Μέσ´την καρδιά μου μια εικόνα κι ένας πόνος,
θες να ξεφύγεις μα ατέλειωτος ο δρόμος,
μάνα μ´ένα παιδί στην αγκαλιά
κι ένα μαντήλι στα λυμένα σου μαλλιά.
Πέφτουν οι βόμβες στο χωριό μας σαν χαλάζι,
παντού φωτιές κι όλη η γη κόλαση μοιάζει.
Εσύ πατέρα στο χακί να πολεμάς
μα εγώ φοβάμαι πως δεν νοιάζεσαι για μας.
Είδα το σπίτι μας στις φλόγες τυλιγμένο
κι ένοιωσα τότε ένα κάρβουνο αναμμένο
μεσ´την καρδιά μου τη μικρή,
γεύση στο στόμα μου πικρή.
Κλείνω τα μάτια μου, βλέπω κυνηγημένους
νοικοκυραίους, άρχοντες ξεσπιτωμένους,
γερόντους, άρρωστους, μανάδες και παιδιά,
κομματιασμένους από τ´άγρια θεριά.
Χρόνια ολάκερα πονώ, δεν κλείνω μάτι,
με φαρμακώνει της Πατρίδας το κομμάτι,
που το βαραίνει η σκλαβιά
και μου ματώνει η καρδιά.
photo WiR_Pixs / https://pixabay.com