Εκείνη την ημέρα είχε ξημερώσει πρόωρα και καθώς ήμουν ακόμα ξαπλωμένος στο κρεβάτι, αναρωτιόμουν αν εκείνη είχε αλλάξει καθόλου, κι αν είχε ακόμα βαμμένα τα μαλλιά της. Όλοι όσοι μας ήθελαν μαζί, είχαν απογοητευθεί σίγουρα, αλλά βλέπεις, αυτά τα πράγματα ποιος άλλος τα ορίζει εκτός από τα εμπλεκόμενα μέρη; Ήθελε να φύγει, ήθελε να τραβήξει το δρόμο της χωρίς εμένα και το έκανε. Δεν μπορούσα να της το απαγορέψω, ούτε μπορούσα να την κρατήσω κοντά μου με το ζόρι. Έτσι δεν είναι; Πέραν αυτού, όταν κάποιος θέλει να φύγει από κάπου, φεύγει! Όλα τα υπόλοιπα τα σχετικά με το “θέλω να φύγω αλλά δεν… το ένα και δεν… το άλλο”, είναι απλά ανόητες δικαιολογίες που σημαίνουν ένα και μόνο πράγμα: “Δεν θέλεις να φύγεις”, ή άντε να το μαλακώσω λίγο και να μην είμαι τόσο απόλυτος: “Δεν είσαι έτοιμος ακόμα για να φύγεις”. Ήθελε να φύγει και έφυγε. Τελεία και παύλα. Να πάει λοιπόν στο καλό και να περνάει όμορφα εκεί που διάλεξε να πάει. Όσο για μένα, θα βρω κι εγώ το δρόμο μου κι ας είναι προς το παρόν όλα μπερδεμένα.
Το μαύρο πάντα μου άρεσε κι ας σημαίνει για πολλούς ανθρώπους πένθος. Σημαίνει όμως και άτομο που είναι κλεισμένο στον εαυτό του και λειτουργεί σαν προειδοποίηση για τους άλλους με το σήμα: “Μην πλησιάζετε”. Αυτό ήθελα κι εγώ και τυλίχτηκα στα μαύρα; Από τη μια μεριά ήθελα να απαλλαγώ από το μαύρο, αλλά από την άλλη, μου άρεσε –όπως είπα- σαν χρώμα και εξακολουθεί να μου αρέσει. Ανεξάρτητα από το τι θα κάνω με το συγκεκριμένο αυτό χρώμα, πενθώ ή δεν πενθώ για κάτι, αυτό είναι δικός μου λογαριασμός. Έτσι δεν είναι; Δεν αφορά κανέναν, παρά μόνον αυτούς που διαλέγω εγώ για να τους πληροφορήσω και να μπερδευτούν κι αυτοί μαζί με μένα αφού όλα είναι μπερδεμένα.
Όταν την πρωτοείδα, φορούσε μαύρα, και μου είπε ότι ήταν σε διάσταση. Έμενε σε ένα υπόγειο, αλλά με διαβεβαίωσε ότι σύντομα θα πάρει διαζύγιο και άνοιξε ένα βάζο με μαρμελάδα. Τη βοήθησα να το αδειάσει και αφού καταλήξαμε με το αυτοκίνητο όσο μπορούσαμε πιο μακριά, χωρίσαμε μέσα στη θλιβερή νύχτα και συμφωνήσαμε ότι αυτό είναι το καλύτερο και για τους δυο μας, μέχρι τουλάχιστον να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Την ώρα όμως που έφευγα, την άκουσα να λέει ότι θα συναντηθούμε ξανά κι ας είναι όλα μπερδεμένα.
Είχαμε συναντηθεί μέσα στην οικονομική κρίση και στην ανεργία και ευτυχώς που βρήκα μια δουλειά, διαφορετικά δεν θα μπορούσα να την κεράσω ούτε καφέ. Η δουλειά βέβαια δεν ήταν της αρεσκείας μου αλλά αυτό δεν με πείραζε. Αυτό που με πείραζε περισσότερο, ήταν ότι τη δουλειά αυτή δεν “την είχα”. Ήμουν δηλαδή άσχετος από ξυλουργεία και ξαφνικά είχα βρεθεί να κόβω ξύλα. Άσε δηλαδή που μια μέρα μου έφυγε το τσεκούρι από τα χέρια και έπεσε ακριβώς εκεί που είχα το πόδι μου. Ευτυχώς που πρόλαβα και το τράβηξα. Χίλιες φορές να μαγείρευα ξόρκια στο μαγειρείο της μάγισσας. Θα με ρωτήσεις τώρα πού ξέρω εγώ να μαγειρεύω ξόρκια; Δεν ξέρω αλλά στο ξυλουργείο ρε παιδί μου κοψομεσιάζομαι. Ή θα μπορούσα –ας πούμε- να γίνω ψαράς και να ψαρεύω από τη βάρκα. Το θέμα είναι ότι μπορεί να βρέθηκα με πολλές γυναίκες μέχρι τώρα στη ζωή μου, αλλά τώρα ήμουν μόνος και μάλιστα σε μια εποχή που όλα ήταν μπερδεμένα.
