Στέκομαι στο κατώφλι ενός παράξενου Μεγάρου
Είναι καφενείο,
Καζίνο ή πορνείο;
Τα φώτα απ’ τις ρεκλάμες με θαμπώνουν
Τα γαυγίσματα με τρελαίνουν στο απόγειο
Του ηδονισμού της μοιραίας απόλαυσης.
Στέκομαι σαν άγαλμα χωρίς να ξέρω τι περιμένω,
Ούτε μπαίνω, ούτε βγαίνω.
Η πόλη πόρνη με κοιτάζει με λάγνα μάτια.
Ο Νοέμβριος σπρώχνει τα κίτρινα φύλλα
Μπροστά στα πόδια μου προκλητικά
Σαν πρόσκληση στο πουθενά της αποδημίας του πάθους.
Ποιες συνήθειες αιχμαλωτίζουν τα πόδια μου
Να μου στερήσουν το πέταγμα του φλογερού ορίζοντα;
Ούτε μπαίνω, ούτε βγαίνω.
Φουμάρω ένα κεραυνοβόλο σύννεφο
Και ο ουρανός μου ξεσκίζει τα σωθικά της μνήμης.
Αποτσίγαρα θλίψης σβήνουν πάνω στο στέρνο μου
Μαύρα στίγματα από οδυνηρούς συμβιβασμούς.
Το τσιγάρο έκαψε τα δάχτυλα της επιθυμίας
Χαμογέλασε ένοχα για στερνή φορά και ξεψύχησε
Πάνω από το μαντρότοιχο μιας μοιραίας απόδρασης.
Σηκώνω το πόδι πατώντας θρυμματισμένα γυαλιά αμαρτίας.
Ούτε μπαίνω, ούτε βγαίνω.
Ο αέρας στροβιλίζει τα κίτρινα φύλλα πάνω στο τσιμέντο
Σαν σκληρές υποψίες στα χέρσα χωράφια του χρόνου.
Τι σκέφτεσαι αμαρτωλέ, τι σχεδιάζεις ξένε;
Ο αέρας μου αρπάζει το ξεκούμπωτο πουκάμισο
Και χα, χα, χα μαστιγώνει σαν κλόουν
Την αιχμάλωτη αναμονή της κουρελιασμένης αγαθοσύνης.
Αστράφτει πάνω από τις στέγες.
Το δάκρυ τ’ ουρανού προσπαθεί να πλύνει
Το κηλιδωμένο πρόσωπο της μέρας.
Πόσους αιώνες η αθωότητά μου περιπλανιέται
Μπροστά από τα πορνεία της απατηλότητας
Παλεύοντας με πληρωμένες συνουσίες από πικρούς θανάτους;
Ούτε μπαίνω, ούτε βγαίνω.
Το θηλυκό χαμόγελο του δειλινού πώς να το αδράξω
Γλίστρησε αστραπιαία σαν χαμένη ανάμνηση,
Μου άφησε μια γεύση πικραμύγδαλου
Κούνησε το ροδαλό χεράκι και χάθηκε.
Μια εκκωφαντική μουσική με πέταξε στους σκοτεινούς διαδρόμους
Η τυφλή μνήμη, ψάχνει χαμένες αγάπες,
Σε μια χαμένη Ατλαντίδα.
Είμαι ένα άγαλμα απόγνωσης στο βάθρο
Της ευνουχισμένης συνείδησης του κόσμου.
Ούτε μπαίνω, ούτε βγαίνω.
photo donterase / https://pixabay.com