Η οικογένεια Αντωνιάδου στα χρόνια τής Τουρκοκρατίας μετανάστευσε στη Σκύρο, όπου και εγκαταστάθηκε. Εκεί γεννήθηκε και η Αγαθονίκη. Ο παππούς της Αντωνάκης Σταματίου ήταν πληρεξούσιος τής Σκύρου και των Βορείων Σποράδων στην Εθνοσυνέλευση τού Άργους. Πατέρας της ήταν ο Γεώργιος Αντωνιάδης και αδελφός της ο Θαλής Αντωνιάδης, ένας εκ των ιδρυτών τής Θεολογικής Σχολής τής Χάλκης, νομικός και λογοτέχνης, καθώς και πρόεδρος τού Φιλολογικού Ομίλου «Παρνασσός».
Η Αγαθονίκη φοίτησε ως εσωτερική μαθήτρια στο Αρσάκειο Αθηνών και το 1874 τιμήθηκε με το Ράλλειο βραβείο τής Φ.Ε. Επέστρεψε στη Σύρο όπου πραγματοποίησε ανώτερες σπουδές σε ένα από τα τρία παρθεναγωγεία τής Ερμουπόλεως. Διατέλεσε διευθύντρια τού Κεντρικού Παρθεναγωγείου Σερρών και τού Εθνικού Ιωακειμιδείου Παρθεναγωγείου Κωνσταντινουπόλεως. Ανήκε στον πυρήνα των συνεργατών τής Καλλιρρόης Παρρέν, στον οποίο συγκαταλέγονταν δασκάλες, επιστήμονες, ποιήτριες, πεζογράφοι, λόγιες, αλλά και γυναίκες με μεγάλο κοινωνικό κύρος και φιλανθρωπική δράση. Υπήρξε από τις συντάκτριες τού εντύπου «Εφημερίς των Κυριών». Το 1897, για λόγους ασφαλείας, επέστρεψε από την Κωνσταντινούπολη στην Σκύρο. Έζησε τα υπόλοιπα χρόνια τής ζωής της απομονωμένη στο Μανιπιό, το βυζαντινό Μαγγιπείον, στο τεράστιο οικογενειακό της κτήμα στην Επισκοπή τής Σκύρου. Πέθανε στην Αθήνα το 1928. Το όνομά της έχει δοθεί σε οδό στον Δήμο τής Νέας Σμύρνης.
Η Αγαθονίκη Αντωνιάδου ήταν συνεργάτις τής Καλλιρρόης Παρρέν.
Η Αγαθονίκη είχε μεγάλη μόρφωση. Έγραψε παιδαγωγικές μελέτες, καθώς και ένα σύγγραμμα για τη Σκύρο, που ήταν και ο τόπος καταγωγής της. Τα περισσότερα ποιήματά της, που στο σύνολο τους παραμένουν ανέκδοτα, ήταν γραμμένα στην καθαρεύουσα τής εποχής της και εξέφραζαν με λυρικό τόνο την αγάπη. Στο βιβλίο τής Μαρίας Αναστασοπούλου «Καλλιρρόη Παρρέν. Η ζωή και το έργο της. Η συνετή απόστολος τής γυναικείας χειραφεσίας» περιλαμβάνονται 8 επιστολές από την αλληλογραφία τής Παρρέν με την Αγαθονίκη Αντωνιάδου. Η ανιψιά τής Αντωνιάδου, λαογράφος και ποιήτρια Νίκη Πέρδικα παρουσίασε στο κοινό τής Αθήνας την ξεχασμένη ποιήτρια τού 19ου αι. με ομιλία της στο Λύκειο των Ελληνίδων.
Από μίαν Διάλεξιν : Η Άγνωστος Ποιήτρια Αγαθονίκη Αντωνιάδου από την ανιψιά της Νίκη Πέρδικα (1887-1962)
Μέσα εἰς τὴν κομψὴν αἴθουσα τοῦ Λυκείου τῶν Ἑλληνίδων καὶ ἐνώπιον μιᾶς ἐκλεκτῆς ὁμηγύρεως ἡ κυρία Νίκη Λ. Πέρδικα, σύζυγος τοῦ καλοῦ φίλου τῆς «Εἰκονογραφημένης», μᾶς ἀπεκάλυψε μίαν ἄγνωστον ποιήτρια καὶ τὸ ἔργον της, τὸ ὁποῖον βέβαια δὲν πρέπει νὰ μείνει ἐπίσης ἄγνωστον. ‘Ὁ Δάγκειος πέρυσι μεταξὺ τῶν θυμάτων του συγκαταρίθμησε καὶ τὴν Ἀγαθονίκην Ἀντωνιάδου. Καί, ὅπως συμβαίνει πάντοτε, ὁ θάνατός της μᾶς παρουσιάζει τὸ ἔργον της, τὸ ὁποῖον τόσον καιρὸν ἔμεινε εἰς τὰ βάθη τῆς ἀφανείας.
