EnglishGreek

Η Ελληνική εφημερίδα και το Ελληνικό Ραδιόφωνο της Florida, με έδρα το Miami
The Greek News and Greek Radio in  FL

Σε εκείνους που σκέπτονται πως η Ελλάδα σήμερα δεν έχει καμία σημασία ας μου επιτραπεί να πω ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν μεγαλύτερο λάθος. Η σημερινή, όπως και η παλιά Ελλάδα, έχει υψίστη σημασία για οποιονδήποτε ψάχνει να βρει τον εαυτό του.

Χένρυ Μίλλερ, 1891-1980, Αμερικανός συγγραφέας

Η Ελληνική εφημερίδα και το Ελληνικό Ραδιόφωνο της Florida, με έδρα το Miami
The Greek News and Greek Radio in  FL

Subscribe to our newspaper
EnglishGreek

Το λάτιν μιλάει ελληνικά, η Mercedes Sosa τραγουδάει ελληνικά, και οι Apurimac τραγουδούν την ιστορία της λατινοαμερικάνικης μουσικής, στην Ελλάδα.

1 Dec, 2022
Apurimac

Μια συνομιλία με τον Daniel Armando, εφ’ όλης της ύλης. Όλης.

 

O Daniel Armando είναι η ψυχή των Apurimac. Μαζί με τους υπόλοιπους Apurimac μας γεμίζει με μουσική χρόνια τώρα, φέρνοντας το αυθεντικό μουσικό ιδίωμα της Νότιας Αμερικής στην Ελλάδα, με ισπανικό -αλλά κυρίως με ελληνικό στίχο. Οι Apurimac έχουν μακρά πορεία στην μουσική πραγματικότητα της Ελλάδας, έχουν συνεργαστεί με πολλούς Έλληνες καλλιτέχνες, αποφασίζοντας εκ των προτέρων να βαδίσουν “τον δύσκολο δρόμο” στα μουσικά πράγματα…

 

314374160 432111762259304 6250242842336596175 n

 

Οι Apurimac είναι ένα συγκρότημα που θέλω να ευχαριστήσω για έναν λόγο σημαντικό: γιατί έφεραν στην Ελλάδα ξανά, μετά από αιώνες, την φλογέρα του Πάνα. Κάποτε την ακούγαμε στην μουσική μας, στα αρχαία μας χρόνια, αλλά τώρα την ακούμε να τραγουδάει μέσα από τα τραγούδια σας. Αλλά για να ξεκινήσουμε, ποιοί είναι οι Apurimac;

Οι Apurimac ξεκίνησαν ως συγκρότημα το 1983, και ξεκίνησαν στην Ελλάδα αποκλειστικά με ινδιάνικη μουσική από τις Άνδεις, που  έχει σαν βασικά όργανα μια κιθάρα, η οποία έρχεται από τους Ισπανούς, έχει μια μικρή κιθαρούλα που φτιάχνεται από το armarillo, αυτό το ζωάκι που γίνεται σαν μπαλάκι. Από το κέλυφός του φτιάχνουν αυτό το όργανο που λέγεται charango, μικρή κιθάρα με 5 χορδές. Έχει ένα ταμπούρλο μεγάλο που λέγεται bombo, έχει μια φλογέρα από καλάμι μπαμπού που λέγεται κένα, και την σανγκόνια (ή σάνκα, ή τόγιο) που είναι η φλογέρα του Πανός. Ξεκινήσαμε με αυτή την μουσική, γιατί εγώ έμαθα μουσική σε ένα χωριό, κοντά στην Κοτσαμπάμπα στην Βολιβία, με ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα που υπήρχαν ποτέ στην Λατινική Αμερική, τους Los Kjarkas – αυτοί μου έμαθαν αυτά τα όργανα. Όταν ήρθαμε στην Ελλάδα, με ένα δικό μου συγκρότημα, που χωρίσαμε, αποφάσισα να φτιάξω ένα συγκρότημα άλλο, με κάτι φίλους, που κάτι γρατζουνάγαμε, καθόμασταν στο σπίτι, κάναμε πρόβες, μαθαίναμε τραγούδια, μέχρι που κάποια μέρα ήρθε ένας και λέει: “έκλεισα την πρώτη συναυλία”. Του λέμε, “τί συναυλία; αφού δεν έχουμε συγκρότημα”. Και λέει “ωραία, από σήμερα πρέπει να έχουμε συγκρότημα, γιατί σε δύο εβδομάδες έχουμε την πρώτη συναυλία”. Ήταν σε ένα φεστιβάλ νεολαίας. Οπότε βάλαμε μπροστά τις μηχανές, φτιάξαμε το πρόγραμμα με ινδιάνικη μουσική και εμφανιστήκαμε για πρώτη φορά. Αυτό έγινε τον Σεπτέμβριο του 1983 και από τότε ακόμα υπάρχουμε και ακόμα είμαστε πάνω στην Σκηνή.

Ετοιμάζετε κάποια νέα τραγούδια αυτό τον καιρό;

Ετοιμάζουμε κάποια νέα τραγούδια, οι καιροί είναι δύσκολοι, η έμπνευση είναι ένα ζητούμενο. Δηλαδή, ψάχνουμε και δεν βρίσκουμε.

Έμπνευση;

Ναι.

Γιατί; Οι καιροί είναι δύσκολοι για πράγματα πρακτικά, αλλά επηρεάζουν και την έμπνευση;

Όλα αυτά επηρεάζουν και την έμπνευση, όταν όλη μέρα τρέχεις για να μπορείς να βγάλεις τα προς το ζην, όταν γυρίζεις στο σπίτι σου δεν έχεις την δύναμη, όχι να κάτσεις να γράψεις τραγούδια, ούτε να σκέφτεσαι ότι “θα έπρεπε να γράψω κάποιο τραγούδι”. Είναι δύσκολα τα πράγματα, και όχι μόνο για εμάς – και στην Ελλάδα εγώ το βλέπω, υπάρχει έλλειψη καινούργιων τραγουδιών, γι’ αυτό και γίνονται πάρα πολλές διασκευές, αυτός είναι ο λόγος.

Νόμιζα ότι αυτό ήταν μια μόδα, μια τάση που από μόνη της ήταν μια έμπνευση.

Όχι δεν είναι, κοίτα, εμείς έχουμε κάνει πολλά τραγούδια “διασκεδασμένα” τα λέμε εμείς – όχι διασκευασμένα- αυτό ήταν άλλη ιστορία, γιατί φέρναμε τραγούδια που ήταν εντελώς άσχετα, στο λάτιν. Οπότε αυτό θέλει πολλή έμπνευση. Έχουμε φέρει τραγούδια του Χατζιδάκι, που ήταν “χατζιδακικά” εντελώς και τα κάναμε salsa, χορευτικά. Είναι πολύ επικίνδυνο αυτό γιατί είναι σαν να γράφεις ένα καινούργιο τραγούδι – “σαν” να γράφεις, γιατί το τραγούδι είναι ήδη γραμμένο. Και είναι πολύ επικίνδυνο γιατί όταν διασκευάζεις ένα τέτοιο τραγούδι που το ξέρει ο κόσμος και το αγαπά πολύ, είναι δύσκολο. Σε εμάς πέτυχε πολλές φορές.

Έχω ακούσει τελευταία διασκευές λαϊκών τραγουδιών σε swing ρυθμό. Κάποια μου αρέσουν και τα βάζω στην ραδιοφωνική εκπομπή μου, υπάρχουν όμως και κάποια άλλα που τα απορρίπτω στο δευτερόλεπτο γιατί αισθάνομαι ότι δεν σέβονται την αρχική πρόθεση του δημιουργού, ο οποίος μπορεί να είχε την πρόθεση να μιλήσει με θλίψη, με συγκεκριμένη ψυχολογική διάθεση τέλος πάντων, και τώρα με την διασκευή το τραγούδι σε ξεσηκώνει για χορούς. Αυτά τα τραγούδια, εμένα, σαν κοινό, με εκνευρίζουν.

