Βασισμένο σε αληθινά γενονότα – μια ιστορία σε συνέχειες
Το Λαχείο της Πρωτοχρονιάς
Τα πρωτα χρονια του γάμου ήταν πολύ δύσκολα, η ζωή μας ήταν πολύ δύσκολη. Όταν παντρευτήκαμε, δεν ήταν ότι πεινούσαμε, αλλά δεν είχαμε χρήματα. Ζούσαμε μόνο με τον μισθό του και ήταν και χρεωμένος από τον γάμο της αδερφής του και είχε και τα χρέη από την κατασκευή του επιπλέον δωματίου για εκείνην. Τα χρήματα μπήκαν στα χέρια του Τηλέμαχου μόνο όταν κατάφερε και πούλησε το διαμέρισμα που ήταν ως κέρδος από το λαχείο. Ένα λαχείο το οποίο κέρδισε αυτός και δύο φίλοι του και μοίρασαν το κέρδος στα τρία.
Η παρέα που κέρδισε το λαχείο ήταν συνάδελφοι και φίλοι από τη δουλειά. Συνέβη σε μια ταβέρνα, παραμονή Πρωτοχρονιάς, όπου είχαν πάει να φάνε και υπήρχε ένας λαχειοπώλης του Λαχείου της Ένωσης Συντακτών, το οποίο τώρα ονομάζεται Κρατικό Λαχείο. Αυτό το λαχείο προσέφερε διαμερίσματα ως πρώτα βραβεία.
Έτσι, ένα απόγευμα που μπήκαν σε μια ταβέρνα, που είχε κλίμα γιορτινό, μπήκε και ένας λαχειοπώλης, ένας γεράκος, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Αργότερα τον αναζήτησαν για να τον ευχαριστήσουν γιατί ήθελαν να του δώσουν κάτι ως αντάλλαγμα με ευγνωμοσύνη αλλά δεν τον βρήκαν.
Αυτός ο γέρος κρατούσε το λαχείο και τους έλεγε: “Ελάτε, ρε παλικάρια, πάρτε το, είναι το τελευταίο και τυχερό”. Δεν το ήθελαν, αλλά τους πίεσε, λέγοντάς τους ξανά ότι το τελευταίο ήταν και το τυχερό. Το πήραν. Αυτό το λαχείο κόστιζε είκοσι δραχμές. Οι άλλοι δύο έβαλαν εξίμισι δραχμές ο καθένας, και ο Τηλέμαχος έβαλε επτά δραχμές. Αλλά δεν τους είπε ότι έβαλε επτά για να πάρει περισσότερα, το διαίρεσαν στα τρία. Ένας από τους φίλους του κράτησε το λαχείο και απλώς έγραψαν όλα τα ονόματά τους πάνω σε αυτό. Έγραψαν πάνω στο λαχείο “Δημήτρης”, δε θυμάμαι το άλλο όνομα και “Τηλέμαχος”.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ο λαχειοφόρος αριθμός ανακοινώθηκε και όπως κάθε χρόνο, η κλήρωση έγινε στον Φιλολογικό Σύλλογο του Παρνασσού. Ο Τηλέμαχος ήταν κάπου έξω, αλλά οι άλλοι δύο φαινόταν να έχουν ένα προαίσθημα και έμειναν έξω από τον Παρνασσό, ακούγοντας από τα μεγάφωνα τους αριθμούς να βγαίνουνε. Όταν ανακοινώθηκαν οι νικητήριοι αριθμοί, είπαν ότι ο συγκεκριμένος αριθμός στη συγκεκριμένη σειρά κέρδισε ένα διαμέρισμα στην Ομόνοια, ένα ρετιρέ στην οδό Διδότου 42 ή 52, δε θυμάμαι. Τρελάθηκαν από τη χαρά τους, κοιταχτήκανε και είπαν: «Βρε, άκουσες καλά; Καλέ, το άκουσες σωστά αυτό; Πάμε να βρούμε τον Τηλέμαχο! Πάμε να βρούμε τον Τηλέμαχο!!!»