Ἡ κ. Πέρδικα, ἡ ὁποία ἀνέκαθεν ἐθεωρεῖτο ὡς πρώτης τάξεως διαλέκτρια, μὲ τὸ ρομαντικό της ὕφος, ἀπέριττο εἰς ρητορικὰ σχήματα, λιτό, ἀφηγηματικό, συνεπῆρε τὸ ἀκροατήριόν της καὶ τὸ μετέφερε εἰς τὸ ρομαντικὸ νησί, τὴν Σκῦρο, ἐκεῖ ὅπου ἐγεννήθη ἡ ποιήτρια, ἐκεῖ ὅπου ἐτραγούδησε τὸν βαθὺ πόνο διὰ τὴν Ζωὴ καὶ διὰ τὴν Φύσιν. Ἡ Ἀγαθονίκη Ἀντωνιάδου, μᾶς πληροφόρησε ἢ κ. Πέρδικα, ἐγεννήθη εἰς τὴν Σκῦρο κατὰ τὸ 1854.
Κόρη καλῆς καὶ ἀρχοντικῆς τῆς νήσου οἰκογένειας, ἐσπούδασε εἰς τὸ ἐν Ἄθήναίς Ἀρσάκειου, διακριθεῖσα πάντοτε μεταξὺ τῶν συμμαθητριῶν της καὶ λαβοῦσα καὶ τὸ Ράλλειον βραβεῖον. Μεγάλωσε μέσα εἰς «τοὺς θρύλους καὶ τὰς παραδόσεις τῆς τόσον ποιητικῆς νήσου, μὲ τοὺς ἄγριους βράχους ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ τῆς ἤρεμες ἀπὸ τὸ ἄλλο ἀμμουδιές, μὲ τὰ θαυμάσια φυσικὰ σπήλαια, τὰ γεμᾶτα ἀπὸ σταλακτῖτες. μέσα εἰς τὰ ὅποια ἡ ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου σκορπίζει χίλια χρώματα, ποὺ τὰ κάνουν νὰ φαίνονται σὰν τὰ ὀνειρεμένα τῶν παραμυθιῶν παλάτια». Ἡ ποιήτρια διέμενε εἰς τὸ ὡραῖον της ἐξοχικὸν κτῆμα, εἰς ἐν δωμάτιον τοῦ ὁποίου εἶχε στήσει καὶ τὸν «ἀργαλειό» της. Πρὸ ἐτῶν μάλιστα ἐπῆρε καὶ βραβεῖον,εις τὴν ἔκθεσιν τῶν Ὀλυμπίων, δι’ ἕνα τάπητα ποὺ εἶχε ὑφάνει μόνη της. Μέσα εἰς αὐτὸ τὸ τόσο ποιητικὸν περιβάλλον εὑρισκομένη ἡ Ἀγαθονίκη Ἀντωνιάδου, ἀρχίζει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ αἰσθάνεται καὶ ἐκείνη, ὅτι μπορεῖ καὶ μόνη νὰ στιχουργεὶ καὶ δειλὰ—δειλά γράφει τὰ πρῶτα της ποιήματα, ὕμνους πρὸς τὴν γύρω της Φύσιν.
Ἡ Ἀγαθονίκη ὑπῆρξε μία τῶν τακτικωτέρων συνεργατριὼν τῆς Ἐφημερίδος τῶν Κυριῶν, τοῦ μοναδικοῦ τότε ὀργάνου τῆς κ. Παρρὲν διὰ τὸν ἀγῶνα καὶ τὴν ἀφύπνισιν τῆς γυναικός, γράφουσα διάφορα ποιήματα ἢ πεζὰ καὶ μελέτας παιδαγωγικά;. Ἐπίσης διάφορα ἠθογραφικά! περὶ Σκύρου διατριβαί καὶ ἄλλα φιλολογικὰ ἄρθρα εὑρίσκονται δημοσιευμένα εἰς τὰ πρῶτα τῆς ἐκδόσεως τῆς Ἐφημερίδος τῶν Κυριῶν ἔτη. Ἡ ποιήτρια σπουδαῖον ρόλον ἔπαιξεν εἰς τὰς Σέρρας, ὅπου παρέμεινε ἐπὶ ἀρκετὰ ἔτη ὡς διδασκάλισσα κατ’ ἀρχὰς καὶ ὡς διευθύντρια κατόπιν του ἐκεῖ Παρθεναγωγείου, ἐκτιμωμένη καὶ ἀγαπωμένη ἀπὸ ὅλους, φωτίζουσα καὶ διατηροῦσα ἄσβεστον τὸ Ἑλληνικὸν αἴσθημα μέσα στὴν καρδιὰ τῶν Ἑλληνοπαίδων .