Και εμένα. Εμείς που έχουμε ασχοληθεί με διασκευές καταλαβαίνουμε αμέσως αν αυτό το πράγμα έχει μεράκι ή είναι εμπορικότητα, δηλαδή “να το βγάλουμε έτσι για να πουλήσει”. Φαίνεται. Μπορεί για τον ακροατή που ακούει και νοιώθει με άλλο τρόπο, να μην είναι εμφανές, γιατί εμείς έχουμε μια διαστροφή όταν ακούμε μουσική, ακούμε και τί παίζει το κάθε όργανο, και έχουμε πρόβλημα κάποιες φορές: “γιατί το έπαιξε έτσι κι όχι αλλιώς”, ή “γιατί το τραγούδησε έτσι και όχι αλλιώς” κ.λπ. Είναι μια διαστροφή, αλλά μέσα σε όλα αυτά καταλαβαίνουμε και άλλα πράγματα. Αν ένα τραγούδι έγινε έτσι γιατί είναι ωραίο, γιατί μου αρέσει, γιατί το σέβομαι, γιατί το αγαπώ και θέλω να το κάνω με τον δικό μου τρόπο, ή αν έχει γίνει για να περάσει σαν σουξεδάκι, και να βγάλουμε και κάποια φράγκα.

Άρα η διασκευή γίνεται από αγάπη;

Θα έπρεπε η διασκευή να γίνεται μόνο από αγάπη. Το γιατί γίνεται, είναι άλλο θέμα.

Ξεκίνησες από την Αργεντινή. Εκεί γεννήθηκες. Και ξέρω ότι ταξίδεψες με έναν περίεργο τρόπο σε όλη την Νότια Αμερική και κατέληξες στην Ελλάδα. Γιατί ενώ ταξίδεψες σε τόσες χώρες κατέληξες εδώ; Τί διαφορετικό είδες εδώ;

Κατ’ αρχάς, γεννήθηκα αλλά μεγάλωσα κιόλας στην Αργεντινή. Στα 21 μου αποφάσισα να φύγω. Είχαμε δύσκολες εποχές τότε, δικτατορία, εγώ είχα ένα μυαλό ας πούμε περίεργο και δεν μπορούσα να μείνω σε αυτή την χώρα έτσι όπως ήταν. Και με άλλους τρεις φίλους αποφασίσαμε να φύγουμε. Κρεμάσαμε ένα σακίδιο στον ώμο, μια κιθάρα, κάτι κατσαρολικά και ξεκινήσαμε με autostop. Κάναμε ενάμιση χρόνο ταξίδι σε όλη την λατινική Αμερική. Φτάσαμε μέχρι την Κούβα, περάσαμε από Ουρουγουάη, Παραγουάη, Βολιβία, Περού, Χιλή, Εκουαδόρ, Κολομβία, Βενεζουέλα, Βραζιλία, Παναμά, Κόστα Ρίκα, Σαλβαδόρ, κάποια στιγμή φτάσαμε Νικαράγουα, από εκεί στην Κούβα και από την Κούβα στην Ευρώπη. Γιατί; γιατί όταν φύγαμε από την Αργεντινή, δεν είπαμε “πάμε να ζήσουμε σε άλλη χώρα της λατινικής Αμερικής”. Είπαμε “πάμε να ταξιδέψουμε”, σε όλο τον κόσμο. Θέλαμε να γυρίσουμε τον πλανήτη. Και περάσαμε στην Ευρώπη. Στην Ευρώπη, η πρώτη χώρα που μου έκανε εντύπωση ήταν η Ιταλία και έμεινα εκεί αρκετά χρόνια, γιατί η Ιταλία είχε ίδια τρέλλα με την Αργεντινή. Έβγαινες στον δρόμο και ήταν σα να βρισκόσουν στην Αργεντινή. Εμείς έχουμε πολλούς Ιταλούς και όλα αυτά τα κορναρίσματα, οι αγκαλιές, οι φωνές, αυτό το πράγμα, είπα “εδώ βρήκα την χώρα μου”.

Σε ποιά πόλη έμεινες;

Στην Τζένοβα. Κάποια στιγμή είχα κάποια προβλήματα και έπρεπε να φύγω, και τότε οι τέσσερις είχαμε γίνει οκτώ πια. Και είχαμε ένα volkswagen van, με κουζίνα μέσα και ταξιδεύαμε. Είχαμε γίνει κυριλέ, είχαμε σταματήσει το autostop, είχαμε πια το αυτοκινητάκι μας. Ήταν λίγο σαράβαλο, αλλά δεν πειράζει, πήγαινε. Κάποια στιγμή ήρθαμε στην Ελλάδα. Εδώ είδα την ίδια τρέλλα, αλλά χωρίς να καταλαβαίνω γρυ. Δεν καταλάβαινα ούτε μία λέξη, ενώ στην Ιταλία μπορούσα να καταλαβαίνω την γλώσσα. Μοιάζαν τα ιταλικά με τα ισπανικά, και έμαθα μέσα σε 6 μήνες, τέλος. Όταν ήρθα στην Ελλάδα δεν καταλάβαινα τίποτα. Θυμάμαι την δεύτερη μέρα, πήγαμε στην Ομόνοια και καθόμασταν εκεί -στην παλιά Ομόνοια- και σταματούσαμε τους ανθρώπους που έμοιαζαν με Λατίνους -οι οποίοι ήταν πολλοί κιόλας, γιατί εντάξει, και οι Έλληνες με Λατίνους μοιάζουνε- τους σταματούσαμε και τους ρωτούσαμε στα ισπανικά, για να δούμε αν πετύχαμε κάποιον Λατίνο. Μας κοιτάζανε σαν ούφο. Περάσανε δυο – τρεις ώρες. Τέλος σταματάει ένας και μας ρωτάει στα ισπανικά: “μιλάτε ισπανικά”; “Ωπ, επί τέλους βρήκαμε έναν Λατίνο”!, “όχι, είμαι Έλληνας, ξέρω λίγα ισπανικά και έχω μια εκπομπή στο κρατικό ραδιόφωνο της ΕΡΤ, με ινδιάνικη μουσική. Έχετε συγκρότημα”; Τρελλαθήκαμε, εμείς αυτό παίζαμε. Λοιπόν, αυτός ο άνθρωπος μας είπε “ξέρω κάποια παιδιά που κάτι γρατζουνάνε”. Έτσι γνώρισα τους μετά Apurimac – γιατί με το ως τότε συγκρότημα λεγόμασταν αλλιώς Rimani Pacha, δηλαδή Οι Φωνές της Γης. Περιττό να πω ότι Rima, σημαίνει στα κέτσουα η Γλώσσα, η Λέξη, ο Λόγος. Apurimac είναι ο Θεός του Λόγου. Τώρα γιατί το Rima στην γλώσσα των Κέτσουα, των Ίνκας, και στα Ελληνικά σημαίνει το ίδιο πράγμα, αυτό δεν μπορώ να το απαντήσω τουλάχιστον τώρα. Έμεινα στην Ελλάδα γιατί βρήκα αυτή την τρέλλα, χώρισα από το παλιό συγκρότημα, έφτιαξα το καινούργιο, και ένοιωσα ότι η γλώσσα είναι ένα εμπόδιο που δεν θα μου πάρει πολύ καιρό να το λύσω, γιατί έχω μια ευκολία με τις γλώσσες. Για περίπου 6 μήνες ή 1 χρόνο δεν μιλούσα καθόλου ελληνικά, δεν μου άρεσαν και καθόλου ακουστικά…

Σου φαινόταν ότι δεν έχει δηλαδή η γλώσσα μουσικότητα;

Ναι, μου φαινόταν λίγο βαρειά και δεν καταλάβαινα και τίποτα. Μετά από ένα χρόνο περίπου, ξαφνικά σε μια πρόβα, πετάω μια φράση ολόκληρη στα ελληνικά και μείνανε όλοι άναυδοι. Και τους είπα “Αποφασίσει μιλάει ελληνικά”. Από εκείνη την ημέρα άρχισα να μιλάω ελληνικά και δεν σταμάτησα καθόλου.

