Την Λίνα, ένα ευαίσθητο κορίτσι, κάθε φορά που ερχόταν τα Χριστούγεννα καθώς έκλειναν τα σχολεία για τις διακοπές των γιορτών, την πλημμύριζαν τα ομορφότερα συναισθήματα!
Της άρεζαν τόσο πολύ τα διάφορα στολίδια με τα οποία στόλιζαν τα δέντρα τους οι άνθρωποι καθώς και τα πολύχρωμα φωτάκια που λαμπύριζαν σε κάθε παράθυρο των σπιτιών που παρατηρούσε.
Τις παγωμένες νύχτες του Δεκέμβρη, καθόταν ώρες στο μικρό παράθυρο του σπιτιού της να κοιτά σε μεγάλη απόσταση όλη αυτή την πανδαισία χρωμάτων, λες και άναβαν διάφορα μικρά κεράκια σε κάθε σπίτι μέχρι αργά που την έπαιρνε ο ύπνος.
Και τότε, ονειρευόταν αυτά που έβλεπε στις χριστουγεννιάτικες κάρτες: την φάτνη του Χριστού, τις όμορφες κόκκινες μπάλες και τοπία γεμάτα στο χιόνι. Αχ αυτό το χιόνι! Πόσο το λαχταρούσε!
Ονειρευόταν ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι μες το δάσος, ενα μικρό τζάκι με κούτσουρα να καίνε μέρα – νύχτα, κι ένα δεντράκι δίπλα απ’το παράθυρο στολισμένο με όμορφες πολύχρωμες γιαλιστερές μπάλες!
Κι όταν ξυπνούσε, έπιανε στα χέρια της τις ζωγραφιές που αγόραζε απο το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς με Αγιοβασίληδες γελαστούς, με χρυσόφτερους αγγέλους, τους μάγους με τις καμήλες και τα δώρα, το φωτεινό αστέρι κι ένα σωρό άλλες Χριστουγεννιάτικες παραστάσεις με μπόλικη κολλημένη χρυσόσκονη!
Τις στόλιζε σε όλο το μικρό δωμάτιό της μα τις περισσότερες τις έβαζε στα τζάμια του παραθυριού της.
Καθώς παρατηρούσε όλες τις ζωγραφιές, παντα της έλειπε ένα δέντρο.
Ένα αληθινό δέντρο, που η αύρα του θα έφερνε τη χαρά σε όλους μέσα στο σπίτι.
Για χρόνια η μαμά της στόλιζε ένα τόσο δά μικρό δεντράκι σε γλαστράκι με δυό- τρεις μικρές μπαλίτσες και το έβαζε στη μέση του τραπεζιού την μεγάλη μέρα των Χριστουγέννων.
Όμως η Λίνα ήθελε μια άλλη διακόσμηση στο σπίτι καθώς μεγάλωνε. Κι αυτά τα Χριστούγεννα ήρθαν λες και την περίμεναν χρόνια.
Μικρό κορίτσι, εντεκάχρονο, έβλεπε οτι στο σπίτι υπήρχε μεγάλη οικονομική δυσχέρεια για τέτοιες διακοσμήσεις στο νου της. Ο πατέρας της, καιρό άρρωστος, πάλευε πολύ σκληρά για να τα φέρει βόλτα.
Η μαμά συμπαραστεκόταν στον πατέρα καθώς και στα άλλα δύο αδέρφια της Λίνας με όσες δυνάμεις της έδινε ο Θεός. Η Λίνα άν και μικρή έμοιαζε μεγαλύτερη. Ήταν το πιο ώριμο παιδί μέσα στην οικογένεια.
Πως να ζητήσει όμως απ’ τον πατέρα της να της φέρει ένα αληθινό δέντρο απ’ το κοντινό δασάκι;
Απέφευγε να το πει λόγω της κατάστασης που υπήρχε. Δεν ήθελε να τον φέρει σε δύσκολη θέση. Αρκετά τον απασχολούσε η ασθένειά του τα τελευταία χρόνια..
Χωρίς να φανερώσει την επιθυμία της σε κανέναν μέσα στο σπίτι, ένα κρύο πρωινό του Δεκέμβρη πήρε την απόφαση ν’ ανέβει μόνη στο βουνό και να ψάξει για το δεντράκι που θα άλλαζε την διάθεσή της καθώς και όλης της οικογένειας.
Ήταν παιδί τολμηρό. Μ’ ένα μικρό μαχαιράκι της κουζίνας κρυμμένο στην τσέπη του παλτού της ανέβαινε όλο και ψηλότερα ψάχνοντας ενα δέντρο.
Αν και τώρα ο παγωμένος αέρας έτσουζε το πρόσωπό της, η άπλετη χαρά και ελπίδα που ένοιωθε καθώς ανηφόριζε, της ζέσταινε συνεχώς το χαμόγελό της.
Κάποια στιγμή, λαχανιασμένη βρέθηκε σ’ ένα γνωστό γι’ αυτήν ξέφωτο του δάσους, μιας και απο μικρή ανέβαινε συχνά με τη μαμά και τ’ αδέρφια της, τις ανοιξιάτικες μέρες σε αυτό το σημείο για αγριολούλουδα.
