EnglishGreek

Η Ελληνική εφημερίδα και το Ελληνικό Ραδιόφωνο της Florida, με έδρα το Miami
The Greek News and Greek Radio in  FL

Σε εκείνους που σκέπτονται πως η Ελλάδα σήμερα δεν έχει καμία σημασία ας μου επιτραπεί να πω ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν μεγαλύτερο λάθος. Η σημερινή, όπως και η παλιά Ελλάδα, έχει υψίστη σημασία για οποιονδήποτε ψάχνει να βρει τον εαυτό του.

Χένρυ Μίλλερ, 1891-1980, Αμερικανός συγγραφέας

Η Ελληνική εφημερίδα και το Ελληνικό Ραδιόφωνο της Florida, με έδρα το Miami
The Greek News and Greek Radio in  FL

Subscribe to our newspaper
EnglishGreek

Σεβαστή η Επιμνήμων – Μερος 4

4 Jul, 2025
Σεβαστή η Επιμνήμων – Μερος 4

Image license by freepik.com

Σεβαστή η Επιμνήμων – Μερος 4

Βασισμένο σε αληθινά γενονότα – μια ιστορία σε συνέχειες

ΜΕΡΟΣ 4

Σημείωμα της συγγραφέως

Το κείμενο που ακολουθεί βασίζεται σε αληθινές αφηγήσεις και αναμνήσεις, όπως τις βίωσε ένα κορίτσι που μεγάλωσε σε μια εποχή γεμάτη αντιφάσεις. Δεν εκφράζει πολιτικές θέσεις, αλλά αποτυπώνει την προσωπική εμπειρία ενός παιδιού που παρατηρούσε τον κόσμο γύρω του, χωρίς να τον κατανοεί πλήρως.

Η πρόθεσή μου είναι να αναδείξω την ανθρώπινη διάσταση πίσω από τα μεγάλα γεγονότα και να φωτίσω μια πτυχή της γυναικείας εμπειρίας σε μια εποχή όπου η φωνή των κοριτσιών και των γυναικών συχνά χανόταν μέσα στις οικογενειακές, κοινωνικές και ιστορικές επιταγές.

Ελπίζω ο αναγνώστης να αναγνωρίσει πως οι μεγάλες ιδεολογικές συγκρούσεις διασταυρώνονται πάντα με μικρές, καθημερινές μάχες για ελευθερία, μόρφωση και αξιοπρέπεια – αυτές που, αθόρυβα, διαμορφώνουν τελικά τον πολιτισμό και την Ιστορία.

Ο δρόμος για το σχολείο 2

Η Σεβαστη ηξερε ότι αφού δεν την άφηνε ο πατέρας της να συνεχίσει το σχολείο, θα έπρεπε να βρει βοήθεια από αλλού. Ο ξάδερφος Ανδρέας, φιλόλογος σε γυμνάσιο αρρένων έμενε στη γειτονιά και όταν τον επισκέφτηκε και του είπε για το ξύλο που έφαγε, αυτός της είπε «Άσ’ το πάνω μου».

Την επόμενη μέρα, ο Ανδρέας πέρασε από το κατάστημα του Γιώργου. «Θείε, γιατί δεν αφήνεις τη Σεβαστή να πάει σχολείο;» Ο Γιώργος ήταν θυμωμένος, αλλά ο θυμός του ήταν δύσκολο να ξεσπάσει. Αυτή η συζήτηση ήταν ανάμεσα σε άντρες και ο Ανδρέας ήταν δάσκαλος. «Φτάνει, Αντρέα. Ξέρεις ότι τώρα μπορεί να θέλει όλα τα άστρα του ουρανού, αλλά σε λίγα χρόνια θα με ευγνωμονεί που της έμαθα κάτι να βγάζει λεφτά. Στις μέρες μας είναι σημαντικό να συνεισφέρουν και οι γυναίκες το δικό τους μερίδιο στα οικονομικά του σπιτιού. Πρέπει να έχει λίγη δουλειά, όχι πολλή όμως, γιατί θα έχει και παιδιά».

«Μπορεί να βγάλει λεφτά ακόμα κι αν πάει στο γυμνάσιο. Μπορεί να σπουδάσει κάτι και να βγάλει λεφτά από αυτό».

«Ο γιος μου θα σπουδάσει. Έχω τρία παιδιά. Δεν μπορώ να τα στείλω όλα να σπουδάσουν. Ο γιος μου θα κάνει δουλειές, άρα αυτός πρέπει να ξέρει γράμματα».

