Κανείς δεν τη χαϊδεύει πια.
Ο αέρας βιάζεται κι αυτός,
χαϊδεύει λίγο τον αυχένα της
κι αυτό ήταν όλο κι όλο.
Φύλλο ξερό το χέρι της,
το φως το προσπερνά
κι ας έχει ολημέρα την κουρτίνα ανοιχτή.
Γέρασε.
Πάει καιρός που εξαιρείται η αφή
μα αγρυπνά,
ίσως για να τη συγχωρήσουν
που υπάρχει ακόμη.
Στο λεωφορείο, καμιά φορά,
το σακίδιο του διπλανού ακουμπά τον ώμο της
τυχαία.
Τρεμοπαίζει το δέρμα
τρεμοπαίζει η μνήμη
φλόγα πριν το φυτίλι της σωθεί.
Μαρμαρωμένη στέκεται
μη χάσει το τυχαίο άγγιγμα.
Στη λαϊκή
όταν της δίνουνε τα ρέστα
στη χούφτα με τα κέρματα μαζί μπαίνει
και λίγο δέρμα-
σα να της κάνανε τη χάρη.
Και θυμάται,
θυμάται,
θυμάται.
Ύστερα μπαίνει σπίτι
και τους χαϊδεύει όλους, έναν-έναν ,
αυτούς που δεν την ακουμπάνε πια.
Το πιρούνι στο τραπέζι αφήνει απαλά
σαν χέρι παιδιού
μην το ανησυχήσει που τ’ άφησε μονάχο.
Το πιάτο πλένει-
στάζει η αφή σταγόνες στο γυαλί
ανάσες τσίγκινες ακούγονται στο νεροχύτη-
Το πιάτο άρχισε να αναπνέει.
Πόσο απαλά γλιστράει το σφουγγάρι-
το σύρμα ίσα-ίσα που άγγιξε την πορσελάνη.
Ύστερα το μαχαίρι απ’ το συρτάρι
παίρνει,
όχι να κόψει,
να το βυθίσει αργά μες στο ψωμί.
Μικρή αντίσταση στην μαλακή την ψίχα
η μνήμη,
μικρή και το μαχαίρι-
όχι, δεν πόνεσε κανείς τους.
Και όταν στρώσει το σεντόνι
εκείνη εκεί την τσάκιση στ’ αριστερά
θα την ισιώσει
διακριτικά
μήπως και τη δυσαρεστήσει.
Γέρασε.
Τα λεν και άνοια κάτι τέτοια,
πως άρχισε να ξεχνάει.
Κανείς δε σκέφτηκε
πως ίσως φταίει που θυμάται.
photo beejees, https://pixabay.com

















































