Στις αυτοκρατορικές αίθουσες του Λούβρου εκεί στέκει,
Μια θεά δεμένη από ξένα χέρια.
Όχι νικημένη σε πόλεμο, ούτε από τη μοίρα διεκδικημένη —
Μα απογυμνωμένη από τον εαυτό της απ’ όσους κυριαρχούν.
Φτερά θρυμματισμένα — κάποτε χάρη κεραυνού,
Τώρα σημάδι ενός λαού κατακτημένου.
Ο λαιμός της χωρίς κεφάλι, μια σιωπηλή κραυγή,
Χαραγμένη από την ταπείνωση της αυτοκρατορίας.
Δεν είναι τούτη πληγή φυσικής φθοράς,
Μα το κομμάτιασμα χεριών που λεηλατούν.
Ο ακρωτηριασμός της — δημόσιος, γυμνός —
Σύμβολο δύναμης μεταμφιεσμένης σε φροντίδα.
Η Νίκη, κόρη της Στυγός, θεία και περήφανη,
Πέταγε κάποτε πάνω απ’ τα σύννεφα της καταιγίδας.
Τώρα αιωρείται παγωμένη, σε στάση ικεσίας,
Ένα τρόπαιο για τα μάτια, όχι για την ελευθερία.
Τα φτερά της — που σήμαιναν κάποτε την πτήση της ελευθερίας —
Τώρα δεμένα, μαρτυρούν την απώλεια του δικαιώματος.
Το κεφάλι που λείπει, το κενό της φωνής,
Σκαλίστηκαν για να σιγήσει η επιλογή της.
Το στίγμα χαράχτηκε σε μορφή μαρμάρου —
Αυτή η θεά δεν απλώς πληγώθηκε.
Παρελάθηκε, πλαισιώθηκε μέσα στην απώλεια,
Για να ειπωθεί στον κόσμο: «Οι θεοί σας είναι δικοί μας».
Μιλούν για τέχνη, για το κάλλος του πλαισίου,
Μα σκεπάζουν την αδικία στο όνομα του πολιτισμού.
Η κλοπή αυτή δεν ήταν μόνο λίθου,
Ήταν το χάραγμα ενός θρόνου.
Δεν στέκει — εκτίθεται.
Όχι τιμώμενη, μα πολιτικοποιημένη.
Από χέρια που έκλεψαν και εξαγνίστηκαν.
Κι ω, πόσο βάρβαρο το τίμημα να πληρώνουν τα παιδιά της,
Μονάχα για να τη δουν —
Τη φτερωτή τους μητέρα, αποκεφαλισμένη,
Φυλακισμένη από ξένη βούληση.
Πληρώνουν με νόμισμα, πληρώνουν με θλίψη,
Για να κοιτάξουν τη θεά-κλέφτρα τους.
Κι οι καρδιές τους συντρίβονται,
Γιατί αυτό δεν είναι ιερό, μα παγίδα.
Πού είναι οι θεοί, οι αρχαίοι συγγενείς;
Δεν ξεσπά η οργή της Αθηνάς;
Θα πετάξει ο Ερμής, θα φλεγεί ο Άρης,
Ώσπου να επιστρέψει η αδελφή τους;
Το σώμα της σπασμένο — μα όχι υποταγμένο.
Τα φτερά της κομμένα — μα ακόμη φωνάζουν δυνατά.
Φέρει το στίγμα, όχι της ντροπής,
Μα του κλέφτη που σφετερίστηκε το όνομά της.
Ας σηκωθούν οι Έλληνες, ας μιλήσουν τα έθνη —
Όχι με αιτήσεις, μα με δικαιοσύνη.
Επιστρέψτε τα ιερά, όχι για επίδειξη,
Αλλά ως εξόφληση χρέους παλιού.
Δεν περιμένει ως άψυχο λείψανο,
Μα ως οιωνός αυτοκρατορικής βούλησης.
Μια θεά αμαυρωμένη· μια αλήθεια καταπιεσμένη.
Η Νίκη εκτίθεται, μα στερημένη.
Της χρωστάμε κάτι περισσότερο από φως κεριών,
Ή πινακίδες που θαμπώνουν το αρχαίο της δικαίωμα.
Της χρωστάμε πατρίδα, φωνή, πρόσωπο —
Την φτερωτή αλήθεια της Σαμοθράκης.
photo by Greek News and Radio FL















