«Ποιος γιος; Αυτός που είναι δύο ετών; Δεν ξέρεις καν αν θα μπορέσει να σπουδάσει. Είναι η Σεβαστή που έχει το ταλέντο. Είναι πρώτη στην τάξη της, όλοι οι καθηγητές της είναι εντυπωσιασμένοι. Αν πάει στο γυμνάσιο, θα είναι παιχνιδάκι για εκείνην. Όσον αφορά το άλλο σας κορίτσι, την Ελένη, εκείνης δεν της αρέσει να μελετάει. Δεν προάχθηκε στην έκτη τάξη και σταμάτησε το σχολείο επειδή ήθελε να γίνει ράφτρα. Μην τις συγκρίνετε, είναι πιο εύκολο να υπακούσει κανείς όταν του λένε να κάνει το πράγμα που του αρέσει».

«Η Σεβαστή πρέπει να αλλάξει γνώμη. Η Ελένη τα πηγαίνει καλά ως ράφτρα και ως αδελφές πρέπει να βοηθούν η μία την άλλη κάνοντας το ίδιο πράγμα. Με τον καιρό θα αρχίσει να της αρέσει η τέχνη, όπως τώρα της αρέσουνε τα γράμματα».

«Μπάρμπα, σέβομαι την άποψή σου και είναι δική σου η οικογένεια. Αλλά γνωρίζω τη Σεβαστή και η καρδιά μου σκίζεται όταν βλέπω τι θα μπορούσε να κάνει και δεν το κάνει. Μπορεί να μάθει την τέχνη της ραπτικής οποτεδήποτε, δε θα υπάρξει πρόβλημα αν καθυστερήσει για μερικά χρόνια. Αλλά αν δεν την αφήσετε να πάει σχολείο, θα πάρω εγώ τη Σεβαστή στο σπίτι μου και θα τη διδάξω ο ίδιος».

Ο Ανδρέας δεν μπορούσε να πάρει τη Σεβαστή ως μαθήτρια στο σχολείο του, επειδή δίδασκε σε σχολείο αρρένων, επομένως το σχέδιό του ήταν να της κάνει ιδιαίτερα. Ο Γιώργος είδε ότι ο Ανδρέας το εννοούσε και, αν η Σεβαστή ήθελε να φύγει από το σπίτι και να ζήσει μαζί του, αυτό θα συνέβαινε. Ήξερε ότι εκεί δε θα μπορούσε να την παρακολουθεί όλην την ώρα και γνώριζε το σούσουρο που αυτό θα προκαλούσε στην ευρύτερη οικογένεια.

Η σιωπή στο σπίτι ήταν εκκωφαντική. Η Σεβαστή είχε βάλει τον εαυτό της πάνω από την οικογένεια. Άξιζαν τα έξι χρόνια του γυμνασίου την ντροπή της οικογένειας και το οικονομικό πρόβλημα που αυτό θα δημιουργούσε; Τα βιβλία ήταν ακριβά, οι σχολικές στολές ήταν ένα επιπλέον έξοδο και η οικογένεια δε θα είχε κανένα έσοδο από τη Σεβαστή. Όταν ο Γιώργος της ανακοίνωσε ότι θα εγγραφεί για τις εξετάσεις του γυμνασίου, η Σεβαστή δεν μπορούσε να συγκρατηθεί από τον ενθουσιασμό: «Ευχαριστώ, σε ευχαριστώ, πατέρα! Και ευχαριστώ τον Θεό!» οι υπόλοιποι της οικογένειας δεν ήταν σίγουροι πώς ήταν μπλεγμένος ο Θεός σε αυτή την αγωνία. Οι σχέσεις δε θα μπορούσαν να είναι ίδιες ξανά εύκολα.

Η Σεβαστή πλήρωσε τα τέλη εγγραφής της, αλλά θα αγόραζε τα βιβλία μόνο αν περνούσε και γινόταν δεκτή στο γυμνάσιο. Δεν ετοιμάστηκε για τις εξετάσεις, ο Ανδρέας όμως της είχε πει μερικά πράγματα για τα θέματα. Της είπε τι είχε πει στον πατέρα της και η Σεβαστή του ήταν ευγνώμων που πάλεψε για εκείνη. Δε θα τα κατάφερνε ποτέ μόνη ή με τα λόγια μιας ράφτρας. Χρειαζόταν έναν φιλόλογο για να της ανοίξει το δρόμο.