 

314414424 636201947982035 3459524005340221116 n

 

Γύρω στην δεκαετία του `50 και `60 ήταν πολύ γνωστή η φράση στην Ελλάδα, “να εμφανιζόταν ένας θείος από την Αργεντινή, πλούσιος, να μας αφήσει κληρονομιά”!.. είχαμε μια εικόνα για την Αργεντινή, ότι ήταν η χώρα της ευκαιρίας.

Είναι απλά τα πράγματα. Το 1945 όλη η Ευρώπη ήταν σε πόλεμο. Όλη η Ευρώπη έτρωγε από την Αργεντινή. Όλα τα σιτάρια, όλα τα κρέατα, έρχονταν από εκεί. Το ξέρουν όσοι πήγαν στρατό στην Ελλάδα, υπάρχουν ακόμα οι κονσέρβες με κρέας αργεντίνικο. Η Αργεντινή εκείνη την εποχή ήταν η πιο πλούσια χώρα στον κόσμο, γιατί είχε τεράστιες εκτάσεις, ήταν όλα καλλιεργημένα, ζώα άπειρα, το κρέας ήταν το καλύτερο στον κόσμο, είχε εξαγωγές σε όλο τον κόσμο και κυρίως σε όλη την Ευρώπη. Οπότε τα πράγματα πήγαιναν τόσο καλά στην Αργεντινή, που όλοι ήθελαν να πάνε εκεί. Οι Έλληνες που έφυγαν τότε, δεν πήγαιναν ούτε Βολιβία, ούτε Κολομβία, ούτε Περού. Πήγαιναν στην Αργεντινή. Όμως θα πρέπει να σου πω κι εγώ, που θυμάμαι, σαν μικρό παιδάκι, τις καραμελίτσες, τα γλειφιτζούρια, τα χαλβαδάκια που λέγονταν “Georgalos”. Κι εγώ νόμιζα ότι λέγονταν έτσι, αλλά αυτό ήταν ένα όνομα, ο Γεωργάλος, αυτός που τα έφτιαχνε. Η ομάδα του ποδοσφαίρου, είχε έναν σούπερ πρόεδρο που λεγόταν Nicolaides. Και πολλοί σαν αυτούς, που ήταν οι Έλληνες που πήγαν στην Αργεντινή και έκαναν πολλά λεφτά – πέρα από τον Ωνάση, απλοί Έλληνες που φτιάχτηκαν αρκετά καλά εκείνη την εποχή. Ήταν και δουλευταράδες, δεν πηγαίνανε με διάθεση να βρουν χρυσό και να γίνουν πλούσιοι, αλλά να δουλέψουν και να γίνουν κάτι. Και πολλοί όντως έγιναν.

Συζητούσαμε για το γεγονός ότι ο πολύς κόσμος πιστεύει ότι οι ρυθμοί “λάτιν” είναι μόνο οι χαρούμενοι ρυθμοί, που χορεύουμε, που μιλούν μόνο για γιορτή, ενώ τα τραγούδια της Νότιας Αμερικής μιλούν και για κοινωνικά προβλήματα κ.λπ.

Αυτά που έφτασαν στην Ευρώπη είναι η χορευτική μουσική που χρησιμοποιούμε π.χ. τις απόκριες, για να περάσουμε καλά – ένα κομματάκι από την λατινοαμερικάνικη μουσική. Η μουσική των Άνδεων -Βολιβία, Χιλή, βόρεια Αργεντινή- δεν έχει καμμία σχέση με αυτή την χορευτική μουσική της Κούβας ή του Πουέρτο Ρίκο. Η βραζιλιάνικη πάλι μουσική έχει άλλο χρώμα. Η μουσική της πάμπας της Αργεντινής είναι εντελώς διαφορετική και από την ανδινή, και από την βραζιλιάνικη. Οπότε, όταν μιλάμε για λατινοαμερικάνικη μουσική, θα πρέπει να ξέρουμε ότι εκφράζει από τα πιο λυπητερά, μέχρι τα πιο χαρούμενα – από τα πιο πολιτικοποιημένα έως τα πιο χαζά – από τα πιο κοινωνικά θέματα έως τα πιο απλά. Πάρα πολλά τραγούδια στη Λατινική Αμερική μιλάνε για την Γη, για την σοδειά, για τον καφέ, για το ζαχαροκάλαμο, πολλά είναι πάνω στις ανισότητες που υπάρχουν στους λαούς, υπάρχουν κάποια που όντως μιλάνε για ανανάδες και μπανάνες και πράγματα απλά και εύκολα.. είναι μια ολόκληρη ιστορία, ένας ολόκληρος λαός, τεράστιος.

Τώρα που είπες για τα τραγούδια που τραγουδούν οι χωρικοί, πιστεύεις ότι η σημερινή γενιά απαξιώνει τα παραδοσιακά τραγούδια;

Εξαρτάται, γιατί η κόρη μου βρίσκεται στην εφηβεία και όταν στο σχολείο μάθαινε το Μωρή Κοντούλα Λεμονιά, μετά ερχόταν στο σπίτι και το τραγουδούσε και το χόρευε, σαν κάτι πολύ όμορφο. Και επειδή στο σπίτι μας ακούμε πολύ ελληνική μουσική, δεν απαρνιέται αυτό το πράγμα, το ακούει. Το ότι μετά θα πάει να ακούσει τα δικά της, αυτό είναι άλλο πράγμα, δηλαδή δεν θα καθίσει να ακούσει ούτε δημοτικά, ούτε ρεμπέτικα από μόνη της, αλλά θέλει τα μοντέρνα τί να κάνουμε; Δεν είναι ένα φαινόμενο ελληνικό αυτό, η νεολαία πάει προς την παγκοσμιοποίηση, όπου ακούμε όλοι τα ίδια σκουπίδια, θα έλεγα, και παίρνω την ευθύνη γι’ αυτό που λέω – αλλά μέσα στα σκουπίδια αυτά υπάρχουν και πολύ καλά πράγματα. Και εξαρτάται από τους γονείς το να περάσουν τα πολύ καλά πράγματα – όχι αναγκάζοντάς τους, γιατί όταν αναγκάζεις καταφέρνεις ακριβώς το αντίθετο. Είμαι σίγουρος ότι στην Αμερική, στον Καναδά, οι Έλληνες που ζουν μακρυά από την Ελλάδα σίγουρα ακούνε και δημοτικά και ρεμπέτικα, μόνο και μόνο από νοσταλγία. Πολλές φορές κι εγώ στο σπίτι μου τα βράδια κάθομαι και βάζω ένα cd με tango, και μετά τέσσερα cd με tango, και οχτώ cd με tango και με πιάνει νοσταλγία να ακούσω tango. Είμαι σίγουρος ότι αυτοί οι Έλληνες, επειδή βρίσκονται μακρυά, σίγουρα περνάνε αυτή την μουσική στους νέους, γιατί αυτή είναι η μουσική μας, όχι η Κριστίνα Αγκιλέρα ή η Τζένιφερ Λόπεζ, ή η τραπ. Όταν ήμουν νέος στην Αργεντινή, ήμουν ροκάς. Ο πατέρας μου άκουγε μόνο tango και φολκλόρ, και όταν ερχόταν από την δουλειά και με έβλεπε να ακούω ροκ, μου έλεγε “τί είναι αυτά τα σκουπίδια”… Τσακωθήκαμε άπειρες φορές για τα “σκουπίδια μου” και τα “σκουπίδια του”. Τώρα, εγώ έγινα μουσικός του tango και του φολκλόρ, οπότε με κάποιον τρόπο μου το είχε περάσει αυτό. Είχα την αντίδραση την εφηβική που έχουν όλα τα παιδιά, αλλά μου το είχε περάσει.

