για την τροφή του ζώου μου και άνθιζε ακάματη κάθε μέρα τα λευκά μυρωδάτα άνθη της που μάζευα για να τρέφομαι.
Πώς βρέθηκα εκεί.. μόνο αυτός που δίνει εντολές στα όνειρα ξέρει. Κανείς άλλος. Και δε σας κρύβω ότι θα ήθελα πολύ να βρίσκομαι ακόμη εκεί.
Να μην ξύπναγα στη δική μου πραγματικότητα.
Έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια…
Ακόμη θυμάμαι με λεπτομέρειες όλο το σκηνικό που απλώθηκε και ήμουν η πρωταγωνίστρια σε ένα καλοκαιρινό όνειρο μεσημεριού.
Ίσως, κάποτε, με αξιώσει ο Θεός να το ζωγραφίσω, όπως και άλλα όνειρά μου…
photo pasja1000 / https://pixabay.com

















