Η Σεβαστή έδωσε τις εξετάσεις τον Σεπτέμβριο και πέρασε κατευθείαν στην δεύτερη τάξη του γυμνασίου – ήταν σαν να μην έχασε ποτέ έναν χρόνο στο δημοτικό σχολείο. Ο βαθμός της ήταν δεκαοκτώμιση στα είκοσι και από την πρώτη χρονιά ήταν πρώτη στην τάξη της. Μια μεγάλη επιτυχία. Για μερικά χρόνια ακόμα, ο Ανδρέας μπορούσε να τη βοηθάει με ερωτήσεις σχετικά με τα μαθήματα και το σχολείο. Η Σεβαστή τον αγάπησε πολύ, απολάμβανε τις επισκέψεις στο σπίτι του και πήγαινε συχνά εκεί για να τον ευχαριστήσει. Ωστόσο σύντομα, ο προστάτης ξάδελφος έφυγε ξαφνικά για να γυρίσει στο νησί και η Σεβαστή συνέχισε να πηγαίνει στο σχολείο χωρίς καθόλου βοήθεια.

Η Σεβαστή ήταν πολύ κοινωνική και αγαπητή, είχε πολλούς φίλους και απολάμβανε τη ζωή της στο σχολείο, χάνοντας έτσι τον κοινό τόπο με την οικογένειά της, που ήταν όλοι απασχολημένοι με τις δουλειές και τις επιχειρήσεις τους. Πίστευε ότι αν η οικογένειά της δεν την καταλαβαίνει σε αυτό, ο Θεός το έκανε. Ποιος ξέρει τι άλλο θα κατάφερνε αν το γυμνάσιο δεν είχε διακοπεί στα ξαφνικά, επειδή ξέσπασε πόλεμος στην Ελλάδα.

Τα σχολικα χρονια

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΜΝΗΜΕΣ της Σεβαστής ήταν φυσικά από το σχολείο. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε να αντιλαμβάνεται την ύπαρξή της, όταν έφυγε από το σπίτι για να πάει στην πρώτη τάξη. Τότε τα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο αφού έκλειναν τα επτά τους χρόνια. Μάθαιναν την ελληνική γλώσσα στο σπίτι και πήγαιναν στο σχολείο για να μάθουν πώς να γράφουν και τους κανόνες της γραμματικής. Πριν από αυτό, είχε λίγες και ασαφείς μνήμες, καθώς δεν αισθανόταν ότι υπήρχε χωριστά από την οικογένειά της πριν από αυτήν την πρώτη της κοινωνικοποίηση στο σχολείο.

Το δημοτικό σχολείο διήρκεσε έξι χρόνια, όπως και το γυμνάσιο. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής οι νόμοι είχαν αλλάξει και το γυμνάσιο ήταν οκτώ χρόνια, όχι έξι. Εάν θα πήγαινε κάποιος στο γυμνάσιο, θα έφευγε από το δημοτικό στην τετάρτη τάξη και θα ξεκινούσε απευθείας από την πρώτη τάξη του γυμνασίου. Αυτό γινόταν έτσι ώστε να μην χάνει χρόνο με τα μαθήματα του δημοτικού και να είναι πλήρως προετοιμασμένος για το γυμνάσιο. Η Σεβαστή δεν ήταν μία από τις τυχερές που έφυγαν νωρίς από το δημοτικό, παρακολούθησε μέχρι την έκτη τάξη μέχρι να πείσει τον πατέρα της.

Στο δημοτικό σχολείο, η εκπαιδευτική εμπειρία της Σεβαστής επηρεαζόταν έντονα από τις προσωπικές σχέσεις και τις διακρίσεις. Ο ίδιος δάσκαλος δίδασκε από την πρώτη έως την τετάρτη τάξη και η εύνοια προς ορισμένους μαθητές, λόγω γνωριμιών ή συγγενικών σχέσεων, ήταν κάτι σύνηθες. Πολλοί γονείς αξιοποιούσαν τις γνωριμίες τους για να εξασφαλίσουν προνομιακή μεταχείριση των παιδιών τους. Η Σεβαστή, ωστόσο, δεν είχε κανέναν να τη στηρίξει ή να έρθει να ρωτήσει για την πρόοδό της. Αυτό άλλαξε όταν πήγε στο γυμνάσιο, όπου οι εκπαιδευτικοί ήταν περισσότεροι και εξειδικευμένοι, με αποτέλεσμα η αναγνώριση της προσπάθειάς της να βασίζεται σε αξιοκρατικά κριτήρια, κάτι που της έδωσε ικανοποίηση και αίσθηση δικαίωσης.