Η σημερινή τραπ δεν έχει καμμία σχέση όμως με την ροκ εκείνης της εποχής. Ο πατέρας σου μπορεί να αντιδρούσε με την ροκ ίσως γιατί ήταν και σε άλλη γλώσσα και σε άλλο ρυθμό, αλλά η ροκ τότε είχε και έναν στίχο πιο κοινωνικά τοποθετημένο, μια θεματολογία που μιλούσε για έρωτα, για μια νέα κοινωνία, για ισότητα κ.λπ. Η τραπ σήμερα, αφ’ ενός είναι σε μια γλώσσα που δεν την καταλαβαίνει κανείς, και μιλά για σεξ, για λεφτά, για πλήρη απουσία συναισθήματος, ναρκωτικά, παρανομία. Δεν σχετίζονται αυτά.

Είναι μια ντροπή το τραπ σήμερα. Ό,τι τραγούδια ακούει η κόρη μου τα ακούω κι εγώ, δεν τσακωνόμαστε όπως ο πατέρας μου με εμένα. Θέλω να είμαι κοντά της. Έρχεται πολλές φορές και μου βάζει αυτά τα μοντέρνα λάτιν, τα ρεγκετόν, και μου λέει “μπαμπά, άκου”. Το ρεγκετόν μου φαίνεται χαζό, τέλος πάντων δεν με εκφράζει, και είναι όλα ίδια. Αλλά κάποιος που παίζει ρεγκετόν θα μου πει επίσης “αν ακούσεις ινδιάνικη μουσική, κι αυτά όλα ίδια είναι”. Οπότε δεν μπορώ να συζητήσω σε αυτό το επίπεδο. Ή αν ακούσεις σάλσα, το ίδιο. Προσπαθώ να είμαι κοντά της και να ακούω, και μερικές φορές όταν με ρωτάει “αυτό σου αρέσει”; της λέω “ε, καλό είναι”, ή “όχι, αυτό δεν μου αρέσει” και έχουμε μια συζήτηση. Όταν μπαίνει το τραπ όμως, δεν έχω να συζητήσω τίποτα. Είναι μια ντροπή αυτό που ακούγεται, ένα κυριολεκτικά σκουπίδι και λυπάμαι αυτούς που τραγουδάνε -δεν τους ξέρω κάν, δεν έχω καμμιά σχέση μαζί τους, θεωρώ ότι δεν είναι καλλιτέχνες, θεωρώ ότι είναι “αρπακολλατζήδες”, είναι αρπακτικά. Δεν θέλω να πω άλλα, μέχρι εδώ.

Είπες ότι είναι δύσκολοι οι ρυθμοί της ζωής τώρα και ότι και η έμπνευση έρχεται δύσκολα. Μου ήρθε στο μυαλό η ρωσική πρωτοπορία, ένα από τα τελευταία κινήματα τέχνης, που βγήκε μέσα από την ανάγκη και την καθημερινότητα. Αυτή η τάση ήταν ένα από τα τελευταία κινήματα τέχνης, γιατί δεν θέλω να πιστέψω ότι π.χ. το τραπ είναι ένα κίνημα. Αυτός ο σημερινός, δύσκολος, ρυθμός ζωής, είναι από μόνος του πηγή έμπνευσης; και τί μπορεί να βγάλει τελικά;

Αυτό που είπες για την Ρωσία, συνέβη και στην Λατινική Αμερική. Η εποχή των επαναστάσεων, είχε πολλή φτώχεια, πολλές δυσκολίες και αυτό έβγαινε στον κόσμο μέσα στην τέχνη, όπως σε όλα τα κινήματα στην Κούβα, το νουέβο ροκ, στην Αργεντινή, στην Ουρουγουάη, στην Χιλή, όλα αυτά βγήκανε από αυτή την ανάγκη.  Αλλά ήταν πολύ διαφορετικά τότε. Τώρα, οι δυσκολίες που έχουμε μας έχουν κάνει να μην σκεφτόμαστε σχεδόν. Δεν ξέρω αν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι τώρα που σκέφτονται ότι αυτή η ζωή πρέπει να αλλάξει, ότι θέλει μια επανάσταση για να αλλάξει. Έχουμε μια στασιμότητα, και το σύστημα δουλεύει τέλεια γι’ αυτό, με δάνεια, χρέη. Όταν λες “επανάσταση” από μικρή έως και τεράστια, εννοείς “θα σπάσω αυτά που έχω και θα κάνω κάτι καινούργιο”. Όταν χρωστάς παντού δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, γιατί σε έχουνε δεμένο από παντού. Εκτός αν το κάνουν όλοι μαζί, αλλά δεν το βλέπω αυτό.

Μπορεί ένα κίνημα τέχνης να βγει, όχι μέσα από την επανάσταση, αλλά μέσα από αυτήν την πιεσμένη κατάσταση;

Πιστεύω αυτό το έκανε με κάποιον τρόπο η ραπ. Τα πρώτα ραπ ήταν κοινωνικοποιημένα τραγούδια, και μιλούσαν για μια αντίδραση των νέων να αλλάξει αυτή την κατάσταση. Το κάποτε ροκ, ή η κάποτε πανκ. Τώρα, εγώ δεν το βλέπω -ίσως έχω μεγαλώσει πολύ και δεν έχω πια δύναμη; γιατί αλλιώς τα βλέπουμε στα 20, και αλλιώς τώρα. Γύρισα με ένα σακίδιο στον ώμο όλο τον κόσμο, αλλά αν μου πεις να το κάνω τώρα, δεν μπορώ να το κάνω. Κοιμήθηκα σε όποια παραλία υπήρχε στην Λατινική Αμερική, σε όποιο βενζινάδικο υπήρχε στον κόσμο, σε σχολεία, σε πάρκα, και την άλλη μέρα, “να φάμε”, “τί έχουμε”; “ρύζι” – “ρύζι με τί”; -“ρύζι με ρύζι”. Μακαρόνια. “Μακαρόνια με τί”; -“με μακαρόνια”. Και δεν μας ένοιαζε τίποτα. Αλλάζουν οι συνθήκες. Εγώ περιμένω αυτό το πράγμα να γίνει από τους νέους. Εμείς μεγαλώσαμε λίγο.

Σήμερα στην εποχή μας όμως, ό,τι χρειαζόμαστε μπορούμε να το βρούμε στις πόλεις μας.

Εξαρτάται. Αν κοιτάξεις στην Αφρική, ή προς την Ασία, είμαστε πολύ ευνοημένοι, δεν μπορούμε να παραπονεθούμε. Αλλά δεν πρέπει να κοιτάς πάντα το χειρότερο. Και εδώ που είμαι θα ήθελα να είμαι καλύτερα. Και δεν εννοώ να έχω περισσότερα, αλλά να μπορώ να ζω καλύτερα. Δηλαδή να ανοίγω το παράθυρο το πρωί και να μην μπαίνει καυσαέριο μέσα, να μπαίνει αέρας. Να βγαίνω στον δρόμο και να μπορώ να περπατάω για να περάσω απέναντι, όχι να περιμένω 20 λεπτά γιατί έχει μπλοκάρει το φανάρι και δεν περνάει τίποτα. Αυτό, πράγματα τόσο απλά. Αν πας σε ένα χωριό, όπως εγώ που πήγα τις προάλλες στο χωριό της γυναίκας μου στο Μεσολόγγι, είδα μια πόλη τόσο ανθρώπινη. Όλοι κυκλοφορούν με ποδήλατα και περπατάνε, έχουν την θάλασσα δίπλα, κάνουν την βόλτα τους με τα σκυλάκια, με τα παιδιά, και λες “υπάρχει τρόπος να ζούμε καλύτερα”. Δεν χρειαζόμαστε τέσσερα αυτοκίνητα. Τέσσερα ποδήλατα σίγουρα χρειαζόμαστε. Ακόμα και στην ίδια χώρα υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι. Και στην Ελλάδα υπάρχουν χωριά που είναι πολύ φτωχά, ή δεν έχουν τεχνολογία – το είδαμε και με την πανδημία αυτό, με παιδάκια που δεν είχαν ίντερνετ για να κάνουν μαθήματα, ή δεν είχαν κομπιούτερ. Είναι δύσκολο να πεις ότι “όλοι ζούμε σε μια κατάσταση που πρέπει να αλλάξει”. Ζούμε σε διαφορετικές καταστάσεις. Και δεν ξέρω ποιός είναι αυτός, ή αυτοί, που θα αποφασίσουν επί τέλους να το κάνουν να αλλάξει. Κάποια κινήματα, όπως οι αντεμβολιαστές, είναι κάτι ευκαιριακό, του τύπου “συμβαίνει κάτι τώρα και εγώ είμαι εναντίον”, οπότε δεν είναι αυτό που θέλουμε. Δεν παίζει αυτό, δεν έχει σχέση με το μέλλον. Είναι κάτι που συμβαίνει τώρα. Αύριο θα τελειώσει και θα εξαφανιστούν, δεν θα υπάρχουν.

