Το βράδυ της 3ης Φεβρουαρίου 1843 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν καλεσμένος στο παλάτι του Όθωνα. Στις 03.00 πριν τα ξημερώματα άφησε την τελευταία του πνοή από εγκεφαλική δυσλειτουργία.
Κατά την διάρκεια της γιορτής στο παλάτι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αφέθηκε να πιεί λίγο παραπάνω και του έγινε σύσταση γι’ αυτό, από τον Δεληγιάννη Αναγνώστη. Λίγες ώρες πιο μετά, ο γιος του Γενναίος κατάλαβε ότι ο πατέρας του δεν αισθανόταν καλά, και κάλεσε γιατρούς, που όμως ήρθαν μόνο για να διαπιστώσουν ότι ο μεγάλος Έλληνας είχε πεθάνει, από εγκεφαλική συμφόρηση.

Λίγους μήνες πριν πεθάνει ο Γέρος του Μωριά είχε ακολουθήσει την διαίσθησή του, και γυρνούσε από τόπο σε τόπο για να αφήσει συμβουλές, να αποχαιρετήσει και να συγχωρήσει. Συγχώρεσε ακόμη και τον υπουργό Σχινά, που είχε ζητήσει την παραδειγματική του τιμωρία.
Το σπίτι του βρισκόταν εκεί που σήμερα είναι η οδός Κολοκοτρώνη, στην Αθήνα. Και εκεί έφτασαν οι Αθηναίοι όταν έγινε γνωστός ο θάνατός του. Στο φέρετρο μπήκε με την στολή του, το σπαθί του, και στα πόδια του μια τούρκικη σημαία “για να την πατάει”.
Η εφημερίδα Ταχύπτερος Φήμη εκδιδόταν δύο φορές την εβδομάδα, και από ένα φύλλο της που σώζεται στο Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, έχουμε μια περιγραφή της κηδείας του Κολοκοτρώνη.
«Ο Ήρως των Δερβενακίων, του Βαλτετζίου, των Παλαιών Πατρών, της Τριπόλεως, της Κορίνθου, του Άργους κ.λπ., ο Αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου, ο άλλοτε Αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού, ο Σύμβουλος της Επικρατείας και Αντιστράτηγος, ο έμπειρος στρατιώτης, ο αγαθός πολίτης, ο ειλικρινής φίλος, ο φιλόστοργος πατήρ, ο γηραιός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, δεν υπάρχει πλέον εις την ζωήν. Την 3 Φεβρουαρίου, την εορτή της επανόδου της ΑΜ του Βασιλέως και των αποβατηρίων της ΑΜ της Σεπτής μας Βασιλίσσης έλαβε την υψηλήν τιμήν να παρευρεθή εις τον βασιλικόν χορόν, δια να συνεορτάση την τοσούτον χαρμόσυνον ημέραν δια το έθνος του και δι’ εαυτόν, και την 11ην ώραν προ του μεσονυκτίου αποσυρθείς εις την οικίαν του μετά τέσσαρας περίπου ώρας ευρέθη προσβεβλημένος από την αποπληξίαν. Οι υπηρέται κατά ταύτην την ώραν εννόησαν το συμβάν και ειδοποιήσαντες αυθωρί τους Κυρίους των έσπευσαν οι τελευταίοι ούτοι δρομαίοι ζητούντες ιατρικήν συνδρομήν και βοήθειαν, αλλ’ οι αξιότιμοι γιατροί κ.κ. Γλαράκης, Ρέζερ και Σοφ. Οικονόμου, δεν εχρησίμευσαν εις άλλο ειμή εις το να βεβαιώσωσι τον προσεγγύζοντα θάνατον. Η φήμη διεδόθη εν ακαρα εις την πόλιν και οι πολίται πάσης τάξεως συνέτρεχον να ίδωσι επί του κρεββάτου και εκπνέοντα τον γηραιόν Κολοκοτρώνην τον ατρόμητον της Ελληνικής Επαναστάσεως αρχηγόν, τον Ήρωα εκείνον του οποίου το όνομα μόνον τον θάνατον εις μυριάδας Οθωμανών και τοιουτοτρόπως περιστοιχουμένους από τους φιλτάτους υιούς του από συγγενείς και φίλους και εις τας αγκάλας αυτών ευρισκόμενος εξεψύχησεν. Ο θάνατός του εν τω άμα ώθησεν εις κίνησιν όλην την πόλιν και από της ώρας ταύτης η συρροή του πλήθους εις την οικίαν του ήτο μεγάλη, και πολλοί παλαιοί στρατιωτικοί και πλήθος αγωνιστών κατασπαζόμενοι αυτόν έκλαιον απαρηγορήτως.
Ο νεκρός μεταφρέρθη δια της Ερμαϊκής και Αιολικής οδού εις τον ναόν της Αγίας Ειρήνης. Ήτο κεκοσμημένος με την στολήν του Αρχιστρατήγου, έφερε το ξίφος το οποίον είχεν εις την αρχήν της Επαναστάσεως, την περικεφαλαίαν εις το πλευρόν του και επωμίδας της εις την Επτάνησον υπηρεσίας του, παρακείμενον δε τον θώρακα και τους πόδας τζαρούχια, το παλαιόν αυτού υπόδημα, υποκάτω δε των ποδών του ετέθη τουρκική σημαία».

Ξέρατε ότι…; Το άγαλμα του Γέρου του Μωριά στο κέντρο της Αθήνας στο άλογό του, βρίσκεται ψηλά για διπλωματικούς λόγους, επειδή το άλογο πατάει πάνω στην τούρκικη σημαία. Και η επιγραφή: “Έφιππος χωρεί γενναίε στρατηγέ ανά τους αιώνας, διδάσκων τους λαούς πώς οι δούλοι γίνονται ελεύθεροι”.


















