Η μητέρα της Σεβαστής, η Μαρία, δεν ήξερε γράμματα και ένιωθε ντροπή όταν χρειαζόταν να επισκεφθεί το σχολείο. Συνήθως πήγαινε μόνο μετά από παρακάλια της κόρης της. Όταν ο δάσκαλος επαινούσε τη Σεβαστή, η Μαρία ένιωθε άβολα, σα να τη μάλωναν, έσκυβε το κεφάλι. Ο πατέρας της, παρόλο που ήξερε γράμματα, δούλευε και δεν μπορούσε να πηγαίνει στο σχολείο.

Η Μαρία καταγόταν από νησί και ήταν εσωστρεφής. Μετακομίζοντας στην Ελλάδα, απομονώθηκε ακόμα περισσότερο, αφιερώνοντας τον εαυτό της στην ανατροφή των παιδιών της. Δεν είχε φίλους ούτε κοινωνική ζωή. Αν είχε κάποια γειτόνισσα από την πατρίδα της, και εκείνη βίωνε παρόμοια μοναξιά. Παρ’ όλα αυτά, η Μαρία ήταν μια εξαιρετική νοικοκυρά, αφοσιωμένη στη φροντίδα του σπιτιού και των παιδιών. Ζούσαν όλοι – οι δύο γονείς, τα τρία παιδιά και ο θείος – σε ένα σπίτι με ένα δωμάτιο και μια κουζίνα. Η Μαρία κατάφερνε να κρατά τον χώρο καθαρό και οργανωμένο, παρόλο τον περιορισμένο χώρο.

Ο ύπνος ήταν ένα καθημερινό ζήτημα. Υπήρχε ένα διπλό κρεβάτι, όπου κοιμόνταν οι γονείς, και δύο μονά: το ένα για τον θείο, και το άλλο, αντικείμενο διαμάχης μεταξύ των δύο κοριτσιών. Τελικά, αποφασίστηκε ότι η μικρότερη θα κοιμόταν εκεί, ενώ η Σεβαστή, ως μεγαλύτερη, έπρεπε να παραχωρήσει τη θέση της. Έτσι, η Μαρία κάθε βράδυ στρωνόταν να ετοιμάζει το στρώμα στο πάτωμα για τη Σεβαστή και τον μικρό της αδελφό.

Η Μαρία αγαπούσε πολύ την καθαριότητα, όπως λέει και ο λαός, η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά. Πολλοί άνθρωποι, ακόμα κι αν δεν είχαν χρήματα για πολυτελή ρούχα, φρόντιζαν να εμφανίζονται πάντα καθαροί και φροντισμένοι μπροστά σε άλλους. Η Μαρία συνήθιζε να φτιάχνει χαριτωμένα φορέματα για κάθε κόρη της και της άρεσε να φτιάχνει μεγάλους φιόγκους στα μαλλιά τους. Κάθε εβδομάδα, είχε μια ημέρα μπουγάδας. Ακόμα κι αν την προηγούμενη ημέρα τα παιδιά είχαν αλλάξει ρούχα και τα ρούχα τους ήταν καθαρά, έπρεπε να αλλάξουν ξανά την ημέρα της μπουγάδας.

Όταν η Σεβαστή ήταν πια στην τετάρτη τάξη του δημοτικού, ήρθε μια εγκύκλιος στο σχολείο – όλα τα παιδιά έπρεπε να εγγραφούν στην ΕΟΝ, την νεανική οργάνωση του κόμματος του δικτάτορα Μεταξά. Θεωρητικά έπρεπε να έχουν έγκριση από τους γονείς τους, αλλά επειδή υπήρχε δικτατορία δεν υπήρχε περιθώριο για άρνηση. Ο πατέρας της Σεβαστής ήταν υπέρ της δημοκρατίας και αντέδρασε όταν είδε το έγγραφο. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει και τίποτα. Τελικά υπέγραψε τη συγκατάθεσή του και στο τέλος και οι δύο κόρες του έγιναν μέρος της νεολαίας της δικτατορίας.

Η Σεβαστή δεν ήξερε τίποτα για πολιτική, δεν είχε ακούσει πολιτικές συζητήσεις στο σπίτι της και, αν υπήρχαν τέτοιες συζητήσεις, δεν έδινε σημασία. Το όνειρο της Σεβαστής ήταν να είναι η καλύτερη μαθήτρια στην τάξη της. Ήθελε να βγαίνει με τους φίλους της, να κοινωνικοποιείται σε πάρτι και εκδρομές. Γι’ αυτό όχι μόνο δεν την πείραξε που ήταν “φαλαγγίτισσα”, αλλά ήταν ευκαιρία να βγαίνει από το σπίτι.