Αν βρεθεί κάποιος και με έναν μαγικό πολιτικό τρόπο τα αλλάξει όλα μέσα σε μια μέρα, και εμείς δεν έχουμε ακόμα πειστεί ότι πρέπει να ζήσουμε απλά και αρμονικά μεταξύ μας, πάλι τα ίδια θα γίνουν. Οπότε μέσα μας πρέπει να γίνει η αλλαγή.

Ισχύει. Η επανάσταση πρέπει να γίνει από μέσα, μετά να μαζευτούν αυτοί που τους έχει συμβεί η επανάσταση “από μέσα”, όλοι μαζί, και να κάνουν κάτι μεγαλύτερο. Αυτό έχει συμβεί, με κάποια πράσινα κόμματα, σε κάποιες χώρες του κόσμου, όπου οι άνθρωποι είπαν “τέλος στα αυτοκίνητα”, και είναι ένα είδος επανάστασης αυτό. Μετά όμως αυτό φέρνει κι άλλα προβλήματα, όπως π.χ. τα αιολικά πάρκα, για τα οποία πρέπει να κάψουμε τα βουνά… οπότε είναι ένα ατελείωτο παιχνίδι με τόσο μεγάλα συμφέροντα, που εμείς είμαστε το τελευταίο πιόνι. Τα πιόνια για να ρίξουν τον βασιλιά πρέπει να μαζευτούν πολλά μαζί, γιατί ο βασιλιάς είναι πολύ δυνατός. Και αυτό είναι πολύ δύσκολο γι’ αυτό που λέγαμε πριν, εξ αιτίας της κατάστασης που ζούμε. Όλη μέρα τρέχουμε, σαν το τραγούδι μας “Δεν προλαβαίνω”. Κανείς δεν ξέρει γιατί τρέχει τόσο πολύ. “Να φύγω 10 λεπτά νωρίτερα, για να μην αργήσω 10 λεπτά”, μα και τί έγινε; Και έρχεται το βράδυ και αναρωτιέσαι “τί έκανα σήμερα”; τίποτα. Πήγα στην δουλειά, και γύρισα από την δουλειά. Μια δουλειά 8ωρη στην Αθήνα χρειάζεται 11 ώρες, για να πας και να γυρίσεις. Πάει η ημέρα όλη. Τέλος.

Όταν παίρνεις την κιθάρα σου και κάθεσαι, αυτές τις ώρες που θέλεις να εκφράσεις κάτι, δεν μπορεί αυτό που θα βγάλεις να είναι μόνο νοσταλγία, σίγουρα θα κουβαλάει και ένα μείγμα από αυτή την καθημερινότητα. Δεν είναι αυτό ένας τρόπος να κάνεις την καθημερινότητα τέχνη;

Θα σου πω ένα παράδειγμα δικό μου. Έγραψα ένα τραγούδι τελευταία στα ισπανικά, το οποίο είναι τάνγκο και έχει 100 λέξεις ελληνικές. Κάποιοι μπορεί να το ακούνε και να λένε ότι είναι σκόρπιες λέξεις. Δεν είναι καθόλου σκόρπιες λέξεις. Έχει ένα πολύ βαθύ νόημα. Είναι το Mi Ultimo Tango en Atenas. Εμπνεύστηκα σε ένα ταξίδι που έκανα στην Κούβα και διάβασα ένα βιβλίο, που περιείχε “δύσκολες λέξεις στα ισπανικά”. Ένας απλός λατινοαμερικάνος δεν θα τις καταλάβαινε – εγώ τις κατάλαβα γιατί αυτές οι δύσκολες λέξεις ήταν ελληνικές. Μου ήρθε η ιδέα να ψάξω να βρω πολλές τέτοιες λέξεις και να φτιάξω ένα τραγούδι. Αυτό το τραγούδι με άδειασε, έβγαλα σε αυτό ό,τι τσαντίλα είχα, ό,τι θυμό είχα, ό,τι πιο δυνατό μπορούσα να βγάλω. Άδειασα. Μετά, το μόνο που ήθελα ήταν να κάνω ένα καλύτερο από αυτό, ή τίποτα. “Τίποτα, δεν γίνεται. Καλύτερο από αυτό, αυτή την στιγμή δεν μπορώ”, γιατί τα έδωσα όλα σε ετούτο το τραγούδι. Μετά έκανα ένα τραγούδι που είναι πλακατζίδικο, που έχει πλάκα, το χρειαζόμουν αυτό, ένα τραγούδι σαν αυτά που βρίσκεσαι με φίλους και πίνεις μπύρες. Το επόμενο τραγούδι πάλι, θα πάει στο πιο σοβαρό. Είναι καταστάσεις που ζούμε καθημερινά, όμως και πράγματα που έχουμε μέσα μας ούτως ή άλλως, αλλά και μια ανάγκη που έχουμε να λέμε τώρα τα πράγματα σοβαρά και άλλες φορές να λέμε βλακείες γιατί “ήρθε η ώρα του παιδιού”. Να μην μιλάμε ούτε για φιλοσοφίες, ούτε για κοινωνία, ούτε για πολιτική, είναι η ανάγκη που έχει ο καλλιτέχνης μερικές φορές να κάνει κάτι τέτοιο. Κι εμείς έχουμε ένα τέτοιο τραγούδι, “οι Μπραχάμες” είναι ένα τραγούδι που τότε, στην εποχή που το κάναμε, υπήρχαν κάποια τραγούδια που έλεγαν “να πάμε στις Σεϋχέλες” ή να πάμε “στην Χαβάη”, κι εμείς είπαμε “ποιές Σεϋχέλες, εμείς ούτε στο Μπραχάμι δεν μπορούμε να πάμε”. Γι’ αυτό φτιάξαμε το εξωτικό τραγούδι “Εκεί στις Μπραχάμες”. Έχουμε κάποια τέτοια σκαμπανεβάσματα. Ίσως όχι όλοι. Υπάρχουν καλλιτέχνες που είναι πάντα σοβαροί, ή άλλοι που είναι πάντα πλακατζήδες. Αλλά οι νορμάλ -και θεωρώ τον εαυτό μου νορμάλ- έχουμε κι αυτά.

Πρόσφατα έγραφα μια ιστορία που δεν έχει καμμία σχέση με τα γεγονότα της δικής μου ζωής, και έπιασα τον εαυτό μου να γράφει κλαίγοντας, σαν να με αφορούσε προσωπικά. Τελικά, συνειδητοποίησα ότι στο κάτω-κάτω μέρος με αφορούσε η σύνθεση των συναισθημάτων, ήταν τα δικά μου εσώψυχα κι ας μην ήταν γεγονότα της ζωής μου αυτά που περιέγραφα. Βρίσκει πολύ περίεργους τρόπους να εκφραστεί η ψυχή – αν είναι η ψυχή αυτή που εκφράζεται με την τέχνη.