Παντοῦ εἰς ὅλας της τὰς πράξεις, εἰς ὅλας τῆς τὰς σκέψεις, ὑπάρχει ριζωμένη ἢ πεποίθησις καλλίτερος, μιᾶς ἄλλης ζωῆς. Θεωρεῖ τὸν ἑαυτόν της προνομιοῦχον διότι πολὺ ἐδοκιμάσθη εἰς τὴν ζωήν. «Δυστυχής, γράφει κάπου, εἶναι ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ προβαίνει ἄνευ δυσκολιῶν, ὥστε εἰς τὸ πρῶτον παρουσιασθὲν ἐμπόδιον καταλαμβάνεται ὑπὸ ἀπελπισίας καὶ τοῦ εἶναι ἀφόρητος ἡ ζωή Ἂν ἡ καλωσύνη, ἢ μετριοφροσύνη, ἢ σεμνότης, ἢ (ὀμορφιὰ τῆς ζωῆς διδάσκονται κυρίως μὲ τὰ ἔργα, τότε ἀσφαλῶς ἡ Ἀγαθονίκη Ἀντωνιάδου ἦτον εἰς τὸν κύκλον της ἡ μεγαλειτέρα παιδαγωγός, ὄχι μόνον ὅταν ἐδίδασκε, ἀλλὰ καὶ ἰδιωτεύουσα εἰς τὴν Σκῦρο, καὶ ὅταν ὁ θάνατος ἦλθε νὰ κλείση γιὰ πάντα τὰ τόσο ζωηρὰ ἀκόμη μάτια της, ἠμποροῦσε νὰ κοιμηθῇ ἀφόβως μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον της ἡ καλὴ Χριστιανή, καλὴ Ἑλληνίς, εὐθὺς καὶ εἰλικρινὴς χαρακτήρ, καλὸς ἄνθρωπος!.. Κατά τήν διάρκειαν τῆς διαλέξεως ή δις Κεραμοπούλου, ή γνωστή καλλιτέχνις τῆς απαγγελίας, κατασυνεκίνησε τούς παρισταμένους με δύο – τρία ποιήματα τής Αντωνιάδου, των όποιων παραθέτομεν καί μερικούς στίχους:
Κουφὸς ὁ χρόνος κι’ ἄστοργος πετᾶ μὲ τὰ φτερά του, τυλίγει καθεμιᾶς ζωῆς ἀλύπητα τὸ νῆμα, τὴ λήθη, τὴν καταστροφὴ σκορπᾶ στὰ βήματά του μὰ τὴν καρδιά μου καὶ τὸ νοῦ κρατεῖ εἰς ἕνα μνῆμα
Ἥλιος βγαίνει, ἔρχεται ἡ φωτεινὴ ἡμέρα, βρὸχὴ καὶ χιόνια κ’ ἄνεμοι καὶ κύματα περνοῦνε, τὴ μέρα τὴν ἀκολουθεῖ ἡ σκοτεινὴ ἑσπέρα, μὰ τὰ πικρά μου δάκρυα ποτὲ δὲν σταματοῦνε.
Καὶ ἀπὸ τὴν «Μυρτιὰ»· Σιμὰ σὲ βρύσι καθαρὴ σὲ μιὰ μεριὰ δροσάτη φυτεύθηκε καὶ ρίζωσε μυρτιὰ καμαρωμενη, ποὺ πάντοτε βρισκότανε ἀπὸ μορφιὰ γεμάτη καὶ πάντοτε οἱ κλῶνοι της ἀπ’ ἄνθη χιονισμένοι.
Τὰ τελευταῖα λόγια τῆς εὐφραδεστάτης διαλεκτρίας ἐκάλυψαν ραγδαῖα καὶ ἀνεπιτήδευτα χειροκροτήματα ἐκ μέρους τῆς ἐκλεκτῆς ὁμηγύρεως, ἐν τφ μὲσφ τῆς ὁποίας διεκρίνετο ἡ ἐρίτιμος δέσποινα κ. Κ. Τρικούπη, ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Σπύρ. Τρικούπης μετὰ τῆς Κας Τρικούπη ὁ κύριος καὶ ἡ κυρία Φ. Βάμβα κλπ.
Πηγές:
1.Παναγιώτα Αν. Ατσαβέ
φιλόλογος – ιστορικός
Το κείμενο βασίζεται σε πληροφορίες από το βιβλίο τής Αθηνάς Ταρσούλη «Ελληνίδες ποιήτριες» και τη μελέτη τής Νίκης Πέρδικα «Δύο Σκυριανές ποιήτριες».
2.Έρευνα Δημήτρη Συμεωνίδη JP
Η Εικονογραφημένη. Περίοδος Β έτος ΙΖ. Διευθυντής Δ.Βρατσάνος.Αριθ. 198.Απριλόλιος 1929 .
Άρθρον: Από μίαν Διάλεξιν : Η Άγνωστος Ποιήτρια Αγαθονίκη Αντωνιάδου από την ανιψιά της Νίκη Πέρδικα
3.Οδωνυμικά της Νέας Σμύρνης: οι ονομασίες των οδών
Συγγραφείς: Δεσποτοπούλου, Αλεξάνδρα, Φουντουλάκη, Μαρία
Arsakeio.gr

















