Ψάξανε παντού και τελικά τον βρήκαν στο σπίτι της αδελφής του στο Γαλάτσι. Ήταν Παραμονή Πρωτοχρονιάς και είχε τελειώσει από τη δουλειά και πέρασε από εκεί γιατί ήταν στο δρόμο του. Η αδελφή του είχε ένα ντιβάνι στο δεύτερο δωμάτιο και εκεί καθόταν και ξάπλωνε όποτε πήγαινε. Εν τω μεταξύ, την επόμενη μέρα ήταν η ονομαστική του εορτή -ο Άγιος Τηλέμαχος γιορτάζει Πρωτοχρονιά- και είχε φέρει του κόσμου τα αγαθά στο σπίτι της αδελφής του για να γιορτάσουν. Ήταν πολύ κοινωνικός σε αυτό το θέμα. Στο πατρικό του γιόρταζαν και αυτόν και τη μάνα του τη Βασούλα την ίδια μέρα, την Πρωτοχρονιά και κάνανε μεγάλο γλέντι. Ακόμα και αν δεν είχαμε αρκετές καρέκλες για να κάτσουμε, έπρεπε όλοι να ξέρουν τη γιορτή του και και γίνει τραπέζι. Αφού η αδελφή του παντρεύτηκε και είχε δικό της σπίτι, η γιορτή γινόταν στο σπίτι της και εκείνος έφερνε τα πάντα εκεί. Τον ρώτησαν: «Τι κάθεσαι εδώ; Κερδίσαμε λαχείο, κερδίσαμε λαχείο!»
Όταν τον βρήκαν ήταν ήδη Σάββατο βράδυ και ήταν όλα κλειστά. Η επόμενη μέρα, που ήταν Πρωτοχρονιά και η εορτή του ονόματός του, ήταν Κυριακή, οπότε όλα ήταν επίσης κλειστά. Έτσι, έπρεπε να περιμένουν μέχρι τη Δευτέρα. Αλλά τον πήραν εκείνη την ώρα και όλοι μαζί πήγαν σε αυτό το μέρος και είδαν το σπίτι από έξω. Ήταν σε μια προσφάτως κτισμένη πολυκατοικία. Η Ένωσις Συντακτών πάντα έπαιρνε διαμερίσματα σε νεόκτιστες πολυκατοικίες. Το κοίταξαν και περίμεναν να ξημερώσει η Δευτέρα για να εισπράξουν το λαχείο.
Δεν το έμαθα αμέσως, αυτό είναι το περίεργο. Είχαμε συνεννοηθεί την τελευταία φορά που είχαμε βρεθεί να ξανασυναντηθούμε ανήμερα της Πρωτοχρονιάς το πρωί, έξω από την Βιβλιοθήκη στην Ακαδημίας για να πάμε μαζί να εκκλησιαστούμε λόγω της εορτής του. Είχα πράγματι φύγει από το σπίτι νωρίς το πρωί επειδή η συνάντηση ήταν στις 8:00 π.μ. Έφτασα στο κέντρο της πόλης με το λεωφορείο και συναντηθήκαμε λέγοντας «Καλή Χρονιά» και «Χρόνια Πολλά». Ωστόσο, δεν είχαμε αναφέρει πού θα πάμε, σε ποια εκκλησία θα πηγαίναμε. Εν τούτοις, αυτός είχε παρατηρήσει ότι το διαμέρισμα θα είχε αργότερα ως ενορία τη Ζωοδόχο Πηγή και μου είπε: «Ας πάμε στη Ζωοδόχο Πηγή, είναι κοντά». Καθ’ οδόν, μου είπε: «Έχω κάτι ευχάριστο να σου πω». Ρώτησα «Τι;»
Και εκείνος είπε: «Κερδίσαμε στο λαχείο με άλλους δύο, τον Λάμπρο και τον Δημήτρη». Λάμπρο τον έλεγαν τον άλλο, τους ήξερα από τότε που έρχονταν στην αυλή για τη γιορτή του. «Κερδίσαμε ένα διαμέρισμα στην οδό Διδότου, αριθμός 52 και μετά την εκκλησία, θα πάμε να το δούμε». Και εγώ είπα: «Εντάξει». Εκείνος ήταν κατενθουσιασμένος, αλλά εγώ δε χάρηκα. Σκέφτηκα: «Τώρα ανέβηκαν οι μετοχές του. Αυτός είναι πλούσιος με ένα διαμέρισμα και ένα μισθό, ενώ εγώ… καλημέρα για αύριο». Με είδε κατσουφιασμένη και σε κάποια στιγμή είπε: «Δε σε βλέπω να χάρηκες».
