Σαν πλένω βερίκοκα σκέφτομαι πάντα
του πατέρα μου τα χέρια.
Έτσι τα έπλενε κι εκείνος
– εμμονικά σχεδόν –
κάτω από το γάργαρο νερό του Χελμού.
Ύστερα φούχτες έκανε τα χέρια του
και φώλιαζε το ολόδροσο νερό
και ανακατεύονταν με το εωθινό φως του Αυγούστου.
Ξεδίψαγε το στόμα
μα πιότερο ξεδίψαγε η ψυχή.
Βελούδινα τα χέρια του πατέρα.
Όμοια με τη σάρκα του καλοκαιρινού φρούτου.
photo Dgraph88. https://pixabay.com
















