Ακριβώς έτσι είναι. Το ίδιο ισχύει για τα τραγούδια, για αυτούς που γράφουν στίχους, το ίδιο πιθανόν ισχύει για τους ζωγράφους, για τους ηθοποιούς, για τους χορευτές. Έτσι είναι. Αυτή είναι η ομορφιά της τέχνης: μια σε αγκαλιάζει, μια σε χτυπάει. Αυτό. Αν δεν ήταν τόσο ωραία, δεν θα είμασταν τόσο τρελλαμένοι. Θέλουμε, θέλουμε, θέλουμε. Εγώ προσπάθησα κάποια στιγμή… κουράστηκα από την μουσική – όχι από την μουσική, από την κατάσταση με την μουσική, γιατί είμαστε ένα συγκρότημα λάτιν στην Ελλάδα, μας έχουν κάνει πολλές προτάσεις, στις καλές εποχές, να πάμε να παίξουμε σε σκυλάδικα. Να βγαίνει, δηλαδή, ξαφνικά ένα λάτιν συγκρότημα, εξωτικό, να βγαίνουν μπροστά και πέντε κοριτσάκια με τα μισά ρούχα τους- και εμείς δεν πήγαμε ποτέ. Τί κερδίσαμε από αυτό; Ότι κάναμε συνεργασίες με τους Κατσιμιχαίους, τον Βαγγέλη Γερμανό, τον Παντελή Θαλασσινό, την Μαίρη Λίντα, τον Θηβαίο, τον Παπακωνσταντίνου, τον Τσακνή, τον Μαχαιρίτσα, τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, την Έλλη Πασπαλά… όλοι αυτοί αν είχαμε πάει στα σκυλάδικα δεν θα ερχόντουσαν. Κανένας. Αυτό κερδίσαμε. Τί χάσαμε; ότι δεν κερδίσαμε ποτέ λεφτά και περάσαμε και πολύ δύσκολες εποχές με την μουσική, γι’ αυτό και τώρα οι περισσότεροι από εμάς κάνουμε άλλες δουλειές. Γιατί όταν ζεις με την μουσική, είσαι αναγκασμένος να πας να παίξεις οπουδήποτε. Πρέπει να πας να βγάλεις το ψωμί σου. Εγώ προσωπικά, επειδή θεωρώ ότι κρατάω τους Apurimac τόσα χρόνια, δεν ήθελα ποτέ να γίνει αυτό το πράγμα. Εγώ την μουσική την αγαπάω, και να την πουλήσω τόσο φτηνά δεν έχει νόημα. Αν μπορώ να κάνω κάτι άλλο, θα το κάνω – αλλά αν δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο – τότε δεν ξέρω τί θα έκανα. Μερικές φορές έφτασα να πω “τέρμα η μουσική” γιατί με πληγώνει η κατάσταση και δεν αντέχω άλλο… επίσης είμαστε ένα μεγάλο συγκρότημα με πολλά άτομα, είναι πολύ δύσκολο να κρατάς ισορροπίες σε ένα συγκρότημα 10 ατόμων. Και είπα “τέρμα η μουσική”. Δεν άντεξα. Αλλά, δεν μπορώ. Είναι σαν να σου κλείνουν την μύτη και σου λένε “τέρμα η ανάσα”. Πόσο θα αντέξεις; Θα πεις “αφήστε με, να ανασάνω πάλι”. Το ίδιο συμβαίνει και σε μένα και σε όλους τους καλλιτέχνες.

Ξέρω ότι βαδίζοντας την Λατινική Αμερική έζησες με Ινδιάνους και σου μίλησαν για την μουσική.

Η πρώτη εμπειρία που είχα ήταν στην Κοτσαμπάμπα, στην Βολιβία, όπου γνωρίσαμε αυτό το μεγάλο συγκρότημα, τους Λος Χάρκας. Αυτοί μας χάρισαν τα πρώτα ινδιάνικα όργανα. Τους είπαμε “εμείς δεν ξέρουμε να παίζουμε αυτά τα όργανα”, και μας είπαν “θα πάτε στο χωριό μας”. Το χωριό τους ήταν πάνω στο βουνό, στα 4.000 και, μέτρα υψόμετρο, από έναν δρόμο που δεν υπήρχε, ένα φορτηγό πήγαινε εκεί μέσα από το ποτάμι, από τα φορτηγά που έχετε δει στα ντοκυμανταίρ που κουβαλάνε ζώα κι ανθρώπους μαζί. Από αυτά που κάθε 10 λεπτά σταματάγαμε και κατεβαίναμε όλοι μαζί να βγάλουμε τις πέτρες από το ποτάμι για να περάσουμε. Και πήγαμε σε ένα χωριό όπου ήταν όλοι Ινδιάνοι, εκτός από έναν παππά που μιλούσε ισπανικά και έναν φαρμακοποιό. Εμείς δεν μιλούσαμε ινδιάνικα. Μας βάλανε σε ένα κτήριο που κάποια στιγμή θα γινόταν το δημαρχείο τους, ή η κοινότητά τους, ή κάτι τέτοιο, και μείναμε μαζί τους έναν μήνα. Πηγαίναμε στα χωράφια το πρωί μαζί τους, και πηγαίναμε παίζοντας μουσική. Αυτοί, πήγαιναν στα χωράφια παίζοντας μουσική. Γυρνούσαν κουρασμένοι, παίζοντας μουσική. Έκαναν μπάνιο και ξανά μαζευόμασταν όλοι το βράδυ και παίζαμε μουσική. Περιττό να σου πω ότι μάθαμε μουσική. Μάθαμε ινδιάνικη μουσική με αυτούς. Αλλά το να βλέπεις τον τρόπο… όταν πηγαίναμε όλοι μαζί και παίζαμε, 100 άτομα πάνω στα βουνά με την ηχώ… όταν δουλεύανε, οι μισοί δούλευαν και οι μισοί παίζανε. Δεν σταμάταγε η μουσική. Λέγαμε “πώς γίνεται αυτό αυτό πράγμα”; Και μας έλεγαν “αν δεν έχεις μουσική δεν μπορείς να ζεις. Δεν μπορείς να δουλέψεις. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Η μουσική είναι μέσα μας και εμείς πρέπει να την βγάλουμε, για να ευχαριστήσουμε την μάνα Γη, γιατί αυτή θα μας δώσει τα πράγματα που θα φάμε. Οπότε παίζοντας μουσική, κάνουμε την δουλειά στο χωράφι πολύ καλύτερα, και η μάνα Γη που μας ακούει, μας ευχαριστεί δίνοντάς μας τα καλύτερα καλαμπόκια, τις καλύτερες πατάτες, γιατί με την μουσική, όλα γίνονται πιο όμορφα”. Μετά από αυτό, δεν μπορώ να σου πω τίποτα άλλο. Οι Ινδιάνοι πριν πιούνε το ποτό τους από το ποτήρι τους, ρίχνουν την πρώτη γουλιά στο χώμα, για να μην διψάει η μάνα Γη. Στο φαγητό τους, την πρώτη μπουκιά την ρίχνουν στο χώμα. Είναι άμεση η σχέση τους, όπως κι εδώ με τους αγρότες. Θα σου δώσω κάτι για να μου δώσεις κάτι. Εδώ όμως τόσο πολύ έχει βιομηχανοποιηθεί η σχέση, που έχει χαθεί αυτό – δεν της δίνουμε για να μας δώσει, θέλουμε να την ξεζουμίσουμε. Και βλέπουμε ότι κάποια στιγμή δεν θα μας δώσει άλλα γιατί δεν μπορεί, αλλά εμείς εκεί, συνεχίζουμε, “όχι, θα μας δώσεις γιατί μας τα χρωστάς”. Δεν ξέρω γιατί μας τα χρωστάει, αλλά εμείς θεωρούμε ότι πρέπει να μας δώσει κι άλλα. Αυτή είναι η διαφορά. Είναι πιο εύκολο αν έχεις παρατήσει τα πάντα κι έχεις πάει σε ένα χωριουδάκι, κι έχεις βάλει εκεί τις ντοματούλες σου, είναι πιο εύκολο να πεις “σου δίνω νεράκι για να μου δώσεις ντοματούλες”.