Και απάντησα: «Και χάρηκα και δε χάρηκα. Τώρα που είσαι ο πλούσιος γαμπρός, εμένα θα κοιτάξεις; Θα βρεις άλλες νύφες που έχουν και χρήμα». «Είσαι ανόητη» είπε. «Είσαι ανόητη. Αν ήθελα εγώ πλούτη, πριν γνωρίσω εσένα, υπήρχαν πολλές πάμπλουτες νύφες που με γυρεύανε, με περιουσίες και λεφτά και χίλια δύο. Αν ήθελα, θα μπορούσα να επιλέξω μία από όλες αυτές, έτσι δεν είναι; Έλα, σύνελθε, δεν έχει αλλάξει τίποτα». Και πήγαμε μαζί και το είδαμε από κάτω.
Την επόμενη μέρα, που ξημέρωσε η μέρα του Θεού Δευτέρα, πήγαν και οι τρεις τους μαζί να δείξουν το λαχείο στην Ένωση. Η πρώτη τους πρόταση ήταν να τους το αγοράσει η Ένωση και να τους δώσει χρήματα. Τότε, η Ένωση εκτίμησε το λαχείο σε χίλιες αγγλικές λίρες. Εκείνη την εποχή, ό,τι και να αγόραζες κοστολογούταν σε λίρες. Αλλά μια λίρα ήταν πολύ φθηνή, μια λίρα ήταν εκατόν είκοσι πέντε δραχμές.
Είπαν ότι δεν μπορούσαν να τους δώσουν χρήματα, επειδή αυτό θα υπονόμευε την εμπιστοσύνη των ανθρώπων. «Χωρίς χρήματα -εμείς προσφέρουμε διαμερίσματα. Εσείς αποφασίζετε τι θα κάνετε με αυτό, είτε να το ενοικιάσετε είτε να το πουλήσετε». Κι έτσι, αφού πήραν τα κλειδιά στα χέρια τους και υπέγραψαν συμβόλαιο με την Ένωση, αρχικά αποφάσισαν να το νοικιάσουν. Αλλά μετά από έναν χρόνο, το πούλησαν.
Ο Τηλέμαχος, που ήταν μεγαλωμένος σε χωριό, αγαπούσε πολύ τη φύση. Το χωριό του στην Πελοπόννησο είχε ένα από τα καλύτερα φυσικά τοπία. Μια μέρα λοιπόν, κατά τη διάρκεια μιας αποστολής με την υπηρεσία, πήγε στο Μενίδι. Και πέρασε από έναν εκπληκτικό δρόμο που και από τις δύο πλευρές είχε λεύκες που έφτιαχναν μια καμάρα, ενωνόντουσαν. Εκείνος ξετρελάθηκε με το τοπίο και ήταν ακριβώς μόλις είχε πουλήσει το διαμέρισμα από τα κέρδη του λαχείου.
Αφού είχε παντρέψει την αδελφή του, έκανε μια υπόσχεση στον εαυτό του, ότι αν δεν καταφέρει να χτίσει τουλάχιστον ένα δωμάτιο, δε θα παντρευόταν. Επειδή δεν ήθελε να μπει σε ενοίκιο. Την ίδια περίοδο, μία από τις συμμαθήτριές μου και φίλη μου είχε αρραβωνιαστεί και κάναμε παρέα ως ζευγάρια. Είχαμε βγει μαζί μερικές φορές, πηγαίναμε στο ζαχαροπλαστείο. Εκείνη είχε νοικιάσει ένα δωμάτιο για τον γάμο της, πράγμα που ο Τηλέμαχος δεν το ενέκρινε καθόλου. Ήθελε το δωμάτιο να είναι δικό του. Το είπε και το έκανε.
Έτσι, όταν πούλησε το διαμέρισμα και είδε το δρόμο με τις λεύκες στο Μενίδι, έβαλε σκοπό να κτίσει σπίτι. «Η Αθήνα θα μεγαλώσει και η περιοχή θα πάρει αξία» είπε. Αμέσως, πήγε στους κτηματομεσίτες στο κέντρο της Αθήνας και επειδή φορούσε συνεχώς την στολή του, αυτοί τον υπολόγιζαν. Του έλεγαν: «Καπετάνιε…» επειδή έτσι ονόμαζαν τους άντρες με στολή. «Καπετάνιε, οι άνθρωποι από το Μενίδι δεν πουλάνε οικόπεδα, πουλάνε στρέμματα. Δεν είναι εντός του σχεδίου της πόλης. Δε θα βρείτε οικόπεδα εκεί που είδατε». «Παρ’ όλα αυτά, βρείτε μου ένα στρέμμα» είπε – και του βρήκαν.