Παρατηρώντας για ώρα πολλή, αντίκρισε ενα πανέμορφο φουντωτό μικρό καταπράσινο δεντράκι στο πλάι μιας μικρής βελανιδιάς.
Για λίγη ώρα είχε μείνει αποσβολωμένη θαυμάζοντάς το. Με γρήγορα βήματα λες και πετούσε σαν μικρή νεραιδούλα, βρέθηκε δίπλα απο τον κορμό του. Ομως το αδύναμο “εργαλείο” με το οποίο επιχειρούσε να το κόψει ήταν σχεδόν άχρηστο.. Το δεντράκι ήταν στη θέση του.
Η μικρή Λίνα, άρχιζε να απελπίζεται.. Έκατσε δίπλα του στα νοτισμένα ξερόκλαδα απο την βραδινή πάχνη και μονολογούσε.. Απευθυνόταν όμως στο δέντρο ρωτόντας το.
_Γιατί δεν θέλεις να έρθεις στο σπίτι μου; Ξέρεις πόσο καιρό σε λαχταρούσα; Ξέρεις τι χαρά θα δώσεις σε όλους μας και προπάντων στον πατέρα που είναι άρρωστος;
Κάνε μου τη χάρη σε παρακαλώ.. Μη μου κάνεις δύσκολη τη μέρα μου. Χρόνια περίμενα αυτή τη στιγμή…
Ηταν τόσο απογοητευμένη και δυό καυτά δάκρυα κύλισαν απο τα ολοστρόγγυλα μαύρα μάτια της στη ρίζα του δέντρου, δίχως να το καταλάβει…
Σε λίγο άκουσε θόρυβο κοντά στο σημείο όπου βρισκόταν και σηκώνοντας το θλιμμένο βλέμμα της αντίκρισε ενα ζευγάρι περιπατητών να παρατηρούν με πολλή συμπάθεια την μικρή Λίνα. Προφανώς είχαν ακούσει τον μονόλογό της και αμέσως βοήθησαν το κορίτσι να πάρει το πολυπόθητο δέντρο της.
Η χαρά της Λίνας, ήταν απερίγραπτη! Αμέσως άστραψε το πρόσωπό της κι ενα πλατύ χαμόγελο διαγράφηκε στα κόκκινα μάγουλά της ευχαριστώντας τους άγνωστους ανθρώπους που την βοήθησαν να πραγματοποιήσει την κρυφή επιθυμία που είχε τόσα χρόνια!
Τέτοια χαρά δεν είχε νιώσει με κανένα δώρο που της είχαν κάνει έως τώρα! Τώρα δεν έβλεπε την ώρα να το πάει στο σπίτι της και καμάρωνε για το όμορφο καταπράσινο δεντράκι!
Κρατώντας το απο τον κορμό ένιωθε τρισευτυχισμένη!
Ήδη απο το κρύο και την ταλαιπωρία της,είχαν σκάσει τα χείλη της.. Όμως η Λίνα αυτά δεν τα υπολόγιζε.Αρκεί που σε λίγο όλο το σπίτι θα άλλαζε όψη!
Καθώς κατέβαινε τα σκαλιά του σπιτιού της, όσοι την έβλεπαν την θαύμαζαν!
_Μα πως το έφερες εδώ, της είπε η μαμά. Πως μπόρεσες; Η Λίνα εξήγησε στη μαμά καθώς και τ’ αδέρφια της για την κρυφή επιθυμία που κρατούσε χρόνια στην καρδιά της!
Αμέσως ο πατέρας χαμογελώντας το μετέφερε στη μεγάλη κουζίνα για να το καμαρώνουν όλοι! Το πλατύ χαμόγελο του πατέρα, ήταν γι αυτήν το πιο όμορφο δώρο των Χριστουγέννων!
Μοσχοβολούσε όλο το σπίτι φρεσκάδα κι ομορφιά!
Το ίδιο απόγευμα, ο πατέρας αγόρασε τα πρώτα φωτάκια σε σχήμα μαργαρίτας και σαν πλησίασε η νύχτα τα στόλισε! Κι εκείνα αναβόσβηναν ακούραστα σκορπώντας την όμορφη πολυχρωμία τους απο την κορυφή του δέντρου μέχρι τα τελευταία του κλωνάρια!
Όλη τη νύχτα η Λίνα έμεινε σαν μαγεμένη να κοιτά το πρώτο αληθινό δέντρο στο σπίτι τους! Ευτυχισμένη πια, περίμενε φέτος τα πιο όμορφα Χριστούγεννα που της έφεραν τόση χαρά!
Δεν την ένοιαζε που δεν είχε καινούργια παπούτσια, ρούχα, η παιχνίδια. Αυτό το δώρο, ήταν το ομορφότερο της ζωής της κι ακόμη το θυμάται κάθε φορά που έρχονται τα Χριστούγεννα, όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει…
photo congerdesign, https://pixabay.com