Η δουλειά ήταν κουραστική και σχεδόν καθημερινά στην επιστροφή μου για το σπίτι σταματούσα στο δρόμο για μια μπύρα. Εκεί λοιπόν έγινε η πρώτη μας συνάντηση. Εκεί την είδα μέσα στα μαύρα και την ξεχώρισα. Ήταν σαφέστατα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όλων, γιατί πραγματικά ήταν μία γυναίκα που δεν υπήρχε περίπτωση να μη την προσέξεις. Καθώς όμως σιγά-σιγά το πλήθος αραίωνε και ετοιμάστηκα να κάνω κι εγώ το ίδιο, την είδα να στέκεται πίσω από την καρέκλα μου.
«Είναι εύκολο να ξέρω το όνομά σου;»
Μου κόπηκε η λαλιά και πού να βρω λέξεις να απαντήσω; Ομολογώ ότι τα έχασα καθώς αντιλήφθηκα ότι τα μάτια της σπούδαζαν τις γραμμές του προσώπου μου και ένιωσα άβολα όταν έσκυψε να δέσει τα κορδόνια των παπουτσιών μου.
«Μα δεν το πήρες χαμπάρι ότι σου λύθηκαν τα κορδόνια; Θέλεις να τα πατήσεις και να πέσεις γλυκέ μου;»
Με πήγε στο υπόγειο σπίτι της, που ήταν κάτω από μία σκάλα, έφερε δύο μπύρες από το ψυγείο και άνοιξε ένα βιβλίο με ποιήματα ενός ποιητή του δέκατου τρίτου αιώνα. Τα λόγια του με χτυπούσαν κατάστηθα, και το αγκάλιασμά της με έστειλε να μπερδευτώ ακόμα περισσότερο αφού όλα ήταν ήδη μπερδεμένα.
Μείναμε αρκετή ώρα εκεί στο υπόγειο μέχρι που νύχτωσε και άρχισε να ακούγεται η μουσική από τα κοντινά νυχτερινά μαγαζιά. Δεν πίστευα σ’ αυτό που μου συνέβαινε. Ήμουν μόνος και ξαφνικά βρέθηκα συντροφιά με μία γυναίκα που την ήθελαν χίλιοι άντρες αλλά την είχα εγώ. Ο αέρας μύριζε επανάσταση σα να βρισκόμασταν στον αμερικανικό νότο την εποχή των σκλάβων και ο καθένας πούλαγε ότι είχε και δεν είχε για να την αποκτήσει, αλλά την είχα εγώ και αυτό ήταν το μόνο πράγμα που ήξερα. Την είχα εγώ. Ήξερα όμως πολύ καλά ότι όπως εγώ, έτσι κι εκείνη ήταν μπερδεμένη μέσα σ’ όλα αυτά που ήταν ήδη μπερδεμένα.
Όλο αυτό, με εντυπωσίασε και εκείνη το κατάλαβε.
«Δεν χρειάζεται –μου είπε- να το πολυσκέφτεσαι. Ζήσε τη στιγμή. Γνωρίζω τους περισσότερους απ’ αυτούς που βρίσκονται τριγύρω. Μερικοί είναι καθηγητές, άλλοι είναι γιατροί, άλλοι δικηγόροι, υπάλληλοι, ξυλουργοί, εργάτες αλλά όλοι τους είναι απλά σύζυγοι. Ακριβώς αυτό. Είναι απλά σύζυγοι και τίποτα περισσότερο. Δεν ξέρουν τι να κάνουν με τη ζωή τους. Εσύ όμως είσαι ακόμα “στο δρόμο” έτσι δεν είναι; Δεν έχεις παραιτηθεί από τη ζωή σου και αυτό φαίνεται. Σε κοίταξα από διαφορετική οπτική γωνία, αλλά αυτό που με τράβηξε περισσότερο σε σένα, είναι ότι όπως εγώ, έτσι κι εσύ είσαι μπερδεμένος. Κάνω λάθος;»
«Άσχετα απ’ αυτό, ξέρω κι εγώ ότι θα ξαναβρεθούμε».
«Και βέβαια θα ξαναβρεθούμε. Όταν όλα όμως θα έχουν ξεκαθαρίσει, γιατί τώρα είναι όλα μπερδεμένα».
photo xusenru, https://pixabay.com

















