Αλλά δεν ήταν προσβάσιμο από τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο επειδή υπήρχε ένα άλλο κομμάτι γης που έπρεπε να αποκτήσουμε για να έχουμε πρόσβαση στο δρόμο. Ο σιδηρόδρομος που περνούσε προς Θεσσαλονίκη ή Χαλκίδα θα διέσχυε και αυτός τον ίδιο δρόμο. Αυτό το κομμάτι γης, ο διάδρομος πρόσβασης, κόστιζε πενήντα λίρες. Εκείνη την εποχή, ήμασταν σχεδόν έτοιμοι να παντρευτούμε. Έτσι, η μητέρα μου πήγε στην Κάλυμνο, μόνη της και πούλησε τρία χωραφάκια βοσκής. Τρία χωραφάκια εκτεθειμένα, ακαλλιέργητα, που μπαίνανε μέσα βοσκοί με τα ζώα τους. Πήγε στο Βαθύ, το οποίο τότε μπορούσες να φτάσεις μόνο με καραβάκι από την Κάλυμνο επειδή υπάρχει ένα βουνό ανάμεσα και είναι στο πίσω μέρος του νησιού. Πήγε μόνη της λοιπόν και βρήκε μερικούς βοσκούς μέσα στα χωράφια και τους τα πούλησε, ζητώντας πενήντα λίρες. Με αυτές τις πενήντα λίρες, επέστρεψε για να με ετοιμάσει για τον γάμο. Ήθελε να μου δώσει λεφτά να πάρω κανένα ρούχο, κανένα κομμάτι έπιπλο.
Εγώ ήμουν εκείνη που του το είπα, η ανόητη. Κάποια στιγμή αυτός με ρώτησε γιατί πήγε η μητέρα μου στην Κάλυμνο και του είπα. Είπε: «Δε λες στη μητέρα σου να μου δώσει τις πενήντα λίρες για να αγοράσω ένα κτήμα που βρήκα στο Μενίδι, να κτίσουμε ένα δωμάτιο για να γίνει ο γάμος;» Το έλεγε και το ξαναέλεγε ότι αν δεν είχε δικό του σπίτι, δε θα παντρευόμασταν. «Όσον αφορά στα έπιπλα και στα ρούχα, θα φροντίσουμε γι’ αυτά».
Εγώ το είπα στη μητέρα μου, που ήταν ένας πολύ απλοϊκός άνθρωπος. Γιατί χωρίς σκέψη, ο άντρας μου θα έπαιρνε τα χρήματα και εγώ δε θα είχα ούτε ένα κομματάκι χαρτί στο όνομά μου. Είπε ότι θα το πει στον πατέρα μου και θα μου δώσει μια απάντηση. Ο πατέρας μου ήταν κι αυτός καλοπροαίρετος άνθρωπος, απονήρευτος. «Πες του να έρθει να πάρει τα λεφτά» είπε. «Αφού είναι για καλό σκοπό» συμπλήρωσε η μάνα μου.
Ο Τηλέμαχος πήρε τα χρήματα και άρχισε να κάνει ενέργειες. Ίσως εξόφλησε κάποια χρέη και, μετά από λίγο, προσέλαβε τον ίδιο εργολάβο που έκτισε και το σπίτι της αδερφής του για να κτίσει και στο Μενίδι. Αλλά αυτό στο Μενίδι ήταν ένα γερό δωμάτιο, όλο κατασκευασμένο με πέτρα.
Πλέον είχε δύο στρέμματα για να κτίσει. Το μικρό κομματάκι γης που αγόρασε επέτρεψε την πρόσβαση έτσι ώστε να μπορούν να φέρουν υλικά και να αρχίσει τις εργασίες. Έκτισε ένα ψηλό σπίτι, έφτιαξε μια μεγάλη πλατφόρμα, φαντάσου ότι είχε τέσσερα σκαλοπάτια για την είσοδο. Στην πλατφόρμα, έχτισε ένα μεγάλο διάδρομο και δύο δωμάτια, ένα αριστερά και ένα δεξιά.
Πλέον αυτό ήταν το σπίτι μας.
(συνεχίζεται)
photo ChiniGaray, https://pixabay.com

















