Αφού γράφτηκε, οι αξιωματικοί πήγαν τις ομάδες των παιδιών σε ένα μέρος στην Αθήνα για να τους δώσουν τις στολές, μια μπλε φούστα, σακάκι και μια λευκή γραβάτα, και τα μικρά παιδιά λεγόντουσαν “Σκαπανάκια”. Κάθε τόσο, τα παιδιά της Αθήνας φορούσαν και το δίκοχο καπέλο της στολής και πήγαιναν σε διάφορες εκδηλώσεις στην πόλη για να κάνουν αυτό που ήδη αποκαλούσαν “πλύση εγκεφάλου”. Έλεγαν για τον Μεταξά και πόσο απαραίτητες ήταν οι ενέργειές του. Κάθε πρωί τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο, προσεύχονταν και έκαναν και τον φασιστικό χαιρετισμό.

Αλλά η Σεβαστή ποτέ δεν αισθάνθηκε ναζί. Για τη Σεβαστή, ο χαιρετισμός ήταν κάτι που η Ελλάδα αντέφραψε από το εξωτερικό στην προσπάθειά της να γίνει ένα σύγχρονο κράτος, αλλά δε συμπαθούσαν ούτε την Ιταλία ούτε την Γερμανία. Γι’ αυτό και όταν μια μέρα η Ιταλία ρώτησε την Ελλάδα αν θα παραδοθεί ή όχι και να δώσει απάντηση εντός τριών ωρών, ο λαός είπε αυτό το ιστορικό «Όχι».

Ως τότε η Σεβαστή δεν είχε δει οργανωμένη αντίδραση στο καθεστώς, ούτε έντονες πολιτικές εκφράσεις. Οι περισσότεροι κρατούσαν τις απόψεις τους για τον εαυτό τους, καθώς δεν υπήρχε ελευθερία λόγου – ό,τι λεγόταν, λεγόταν ψιθυριστά. Ο πατέρας της, όπως πολλοί τότε, είχε υπομείνει πολλά. Εκτιμούσε αυτά που είχε, χωρίς πίκρα για όσα του έλειπαν. Οι περισσότεροι ήθελαν απλώς να μεγαλώσουν τα παιδιά τους χωρίς διώξεις. Η Σεβαστή ήξερε ότι μόνο οι κομμουνιστές εξέφραζαν ιδεολογία ανοιχτά. Δεν υπήρχαν πολλά κόμματα· οι πολίτες είτε αποδέχονταν τη δικτατορία είτε ήταν στην Αριστερά.

Σε αντίθεση με την πολιτική σιωπή, όταν χτύπησαν οι σειρήνες και οι καμπάνες των εκκλησιών, όταν οι ελάχιστοι ραδιοφωνικοί σταθμοί που υπήρχαν κάλεσαν όλες τις στρατιωτικές κλάσεις στα όπλα για να παρουσιαστούν στο μέτωπο με στρατιωτικά εμβατήρια, έφυγε με ενθουσιασμό ο ελληνικός λαός, σαν να πήγαινε σε πανηγύρι. Έφευγαν με τραγούδια οι άντρες. Το μέτωπο στα σύνορα της Αλβανίας και της Ελλάδας είχε ανοίξει και τους περίμενε.

Το γυμνάσιο σταμάτησε για ένα χρόνο όταν κηρύχτηκε ο Πόλεμος και στη συνέχεια, το επόμενο έτος οι μαθητές έκαναν δύο τάξεις μαζί. Όλα τα τρία χρόνια της Γερμανικής Κατοχής, το 41, το 42 και το 43, η ζωή στην Αθήνα ήταν πολύ δύσκολη, η λειτουργία των σχολείων γινόταν με μεγάλες διακοπές λόγω επιτάξεων κτιρίων ή έλλειψης προσωπικού και οι μαθητές πεινούσαν. Ήταν μόνο στις 12 Οκτωβρίου 1943 όταν οι Γερμανοί αποχώρησαν από την Αθήνα και η ναζιστική σημαία κατέβηκε από την Ακρόπολη που η Σεβαστή ένιωσε ότι επιτέλους θα σπουδάσει.