Ο Σεφέρης έλεγε κάτι που το σκέφτομαι πολύ συχνά. Για να εξασκήσει την ποιητική του τέχνη, κάθε πρωί, έχει δεν έχει όρεξη, θα γράψει πέντε στίχους.

Συμφωνώ.

Συμφωνείς; Γιατί υπάρχουν και οι άλλοι, που λένε ότι θα γράψω όταν θα μου έρθει η έμπνευση, και όταν “θα το νοιώσω”.

Συμφωνώ απόλυτα αν και είναι δύσκολο να το κάνεις, γιατί η έμπνευση δεν θα έρθει. Θέλει δουλειά. Η έμπνευση μπορεί να έρθει, μπορεί να μην έρθει, μπορεί να έρθει μισή, να έρθει ολόκληρη. Θέλει και δουλειά. Αν μπορούσα κάθε μέρα να πιάσω την κιθάρα για 2, 3 ώρες -κάθε μέρα- και να παίζω γενικά, ο,τιδήποτε – σίγουρα κάποια στιγμή θα μου ερχόταν η έμπνευση. Λέμε “τρώγοντας έρχεται η όρεξη”. Συμφωνώ απόλυτα με τον Σεφέρη και χαίρομαι που συμφωνούμε. Αλλά δεν μπορώ να το κάνω. Μια εποχή δούλευα στην Κρατική Σχολή Χορού, έπαιζα κρουστά για την σχολή. Είναι από εκεί που βγαίνουν οι μεγαλύτεροι χορευτές και οι δάσκαλοι χορού στην Ελλάδα, σε μοντέρνο, τζαζ και σύγχρονο χορό. Δούλεψα για 5 χρόνια περίπου εκεί και έπαιζα κάθε μέρα. Επειδή έπρεπε σε κάθε άσκηση να παίζω κάτι άλλο, και στα κρουστά είναι δύσκολο να παίζεις πολλά διαφορετικά πράγματα, και ήμουν και μόνος μου, έπρεπε το μυαλό μου να δουλεύει συνέχεια και να βρίσκω νέους τρόπους, νέα χτυπήματα, να είναι ευχαριστημένοι, και τα παιδιά να βοηθιώνται στην άσκηση που έκαναν. Έμαθα τόσα πράγματα εκεί μέσα και ήταν η εποχή που έγραφα τραγούδια. Κάποιες φορές παίζαμε μαζί με τον βραζιλιάνο πιανίστα και γινόταν χαμός, γιατί έπαιζα εγώ τρελλά στα κρουστά, αυτός τρελλά στο πιάνο και τα παιδιά πετάγανε…

 

23452345 1

 

Θέλω να μιλήσουμε για την συνεργασία σας με την Mercedes Sosa, την οποία την γνωρίσατε στην Ελλάδα, όχι στην Αργεντινή.

Η Mercedes έγινε προσωπική μου φίλη, ήταν η τεράστια φωνή της Λατινικής Αμερικής -όχι η μεγάλη, η τεράστια. Πιθανόν η μεγαλύτερη, ήταν σύμβολο του λαού, ήταν Ινδιάνα από το Τουκουμάν, στα βόρεια της χώρας, η οποία ήρθε στην Ελλάδα για ένα φεστιβάλ. Έτυχε στο ίδιο φεστιβάλ να βάλουν εμάς να παίξουμε πριν από εκείνη, support. Γνωριστήκαμε, γίναμε φίλοι – είχα πάντα στο νου μου να τραγουδήσει η Mercedes ένα τραγούδι δικό μας. Άκουσε τον δίσκο μας “Μάνα Γη” που είχαμε βγάλει με τους Κατσιμιχαίους και της άρεσε πάρα πολύ, πήραμε πολλά συγχαρητήρια γι’ αυτό. Και τότε ένοιωσα την ανάγκη να της πω “Mercedes, θα τραγουδήσεις ένα τραγούδι μαζί μας”; Έτρεμα την απάντηση, γιατί δεύτερη φορά δεν θα υπήρχε, ήταν μία μόνο. Μου απάντησε “ναι”. Η χαρά ήταν απερίγραπτη. Με ρώτησε “ποιό τραγούδι”; “θα στο στείλω”. Κάποια στιγμή εγώ βρέθηκα στο Μπουένος Άϊρες και της λέω “Mercedes θα τραγουδήσεις μαζί μας, αλλά στα ελληνικά”. Μου λέει “είσαι τρελλός”. Λέω “ναι, το ξέρω. Αλλά θέλω να τραγουδήσεις στα ελληνικά, γιατί θέλω την φωνή σου να την ακούσουν και να την καταλάβουν και οι Έλληνες”. Απάντησε “ναι”. Κάθισε με κάποιον άνθρωπο της πρεσβείας, έμαθε όλα τα ελληνικά του τραγουδιού, και πρέπει να σου πω ότι πήγα για την ηχογράφηση στην Αργεντινή, μπήκε στο στούνιο και είπε το τραγούδι μια κι έξω. Διορθώσαμε μόνο μια λέξη που ήταν παρατονισμένη, αυτό μόνο. Ήταν το παράδειγμα του επαγγελματισμού με την καλή έννοια. Έμπαινε στο στούντιο και έγραφε τα τραγούδια της, μια κι έξω. Δεν διόρθωναν τίποτα. Δούλευε στο σπίτι και όταν έμπαινε στο στούνιο τραγουδούσε – τέλος. Είναι τρελλό, δεν ξέρω αν το κάνει άλλος καλλιτέχνης στον κόσμο αυτό, παρά τις ευκολίες που υπάρχουν. Και τραγούδησε ένα τραγούδι σε μουσική δική μου, στίχους της Δέσποινας Φορτσερά που είναι η μόνιμη συνεργάτις μας, έχει γράψει πολλούς στίχους – είναι ένα τραγούδι για την Μεσόγειο, αλλά με την φωνή μιας Λατινοαμερικάνας. Το “Βράχια Γυμνά”.

Έκανες μια γέφυρα στις δυο πατρίδες σου.

Ακριβώς. Ήταν μια γέφυρα που ήθελε να την κάνει και η Mercedes, γιατί ήθελε να καταλάβει τί λέει το τραγούδι, ακόμη και σε μια γλώσσα που ήταν σαν κινέζικα γι’ αυτήν. Έλεγε όμως “αυτό που θα τραγουδήσω θέλω να το νοιώσω”. Και νομίζω ότι το είπε πάρα πολύ ωραία.

Θέλω να μου πεις για το τραγούδι σας για τον Τσε Γκεβάρα.

