Τα ελληνικά κάλαντα δεν είναι απλώς ένα γιορτινό τραγούδι. Είναι μνήμη. Είναι ρίζα. Είναι εκείνη η παιδική ανάσα που ακόμη την ακούμε μέσα μας, κάθε φορά που πλησιάζουν τα Χριστούγεννα.
Στην Ελλάδα, τα κάλαντα ήταν πάντα μια μικρή γιορτή πριν από τη μεγάλη. Τα παιδιά έβγαιναν στους δρόμους νωρίς, με το τριγωνάκι στο χέρι, με τα μάγουλα κόκκινα από το κρύο και με τη χαρά ζωγραφισμένη στα μάτια. Χτυπούσαν πόρτες, έλεγαν τις ευχές τους, έπαιρναν ένα γλυκό, ένα κέρμα, ένα «να είστε καλά», και συνέχιζαν στη γειτονιά. Δεν υπήρχε σπίτι που να μη φωτίζεται από αυτή τη μικρή επίσκεψη. Η πόρτα άνοιγε και μαζί της άνοιγε η καρδιά.
Για πολλούς από εμάς, αυτή η εικόνα είναι η ίδια η παιδική μας ηλικία. Είναι οι δρόμοι του χωριού ή της πόλης μας, τα στενά με τα λαμπιόνια, οι φωνές των παιδιών που αντηχούσαν παντού, οι μυρωδιές από κουλουράκια και μελομακάρονα που έβγαιναν από τις κουζίνες, τα χαμόγελα των μεγάλων που περίμεναν να ακούσουν το πρώτο «Καλήν εσπέραν άρχοντες».
Και κάπου εκεί καταλαβαίνουμε πως τα κάλαντα δεν ήταν ποτέ “μια συνήθεια”. Ήταν ένας τρόπος να λέμε ο ένας στον άλλο: είμαι εδώ, σε θυμάμαι, σου εύχομαι καλό. Ήταν η πιο απλή, αλλά και η πιο αληθινή μορφή επικοινωνίας.
Γι’ αυτό και συγκινεί τόσο, όταν αυτή η παράδοση ταξιδεύει μακριά και καταφέρνει να αγγίξει ανθρώπους που δεν μεγάλωσαν με αυτά τα λόγια, δεν έζησαν αυτές τις γειτονιές, δεν έχουν τις ίδιες μνήμες.
Μια τέτοια στιγμή έζησε πρόσφατα το κοινό σε μια μεγάλη χριστουγεννιάτικη συναυλία στο εξωτερικό, όταν ακούστηκαν ελληνικά χριστουγεννιάτικα κάλαντα σε συμφωνικό περιβάλλον, ως μια απρόσμενη και ιδιαίτερα συγκινητική “έκπληξη” της βραδιάς. Τα κάλαντα ερμήνευσε η Ελληνίδα σοπράνο Χριστίνα Πέτρου, δίνοντας σε αυτή τη μουσική στιγμή έναν τόνο πατρίδας, έναν τόνο καρδιάς.
Εκεί, ανάμεσα σε ορχήστρες, επίσημο κοινό και μεγάλες αίθουσες, τα λόγια που κάποτε έλεγαν παιδιά στις γειτονιές μας ακούστηκαν ξανά. Και κάπως έτσι η Ελλάδα δεν ήταν πια μακριά. Ήταν μέσα στη μουσική. Ήταν μέσα στη γλώσσα. Ήταν μέσα στο συναίσθημα που δεν χρειάζεται μετάφραση.
Για την ομογένεια, τέτοιες στιγμές είναι κάτι παραπάνω από ένα ωραίο πολιτιστικό γεγονός. Είναι μια υπενθύμιση ότι η πατρίδα δεν χάνεται. Κουβαλιέται. Σώζεται σε μικρά πράγματα. Σε μια ευχή. Σε ένα τραγούδι. Σε μια μελωδία που ακούγεται ξαφνικά και σε κάνει να δακρύζεις χωρίς να ξέρεις γιατί.
Ίσως γιατί τα κάλαντα δεν μας θυμίζουν μόνο τα Χριστούγεννα. Μας θυμίζουν τους ανθρώπους μας. Τα σπίτια μας. Την παιδική μας αθωότητα. Και εκείνη την απλή, καθαρή πίστη πως όσο υπάρχει αγάπη, όσο υπάρχουν ευχές, όσο υπάρχουν φωνές που λένε “να τα πούμε”, πάντα θα υπάρχει ένα φως που επιστρέφει.
Photo Από Νικηφόρος Λύτρας – [1], Κοινό Κτήμα, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=4524991 , https://el.wikisource.org/wiki/















