Αλλά μόλις στις 4 Δεκεμβρίου 1944 ξεκίνησε ο Εμφύλιος Πόλεμος, με πυροβολισμούς να έρχονται από ένα φυλάκιο μόλις δύο στενά κάτω από το σπίτι της. Μόνο έναν χρόνο μαθήματος ανάμεσα σε όλα αυτά -δεν κάνανε διάλειμμα!.. Γι’ αυτό ακόμα κι όταν πέρασαν αυτά, η Σεβαστή, αυτή που πάλεψε με τις οικογενειακές προσδοκίες, την πείνα, αλλά και τα όπλα για να πάει σχολείο, απορούσε με διάφορα και κυρίως με τους μαθητές που έκαναν κοπάνες ή καταλήψεις.

Η Σεβαστή ήταν ένα παιδί που μεγάλωσε στη σκιά γεγονότων που δεν καταλάβαινε και που κανείς δεν της εξήγησε ποτέ με τρόπο ενιαίο ή ξεκάθαρο. Μέσα σε μια χώρα διχασμένη, χωρίς κοινή ιστορική αφήγηση, τα μεγάλα γεγονότα της εποχής – η δικτατορία, ο πόλεμος, η Κατοχή, ο Εμφύλιος – τη σημάδεψαν σιωπηλά και ανεξίτηλα. Έγινε αυτό που της έτυχε να ζήσει, διαμορφώθηκε από εμπειρίες που δεν πρόλαβε να ερμηνεύσει. Κι αν κάτι της έμεινε ως διαρκής επιθυμία, ήταν η ανάγκη για μόρφωση· όχι μόνο για γνώση, αλλά για μια κατανόηση που δεν φαινόταν να έρχεται… Τα παιδικά της μάτια κράτησαν πολλές ιστορίες από εκείνη την ταραγμένη περίοδο – ιστορίες που δεν είχε πει ποτέ σε κανέναν, αλλά θα μοιραζόταν μαζί μου.

(συνεχίζεται)

photo Image license by freepik.com

Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.

Ακολουθήστε μας στο Facebook @grnewsradiofl

Ακολουθήστε μας στο Twitter @grnewsradiofl

 

Copyright 2021 Businessrise Group.  All rights reserved. Απαγορεύται ρητώς η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή ή αναδιανομή μέρους ή όλου του υλικού του ιστοχώρου χωρίς τις κάτωθι προυποθέσεις: Θα υπάρχει ενεργός σύνδεσμος προς το άρθρο ή την σελίδα. Ο ενεργός σύνδεσμος θα πρέπει να είναι do follow Όταν τα κείμενα υπογράφονται από συντάκτες, τότε θα πρέπει να περιλαμβάνεται το όνομα του συντάκτη και ο ενεργός σύνδεσμος που οδηγεί στο προφίλ του Το κείμενο δεν πρέπει να αλλοιώνεται σε καμία περίπτωση ή αν αυτό κρίνεται απαραίτητο να συμβεί, τότε θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο στον αναγνώστη ποιο είναι το πρωτότυπο κείμενο και ποιες είναι οι προσθήκες ή οι αλλαγές. αν δεν πληρούνται αυτές οι προυποθέσεις, τότε το νομικό τμήμα μας θα προβεί σε καταγγελία DMCA, χωρίς ειδοποίηση, και θα προβεί σε όλες τις απαιτούμενες νομικές ενέργειες.

Άλλα Άρθρα

Ολοκληρώθηκε με μεγάλη επιτυχία στο Αργυρόκαστρο το 6ο «Μικρό Θερινό» των αποφοίτων του Διεθνούς Θερινού Πανεπιστημίου «Ελληνική Γλώσσα, Πολιτισμός & ΜΜΕ» με θέμα «ΓλώσσΑΙ και τεχνητή νοημοσύνη»

Ολοκληρώθηκε με μεγάλη επιτυχία στο Αργυρόκαστρο το 6ο «Μικρό Θερινό» των αποφοίτων του Διεθνούς Θερινού Πανεπιστημίου «Ελληνική Γλώσσα, Πολιτισμός & ΜΜΕ» με θέμα «ΓλώσσΑΙ και τεχνητή νοημοσύνη»

Ολοκληρώθηκαν με μεγάλη επιτυχία στο Αργυρόκαστρο οι εργασίες του 6ου «Μικρού Θερινού» που  στο...

Culture Summit

Τελευταία Άρθρα

Πρωτοσέλιδα Εφημερίδων


King Power Tax

Pin It on Pinterest

Share This