Αυτό ξεκίνησε από μια ιδέα, να κάνουμε έναν δίσκο για να βοηθήσουμε οικονομικά τους Ινδιάνους Τσιάπας στο Μεξικό, σε μια εποχή που υπήρχαν εκεί πάρα πολλά προβλήματα, όταν ήταν απομονωμένοι από την κυβέρνηση του Μεξικού, και περικυκλωμένοι. Δεν τους άφηναν να βγουν από την περιοχή τους. Ήθελα πάντα να κάνουμε ένα αφιέρωμα στον Τσε Γκεβάρα. Συμπατριώτης μου, Αργεντίνος, μεγάλος, τεράστιος κι αυτός, έκανε γιατρός, βοήθησε πάρα πολύ κόσμο, επαναστάτης στα όλα του, ποτέ δεν δέχτηκε -ακόμη κι όταν στην Κούβα του πρόσφεραν να πάρει μια θέση, είπε “όχι, εγώ είμαι με τον λαό”, κι ενώ θα μπορούσε να κάθεται σε μια καρέκλα, πήγε να πολεμήσει αλλού. “Αφού τα καταφέραμε στην Κούβα, θα τα καταφέρουμε κι αλλού”. Και πήγε στην Βολιβία, και στην Βολιβία τον προδώσανε και τον σκοτώσανε. Αποφασίσαμε να κάνουμε ένα αφιέρωμα στον Τσε Γκεβάρα, χάλασε το θέμα με τους Τσιάπας, αλλά είπαμε, αφού είχαμε έτοιμο όλο το υλικό, να κάνουμε ένα cd και τα έσοδα να πάνε κάπου. Και όλα τα έσοδα πήγαν στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Στο κεντρικό τραγούδι για τον Τσε Γκεβάρα, είπαμε να μην το πούμε μόνοι μας, αλλά με τους φίλους μας. Και άνθρωποι που μας σέβονται σαν συγκρότημα, είπαν “ναι” με την πρώτη. Ήρθαν ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Διονύσης Τσακνής, ο Μαχαιρίτσας, ο Αλκίνοος, ο Θηβαίος, ο Πασχαλίδης… και όλοι μαζί το είπαμε και βγήκε ένα πολύ ωραίο τραγούδι. Κατ’ αρχάς περάσαμε πολύ ωραία όλοι αυτοί μέσα στο στούνιο, πολλή πλάκα, πειράγματα ο ένας με τον άλλο – “όχι, αυτό θα το πω εγώ”, “όχι, άσε, εγώ θα το πω καλύτερα” τέτοια πράγματα πολύ όμορφα. Και βγήκε ένα ωραίο αποτέλεσμα, και μαζεύτηκαν και πολλά λεφτά που πήγαν στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Εγώ δεν ήθελα ποτέ να βγάλουμε λεφτά από τον Τσε Γκεβάρα, το θεωρούσα ιεροσυλία. Γι’ αυτό τα λεφτά πήγαν εκεί.

Το “Θήραμα” είναι πολύ ιδιαίτερο τραγούδι.

Είναι ένα πολύ αγαπημένο τραγούδι, από αυτά που δεν έχουν ακουστεί σχεδόν ποτέ σε ένα ραδιόφωνο. Εμένα είναι από τα αγαπημένα μου, βρίσκεται στον δίσκο “Μάνα Γη” και όλο αυτό το CD ξεκίνησε από ένα βιβλιαράκι που μου χάρισε ο Βασίλης Καζούλης, γιατί είχαμε συμμετάσχει σε έναν δίσκο δικό του, το “Κάτι να γυαλίζει”. Το τραγούδι του “Αν ήσουν άγγελος” είχε παιχτεί όλο με ινδιάνικα όργανα, και για να μας ευχαριστήσει μου χάρισε αυτό το βιβλιαράκι και είχε ινδιάνικα ποιήματα διάφορων εθνών της Αμερικής. Μια μέρα με βρήκε ο Χάρης Κατσιμίχας με αυτό το βιβλιαράκι στην τσέπη. Μου λέει “τί είναι αυτό”; Του λέω “άσε Χάρη, δεν είναι για σένα αυτά”. “Δείξε μου τί είναι αυτό”! Το είδε τελικά και μου λέει “το κάνουμε δίσκο”; “αναλαμβάνεις αυτά να τα κάνεις στίχο”; “Ναι”. Ήταν πολύ απλός στίχος… Και λέω “αυτό θέλει μια ινδιάνικη μουσική, γλυκειά, όμορφη, απαλή” … και μου ήρθε μέσα σε μισή ώρα. Και γι’ αυτό το αγαπώ τόσο πολύ, γιατί βγήκε έτσι, αβίαστα. Κι ενώ δεν έχει ακουστεί καθόλου, εμένα με τρελλαίνει αυτό το τραγουδάκι. Το λέω τραγουδάκι με χαρά και αγάπη.

Είναι ένα παιδί τραγουδάκι.

Είναι σαν το μικρό παιδάκι σου, τόσο όμορφο. Υπάρχουν τόσο όμορφα τραγούδια σε αυτό το CD, όπως το Μάνα Γη, το Λουλούδι του Δάσους, αλλά αυτό είναι το παιδί μου.

Το νέο σας τραγούδι που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι ήταν το Aquella Bella Istoria (Εκείνη η Όμορφη Ιστορία).

Είναι τραγούδι καλοκαιρινό, χαρούμενο, χορευτικό. Γράφτηκε το προηγούμενο καλοκαίρι. Εκεί που είμασταν έτοιμοι να το ηχογραφήσουμε, αρχίσανε αναποδιές, με κάτι συμμετοχές που δεν έγιναν ποτέ, με κάτι αλλαγές, με, με με. Το θέμα είναι πως χάσαμε το timing για να το βγάλουμε τότε. Ήρθε ξανά φέτος με μεγάλη φόρα και όταν αποφασίσαμε ότι ήταν η ώρα να το ηχογραφήσουμε και να βγει (αρχές Μαρτίου), ήρθε ο πόλεμος στη γειτονιά μας. Ο πόλεμος…. η χειρότερη έκφραση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το μίσος, ο πόνος, ο θάνατος, το απόλυτο σκοτάδι. Και το τραγούδι μας χαρούμενο, αισιόδοξο. Αποφασίσαμε να το κρατήσουμε για λίγο ακόμα «στο συρτάρι». Θα ήταν εκτός τόπου και χρόνου να το βγάλουμε τότε. Περάσανε μήνες και καταλάβαμε ότι αυτό το παιχνίδι που παίζουν οι Μεγάλοι του Πλανήτη μας, δεν πρόκειται να σταματήσει, σύντομα τουλάχιστον, και ότι η συνέχεια της ζωής μας είναι μόνο στα χέρια μας. Έτσι αποφασίσαμε να το κυκλοφορήσουμε αυτό το καλοκαίρι. Με απόλυτη συνείδηση των δυσκολιών που περνάμε όλοι (ή σχεδόν όλοι…), να χαρίσουμε λίγη χαρά στους εαυτούς μας, να το χαρούμε, να το τραγουδήσουμε, να το χορέψουμε όλοι μαζί! Να ξεφύγουμε λίγο από αυτή τη μαυρίλα! Να βάλουμε τέρμα τα ηχεία (κι ας ενοχλήσουμε λίγο τους γείτονες), να χορέψουμε, να γελάσουμε και να φωνάξουμε ότι “είμαστε ακόμα ζωντανοί”.

 

Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.

Ακολουθήστε μας στο Facebook @grnewsradiofl

Ακολουθήστε μας στο Twitter @grnewsradiofl

 

Copyright 2021 Businessrise Group.  All rights reserved. Απαγορεύται ρητώς η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή ή αναδιανομή μέρους ή όλου του υλικού του ιστοχώρου χωρίς τις κάτωθι προυποθέσεις: Θα υπάρχει ενεργός σύνδεσμος προς το άρθρο ή την σελίδα. Ο ενεργός σύνδεσμος θα πρέπει να είναι do follow Όταν τα κείμενα υπογράφονται από συντάκτες, τότε θα πρέπει να περιλαμβάνεται το όνομα του συντάκτη και ο ενεργός σύνδεσμος που οδηγεί στο προφίλ του Το κείμενο δεν πρέπει να αλλοιώνεται σε καμία περίπτωση ή αν αυτό κρίνεται απαραίτητο να συμβεί, τότε θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο στον αναγνώστη ποιο είναι το πρωτότυπο κείμενο και ποιες είναι οι προσθήκες ή οι αλλαγές. αν δεν πληρούνται αυτές οι προυποθέσεις, τότε το νομικό τμήμα μας θα προβεί σε καταγγελία DMCA, χωρίς ειδοποίηση, και θα προβεί σε όλες τις απαιτούμενες νομικές ενέργειες.

Άλλα Άρθρα

Culture Summit

Τελευταία Άρθρα

Πρωτοσέλιδα Εφημερίδων


Spiroulina Platensis
Academy Farsala
Academy Farsala
Exotic Eyewear Optical
Exotic Eyewear Optical
lpp cafe
lpp cafe
King Power Tax

Pin It on Pinterest

Share This